28o Διεθνές Φεστιβάλ Κιθάρας – Πάτρα 2019

 

Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

ΠΑΤΡΑ 2019

Ήλθε η ώρα να κάνω και φέτος έναν απολογισμό για το Διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας με όλες τις εντυπώσεις που άφησε πίσω του αυτό το τετραήμερο των κιθαριστικών εκδηλώσεων.                                                                                                         Έχω άλλωστε συνηθίσει τους αναγνώστες μου – αλλά και τους αναγνώστες του φιλόξενου TAR – να τους ενημερώνω για τα πεπραγμένα αυτού του θεσμού, ο οποίος κλείνοντας φέτος 28 ολόκληρα χρόνια, συνεχίζει ανελλιπώς να προσφέρει γνώσεις και εμπειρίες σε νέους κιθαριστές.

Αφού πρώτα λοιπόν ευχαριστήσω τη “Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών” που υποδέχτηκε ξανά το Φεστιβάλ στους υπέροχους χώρους που διαθέτει, θέλω στη συνέχεια να υπογραμμίσω την επιτυχία όλων των εκδηλώσεων, επιτυχία που οφείλεται πρωτίστως στους προσκεκλημένους καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους.

Πρέπει μάλιστα να παραδεχθώ πως αυτή η ιστορία της προετοιμασίας του φεστιβάλ που αρχίζει πολλούς μήνες νωρίτερα, φορτώνει τη Λίζα κι εμένα με αρκετό άγχος σαν να δίνουμε και οι ίδιοι εξετάσεις για τις επιλογές που κάνουμε και που αφορούν στα ρεσιτάλ των καλλιτεχνών, στα προγράμματά τους, τη διδασκαλία τους, τις διαλέξεις, τις αποφάσεις τους στους διαγωνισμούς, γεγονότα που καθρεφτίζονται τελικά θετικά ή αρνητικά στα πρόσωπα των σπουδαστών αλλά και του κόσμου που παρακολουθεί όλα τα δρώμενα αυτών των ημερών.

Τις εκδηλώσεις άνοιξε την πρώτη μέρα ο Χρήστος Τσαρούχης με ένα ρεσιτάλ συνθετών ρομαντικής μουσικής που ερμήνευσε υποδειγματικά, επιστρατεύοντας όλα τα εκφραστικά στοιχεία του οργάνου για να ακολουθήσει αμέσως μετά ο Γιώργος Καφεντζής, κάτοχος του περσινού Α΄ Βραβείου του διαγωνισμού, με ένα ρεσιτάλ που ανέδειξε τα πλούσια δεξιοτεχνικά του προσόντα.

 

 

 

 

 

Ρεσιτάλ Χρήστου Τσαρούχη                                 
Ρεσιτάλ Γιώργου Καφεντζή

Οι εκδηλώσεις της άλλης μέρας ξεκίνησαν με μια εντυπωσιακή διάλεξη του Dr. Μίνωα Τυλλιανάκη, Καθηγητού Πανεπιστημίου στην ορθοπεδική, που ανέπτυξε με γλαφυρό όσο και χειμαρρώδη τρόπο τα πάμπολλα προβλήματα που δημιουργούνται στους μουσικούς εκτελεστές. Οι αλλεπάλληλες ερωτήσεις των ακροατών στο τέλος της ομιλίας, ενδεικτικές του ενδιαφέροντος της διάλεξης, διακόπηκαν μόνον από την εσπευσμένη αναχώρηση του Καθηγητού για κάποια άλλη υποχρέωση, αν και ο ίδιος δεν άφησε στο τέλος της ώρας κανένα ζήτημα αναπάντητο, για τη στάση του σώματος, τη θέση των χεριών, τα σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργούν παρενέργειες στην απόδοση του εκτελεστή, αλλά και τις λύσεις που η επιστήμη σήμερα προτείνει. Μια αληθινά επίκαιρη και ουσιαστική ομιλία που χαμένοι υπήρξαν όσοι δεν την παρακολούθησαν!

Από τη διάλεξη του Dr. Μίνωα Τυλλιανάκη

Το ίδιο βράδυ στην κατάμεστη αίθουσα συναυλιών, το κοινό απήλαυσε τα ρεσιτάλ του Μανώλη Βροντινού και του Anton Baranov. Ο πρώτος παίζοντας ένα πρόγραμμα με έργα-μεταγραφές στην κιθάρα, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν δικές του, έδωσε απτά δείγματα ενός επιλεγμένου φραζαρίσματος, ενός μεστωμένου ήχου και μιας ώριμης μουσικής έκφρασης παρά τα όποια σποραδικά ατυχήματα, ενώ ο δεύτερος σε ένα πρόγραμμα με έργα αυθεντικά για κιθάρα, μας μετέφερε με την παρουσία του στο κλίμα της Ρομαντικής περιόδου, παίζοντας όρθιος με όργανο εποχής και μετατρέποντας λικνιζόμενος τα δύσκολα σε εύκολα! Ήταν ένα μοναδικό show του χαρισματικού Ρώσου καλλιτέχνη, πρωτοφανές στα συναυλιακά δρώμενα της Πάτρας, πρωτοφανές σε όλους μας!

                        Ρεσιτάλ Μανώλη Βροντινού                                       Ρεσιτάλ Anton Baranov

 

Οι εκδηλώσεις της Κυριακής ξεκίνησαν με μια δική μου ομιλία με θέμα ‘η μελέτη της κιθάρας στις μέρες μας’, ομιλία που δεν άργησε να μετατραπεί σε ζωηρή συζήτηση με τη συμμετοχή και άλλων καθηγητών, οι απόψεις των οποίων ακούστηκαν με πολύ ενδιαφέρον και εμπλούτισαν ένα θέμα που θα μπορούσε να διαρκέσει επί ώρες…

Από τη διάλεξη του Ευάγγελου Ασημακόπουλου

Τα δυο ρεσιτάλ που ακολούθησαν το βράδυ, άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις στην κατάμεστη αίθουσα συναυλιών: η Μαρία Κουρσάρη πρώτα που ερμήνευσε ιδανικά με το ξεχωριστό εκφραστικό της ένστικτο έργα κάθε εποχής και ο διεθνώς καταξιωμένος Μαυροβούνιος Goran Krivokapic στη συνέχεια, σε ένα δύσκολο αλλά άψογα εκτελεσμένο από τεχνική και ερμηνεία πρόγραμμα, απέσπασαν δίκαια την επιδοκιμασία του κοινού που τους κάλεσε σε αλλεπάλληλα μπιζ.

 

 

 

 

Ρεσιτάλ Μαρίας Κουρσάρη

 

 

 

Ρεσιτάλ Goran Krivokapic

Πριν αναφερθώ στους διαγωνισμούς της Δευτέρας θα πρέπει να κάνω ιδιαίτερη μνεία στην προσφορά του Jerry Willard και στα Master Classes που πραγματοποίησε και άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις. Δεν είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω αυτή τη φορά την τάξη του αφού τις ίδιες ώρες δίδασκα κι εγώ, αλλά κρίνοντας από τον ενθουσιασμό των σπουδαστών που έκαναν μαζί του μάθημα, πιστεύω πως ο διαπρεπής Αμερικανός κιθαριστής και λαουτίστας απλά επιβεβαίωσε τη φήμη που τον συνοδεύει, φήμη τού βαθιά καταρτισμένου και έμπειρου αναλυτή της μουσικής.                                                                               Όσο για τα Master Classes των Goran Krivokapic και Anton Baranov που επίσης δεν παρακολούθησα αυτή τη φορά, έχω πολύ καλές αναμνήσεις από τις προηγούμενες επισκέψεις τους στην Πάτρα στον τομέα αυτόν.

Από το Master Class του Jerry Willard

Η Λίζα και εγώ σκεφθήκαμε να ορίσουμε δυο διαφορετικές επιτροπές για τους τρεις διαγωνισμούς. Η καλή διάθεση του Jerry Willard να συμμετάσχει και στους τρεις ως πρόεδρος, διευκόλυνε κατά πολύ τη σύνθεση των μελών της πρώτης και δεύτερης Κατηγορίας, αφού έτσι κι αλλιώς η σύνθεση της τρίτης Κατηγορίας ήταν διαμορφωμένη από καιρό με τη συμμετοχή των τριών ξένων και των δυο Ελλήνων σολίστ (Βροντινός & Κουρσάρη).

Οι νικητές του διαγωνισμού στην Κατηγορία Α΄ με τα μέλη της επιτροπής                       Μ. Κουρσάρη, Ρ. Σκλάβου, J. Wiilard (Πρόεδρος), M. Βροντινός, Ο. Καλογρηάδου

 

 

Οι νικητές του διαγωνισμού στην Κατηγορία Β΄ με τα μέλη της επιτροπής

 

Στην Τρίτη Κατηγορία, χωρίς περιορισμό ηλικίας, το πρώτο βραβείο – μια  κιθάρα αξίας $7.000 απένειμε ο κατασκευαστής Νίκος Ιωάννου, ο οποίος είχε έλθει από την Νέα Υόρκη για να παρακολουθήσει όλο το τετραήμερο των εκδηλώσεων.

Ο οργανοποιός Νίκος Ιωάννου παραδίδει μια κιθάρα κατασκευής του στον Θοδωρή    Θεοδωρούδη που κατέκτησε το Α΄ Βραβείο στην Κατηγορία Γ’ ως έπαθλο της νίκης του

Ως διοργανωτές του Διεθνούς Φεστιβάλ Κιθάρας της Πάτρας, η Λίζα κι εγώ θέλουμε να ευχαριστήσουμε δημοσίως για μια ακόμα φορά τον φίλο μας Νίκο Ιωάννου για την ανεκτίμητη προσφορά του στον θεσμό.                                Δημόσιες ευχαριστίες επίσης θέλουμε να δώσουμε και στον Μουσικό Οίκο Κ. Παπαγρηγορίου – Χ. Νάκα (Panasmusic) για την γενναιόδωρη προσφορά τους και στους τρεις διαγωνισμούς.

 

Οι οργανωτές του φεστιβάλ Λίζα Ζώη & Ευάγγελος Ασημακόπουλος, τα μέλη της επιτροπής του διαγωνισμού της J. Willard (Πρόεδρος), G. Krivokapic, A. Baranov, Μ. Βροντινός, Μ. Κουρσάρη,  ο οργανοποιός  Νίκος Ιωάννου και οι νικητές του διαγωνισμού της Κατηγορίας Γ΄ σε μια αναμνηστική φωτογραφία

 

Τα αποτελέσματα και των τριών διαγωνισμών:

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ  Α΄ (σπουδαστές μέχρι 12 ετών) 

 

1 Παπουτσόγλου Σωφρόνης               Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2 Μαράκου Αριάδνη                              Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3 Μαρτσέκης Αλέξανδρος                   Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4 Μπακουλόπουλος Πλάτωνας         Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

5 Αξιώτης Παναγιώτης                           ΕΠΑΙΝΟΣ

6 Γεωργίου Ανδρέας                                ΕΠΑΙΝΟΣ

 

 

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ  Β΄ (σπουδαστές μέχρι 16 ετών)

 

1 Μονογιού Μαρία-Νεφέλη              Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2 Ρεζίτης Δημήτρης                             Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3 Πετρίδης Λεωνίδας                         Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4 Τηλικίδης Γιάννης                            Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

5 Αντωνιάδης Δημήτρης                         ΕΠΑΙΝΟΣ

6 Γκρέκης Γιώργος                                    ΕΠΑΙΝΟΣ

7 Μούχα Νεκταρία                                     ΕΠΑΙΝΟΣ

 

 

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ  Γ΄ (χωρίς όριο ηλικίας)

 

1 Θεοδωρούδης Θοδωρής                     Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2 Παλατζόγλου Χριστίνα                        Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3 Αναγνωστόπουλος Γεώργιος            Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4 Μανωλκίδης Κωνσταντίνος               Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

5 Νικολακοπούλου Κωνσταντίνα              ΕΠΑΙΝΟΣ

6 Σαπουντζάκη Ελευθερία                           ΕΠΑΙΝΟΣ

7 Τζώρτζης Παναγιώτης                              ΕΠΑΙΝΟΣ

 

            Ευχές όλων μας για ένα επιτυχημένο 29ο                                Διεθνές Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα                                           στις 10 – 13 Απριλίου 2020!

                                                          Ευάγγελος Ασημακόπουλος

(Μάϊος 2019)

Advertisements
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Sabrina Vlaskalić (1989 – 2019)

Με πολλή βαριά καρδιά γράφω σήμερα αυτές τις γραμμές, αφού έχουν περάσει ήδη τρεις βδομάδες από τον θάνατο της Σαμπρίνας, χωρίς να ειπωθούν δυο λόγια, έστω μια αναφορά – πέρα από την είδηση που ανέβηκε στο TAR – για την απώλεια αυτού του χαρισματικού κοριτσιού που έφυγε από κοντά μας τόσο αναπάντεχα, τόσο άδικα!

Το ‘από κοντά μας’ που αναφέρω δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η πίκρα για το χαμό ενός δικού μας ανθρώπου που γνωρίσαμε από κοντά, που αγαπήσαμε και πονέσαμε, μένοντας άφωνοι, παγωμένοι και βουβοί στο άκουσμα της τραγικής είδησης.

Τι μπορεί να πει κανείς και τι να γράψει τέτοιες ώρες για ένα πλάσμα που φεύγει τόσο πρόωρα από τη ζωή και τι είδους σκέψεις να κάνει για δικαιοσύνη και αδικία ή για θεούς και δαίμονες που δήθεν διαφεντεύουν την ύπαρξή μας σε τούτο τον πλανήτη…

2008

Η Sabrina Vlaskalić ήλθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 2008 προσκαλεσμένη από το φεστιβάλ κιθάρας της Πάτρας που τότε γινόταν στους χώρους του Ωδείου Νάκα.

Μας είχε μιλήσει με τα καλύτερα λόγια ο Παύλος Γύπας γι’ αυτό το ταλαντούχο δεκαεννιάχρονο κορίτσι το οποίο μάλιστα ανταποκρίθηκε με πολλή χαρά στην πρόσκλησή μας.

2008

Μια αξέχαστη βραδιά θυμάμαι ήταν εκείνο το ρεσιτάλ της που ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Με μια εκπληκτική τεχνική αρτιότητα και ένα χείμαρρο εκφραστικών επινοήσεων, η Σαμπρίνα παίζοντας με όλο της το κορμί  καθήλωσε κυριολεκτικά το έμπειρο από ακούσματα κιθάρας ακροατήριο της Πάτρας.

2010

Αλλά και στην ίδια είχε μείνει αλησμόνητη εκείνη η υποδοχή που της επιφύλαξε το κοινό, μια και δεν την άφηνε να φύγει από τη σκηνή,  υποχρεώνοντάς την να παίζει ξανά και ξανά αλλεπάλληλα μπιζ στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε.

Τόλεγε και το ξανάλεγε αργότερα η Σαμπρίνα πως η διεθνής καριέρα της είχε ξεκινήσει από εκείνη τη βραδιά της Πάτρας.

Πράγματι από τότε η φήμη της κάθε χρόνο έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις: Πρώτα Βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, ρεσιτάλ σε Ευρώπη και Αμερική, κονσέρτα με ορχήστρες και ηχογραφήσεις σε CD.

2010

Στο Φεστιβάλ της Πάτρας και στους χώρους της Φιλαρμονικής Εταιρείας την ξανακαλέσαμε άλλες τρεις φορές, το 2010, το 2013 και το 2017, αφού έτσι γίνεται πάντοτε με τους καλλιτέχνες που αρέσουν.

Θα ερχόταν και πάλι φέτος για ρεσιτάλ και master class στην Αθήνα καλεσμένη αυτή τη φορά από το Φεστιβάλ Κιθάρας Παλαιού Φαλήρου. Στο τελευταίο της μάλιστα mail που μας έστειλε ήταν ενθουσιασμένη που θα ξαναβρισκόταν στη χώρα μας και θα συναντιόμασταν.

2013

Ενθουσιασμένη και πολύ μάλιστα, ήταν λίγες ώρες πριν το ατύχημα, με την είδηση της πρόσκλησης για ένα ρεσιτάλ στα πλαίσια του Φεστιβάλ του G.F.A., μια επιτυχία που την γέμισε χαρά και ελπίδα για μια παγκόσμια προβολή και μια οριστική καθιέρωση του ονόματός της που δικαιούταν και που δυστυχώς δεν ήλθε ποτέ.

Θέλω να κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα αναφέροντας ένα τραγικό όσο και παράξενο περιστατικό για την Sabrina Vlaskalić, αυτή τη σπάνια κιθαριστική στόφα που είχε να προσφέρει τόσα πολλά στην κλασική κιθάρα: Στην πρώτη κιόλας εμφάνισή της στην Πάτρα το 2008, η Λίζα ενθουσιασμένη από το διαβολικό της παίξιμο, της είχε πει σφίγγοντάς της το χέρι πως της θύμισε την Ida Presti.

2013

Το είχε καμάρι η Σαμπρίνα ένα τέτοιο κομπλιμέντο από τη Λίζα και κάθε φορά δεν έκρυβε την χαρά της να το ξανακούει από την ίδια σε κάθε της εμφάνιση. Πριν δυο χρόνια – τελευταία φορά της συνάντησης στα παρασκήνια μετά το ρεσιτάλ, απάντησε συγκινημένη και γελαστή:

– “Ευχαριστώ πολύ κυρία Λίζα! Εύχομαι όμως να μη πάρω τα χρόνια της…”

 

Ευάγγελος Ασημακόπουλος

    (Φεβρουάριος 2019)

2017

Εικόνα | Posted on by | Σχολιάστε

ΟΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΦΗΜΗΣ

Προ ημερών βρέθηκα σε δυσάρεστη θέση και στην ανάγκη να υπερασπιστώ το επίπεδο συναδέλφων μου αλλά και το κύρος του οργάνου, όταν γνωστός μαέστρος κατά τη διάρκεια ενός καφέ που πίναμε, άνοιξε συζήτηση για κάποιες αναρτήσεις κιθαριστών στο διαδίκτυο.
Μη κρύβοντας το ειρωνικό του ύφος και με ολοφάνερη διάθεση σαρκασμού, ζητούσε πληροφορίες για τις δραστηριότητες και την σταδιοδρομία των ‘διεθνούς φήμης’ κιθαριστών, όπως απροκάλυπτα χλεύαζε.
Αισθάνθηκα στο ύφος του μια απαξίωση για το όργανό μας και τους κιθαριστές γενικότερα.
Η ερευνητική του αρχική ματιά, ήταν αν έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου τα δημοσιεύματα και κατά πόσο συμφωνώ με αυτά. Δεν άργησε μάλιστα να έλθει και η στιγμή που βρέθηκα σε θέση απολογούμενου για το κύρος του οργάνου στον τόπο μας.
Ο έμπειρος μαέστρος που έχει κατά καιρούς διευθύνει κονσέρτα κιθάρας, φάνηκε περισσότερο ενημερωμένος για τα του οίκου μας απ’ ό,τι αρχικά είχα πιστέψει. Και πρέπει να πω ότι στη συνέχεια υπήρξε απέναντί μου αρκετά οξύς – για να μη πω καυστικός – όταν διαπίστωσε πως προσπαθούσα να δικαιολογήσω τις αναρτήσεις, με το επιχείρημα πως λίγο ως πολύ και οι καλλιτέχνες των άλλων οργάνων αρέσκονται να δημοσιεύουν ανάλογα κείμενα προβάλλοντας κάτι παραπάνω από αυτό που στην πραγματικότητα είναι.
–  “Συνηθισμένη πρακτική όλων των καλλιτεχνών η επιλογή μιας ρετουσαρισμένης φωτογραφίας, μιας μονταρισμένης ηχογράφησης ή ενός παραφουσκωμένου βιογραφικού. Χώρια οι απανωτές δημοσιεύσεις στα ΜΜΕ ανάλογα με τις γνωριμίες και τις διασυνδέσεις του καθενός τους. Που βρίσκεις δηλαδή τελικά το πρόβλημα για μια υπερβολή κάποιων κιθαριστών?”

Ο συνομιλητής μου χωρίς διάθεση υποχώρησης επανέφερε συνεχώς τη συζήτηση τονίζοντάς μου τις λέξεις “σοβαρό καλλιτεχνικό επίπεδο”. Οι αιχμές που άφηνε περιστρεφόντουσαν γύρω από τις γνώσεις, την συμπεριφορά και την καλλιέργεια που διακρίνει τους επαγγελματίες κιθαριστές σε σχέση με αυτούς των άλλων οργάνων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που πρόβαλλε ήταν η προέλευση της κιθάρας, το ρεπερτόριό της, η Παιδεία των εκτελεστών και η καλλιτεχνική τους συνείδηση, καταλήγοντας πάντοτε στην έλλειψη “σοβαρού καλλιτεχνικού επιπέδου”
–  “Τελικά τι είσθε? Πως ζείτε? Ως μουσικοπαιδαγωγοί ή ως διασκεδαστές?” ήταν κάποιες ωμές ερωτήσεις που απερίφραστα μου εκτόξευε, φροντίζοντας μάλιστα να αναφέρει ως παράδειγμα και κάποια ονόματα κιθαριστών.
–  “Μα αυτό ίσως είναι και το μεγαλείο του οργάνου. Οι δυνατότητες που έχει να συμμετέχει σε όλα τα είδη της μουσικής. Όργανο πολυφωνικό, πολυσύνθετο, πολυδιάστατο, δημοφιλέστατο, μοναδικό στο να ανταποκρίνεται σε όλους τους ρόλους!”

Ήταν φανερό ωστόσο πως ο μαέστρος οδηγούσε τη συζήτηση στην κατεύθυνση που επεδίωκε, να με πείσει δηλαδή πως η πλειονότητα των   κλασικών κιθαριστών είναι χαμηλότερου επιπέδου μουσικοί, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα και την ανάλογη συμπεριφορά τους στις εκτελέσεις των έργων, στην ύλη που διδάσκουν στα ωδεία, στον τρόπο που προβάλλονται.
– “ Ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι το όργανό σας έχει ρίζες λαϊκές, συνδεδεμένο από παλιά με τη συνοδεία και το τραγούδι που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους. Ίσως οφείλεται στην αγορά, επειδή είναι πολύ φτηνότερο από τα υπόλοιπα όργανα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ακόμη και ο χαμηλός ήχος που σας υποχρεώνει στη χρήση μικροφώνου ή το φτωχό ρεπερτόριο που σας αναγκάζει να παίζετε μεταγραφές, χώρια η δυσκολία σας να συμπράξετε με ορχήστρες ή μουσικά σύνολα, γεγονός που σας απομονώνει. Από ό,τι έχω διαπιστώσει ως τώρα, ελάχιστοι είναι οι κιθαριστές με σοβαρή μουσική κατάρτιση και καλλιέργεια”.
–  “Δεν θα συμφωνήσω με όλα τα παραπάνω. Συγκριτικά με τα άλλα όργανα, το επίπεδο της κιθάρας στην Ελλάδα είναι το υψηλότερο θα έλεγα, αν μετρήσει κάποιος τα ονόματα με πραγματική διεθνή σταδιοδρομία ή τα διεθνή βραβεία που κατά καιρούς έχουν αποσπάσει οι έλληνες κιθαριστές στο εξωτερικό. Και αν πράγματι είναι αλήθεια πως στερηθήκαμε την κληρονομιά μεγάλων συνθετών των περασμένων αιώνων, αυτό δεν μας εμπόδισε να δημιουργήσουμε αξιόλογες Σχολές κιθάρας που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από τις φημισμένες της αλλοδαπής”.

Ειπώθηκαν πολλά ακόμη που δεν μπορώ να τα συμπεριλάβω στο κείμενο αυτό, καλύπτοντας έτσι τη συζήτηση μιας περίπου ώρας και ούτε ξέρω αν κατάφερα τελικά να μεταπείσω τον συνομιλητή μου ή τουλάχιστον να κλονίσω σε μεγάλο βαθμό τη βεβαιότητα που είχε για το μουσικό μας επίπεδο.
Είναι προφανές πως σε μια συζήτηση κανείς δεν σηκώνεται από το τραπέζι αποδεχόμενος στο έπακρο τις αντίθετες απόψεις. Από την άλλη ωστόσο είναι βέβαιο πως η ίδια συνομιλία – όταν γίνεται καλοπροαίρετα και δεν εκτραχύνεται – να δημιουργεί οπωσδήποτε κάποιους προβληματισμούς και στους δυο συνομιλητές, κάποιες σκέψεις διαφορετικές ‘ένθεν κακείθεν’.
Στην προκειμένη περίπτωση φαντάστηκα πως πολλά από τα επιχειρήματα του μαέστρου δεν ήταν ασφαλώς αυτοσχέδια της στιγμής εκείνης, αλλά απόψεις σε συνομιλίες που θα είχε κάνει ο ίδιος και με άλλους μουσικούς για την κιθάρα στην Ελλάδα. Και αυτό δυστυχώς είναι άδικο αφού υποθέτω πως δεν θα υπήρξε ποτέ κάποιος αντίλογος…

Η αποτίμηση – υποτίμηση του οργάνου μας από καλλιτέχνες άλλων οργάνων δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρο συναίσθημα για μένα.
Μιλώντας πάντα για την κλασική κιθάρα και τις δραστηριότητες που έχουμε είτε σε αίθουσες συναυλιών είτε σε χώρους διδασκαλίας, είναι διαπιστωμένο πως κάθε φορά όλο και κάποιο πρόβλημα θα προκύψει με τους γύρω μας:  Ο ωδειάρχης που θα μας παραχωρήσει την δευτεροκλασάτη αίθουσα διδασκαλίας, ο πιανίστας που θα έχει τον πρώτο λόγο στη κατάρτιση της μαθητικής συναυλίας, η επιτροπή σε διεθνές φόρουμ που δεν θα συμπεριλαμβάνει κιθαριστή, ο μαέστρος που εκνευρίζεται με το μικρόφωνο στο κονσέρτο και ο τεχνικός για την άποψη που έχουμε στον ήχο και δεν τον ‘αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του’.
Επί πολλές δεκαετίες διαπίστωνα πως σπάνιζαν οι περιπτώσεις μουσικών σε θέσεις κλειδιά (διευθυντές, σύμβουλοι, προγραμματιστές), οι οποίοι θα αντιμετώπιζαν με την ίδια συμπεριφορά τους σολίστες της κιθάρας όπως συνήθιζαν να αντιμετωπίζουν τους σολίστες των άλλων οργάνων.
Σκεπτόμουνα για παράδειγμα τα ελάχιστα ρεσιτάλ κιθάρας που φιλοξενούν κάθε χρόνο τα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης – για να μη μιλήσω για κονσέρτα με ορχήστρα – σε σύγκριση με αυτά των άλλων οργάνων, τη στιγμή που κατά γενική παραδοχή έχουμε εξαίρετους νέους σολίστες της κιθάρας που πασχίζουν να τους δοθεί μια ευκαιρία για να ακουστούν σε μια καταξιωμένη αίθουσα.
Υπάρχει κάποια προκατάληψη? Κάποια σύγχυση για την αξία του οργάνου? Κάποια εδραιωμένη άποψη για την ποιότητα των κιθαριστών που ταυτίζεται με αυτή του μαέστρου?
Από την άλλη ωστόσο, σκεπτόμουνα και το ενδεχόμενο αυτή η άποψη που πλανάται γύρω μας να μην είναι εντελώς τυχαία. Αναρωτιέμαι με άλλα λόγια μήπως πράγματι συμβάλλουμε και εμείς οι ίδιοι με τη συμπεριφορά μας δίνοντας δικαιώματα, ή όπως λένε “βγάζουμε τα μάτια με τα ίδια μας τα χέρια”.
Πόσο σοβαρά δηλαδή μπορεί να μας πάρει κάποιος όταν διαβάζει σε αναρτήσεις στο διαδίκτυο για τόσους πια ‘διεθνούς φήμης κιθαριστές’ για ‘παγκόσμιες ακτινοβολίες’ για ‘διάσημους προέδρους’ για ‘θρυλικές κιθάρες’ για ‘τα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου’ για “παγκόσμιες κιθαριστικές ορχήστρες” και άλλα ηχηρά παρόμοια, στομφώδη και ιλαρά…

Ευάγγελος Ασημακόπουλος
Σεπτέμβριος 2018

Posted in Uncategorized | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Antonio Lauro (1917 – 1986)


Την περασμένη Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017  δεν παρέλειψα να στείλω μέσω του YouTube δυο λόγια στην κόρη του Αντόνιο Λάουρο, την Ναταλία, έτσι για να τιμήσω την επέτειο των 100 χρόνων από την γέννηση του πατέρα της,  που υπήρξε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της κιθάρας στη Λατινική Αμερική. Σήμερα μάλιστα, μια εβδομάδα αργότερα, γράφω και λίγες γραμμές στο Blog μου, αφού αισθάνομαι πως θα ήταν άδικο να περάσει απαρατήρητη από τους φίλους της κιθάρας η επέτειος από την γέννηση αυτού του εμβληματικού συνθέτη και κιθαριστή.
Την Ναταλία Λάουρο δεν την γνωρίζω προσωπικά και για να είμαι ειλικρινής ούτε και που ήξερα πως από τα βαλς του Antonio Lauro που χρόνια τώρα έχω στο ρεπερτόριό μου, το κομμάτι “Natalia” ήταν γραμμένο από τον πατέρα της για την ίδια, μέχρι που πριν από ένα χρόνο με ξάφνιασε ένα συγχαρητήριο μήνυμά της στο YouTube για τα πέντε βαλς που είχα ‘ανεβάσει’ εκεί.

Γεννημένος στο Σιουδάδ Μπολιβάρ της Βενεζουέλας, ο Αντόνιο Λάουρο πήρε τα πρώτα μαθήματα κιθάρας από τον Ιταλικής καταγωγής κουρέα πατέρα του, αλλά όταν αυτός πέθανε ξαφνικά η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισε και εγκαταστάθηκε οριστικά στην πρωτεύουσα. Στο Καράκας ο Αντόνιο σπούδασε πιάνο και σύνθεση με τον Βισέντε Σόχο και κλασική κιθάρα με τον Ραούλ Μποργκές στην εκεί Μουσική Ακαδημία.
Στην τάξη του Μποργκές, ο Αντόνιο Λάουρο είχε ως συμμαθητές, τους μετέπειτα γνωστούς κιθαριστές Ροδρίγκο Ριέρα, Χοσέ Κισνέρος και Αλίριο Ντίαζ. Ο τελευταίος μάλιστα, ο οποίος έκανε και παγκόσμια καριέρα ως σολίστ κιθάρας, προώθησε τη μουσική του Λάουρο μέσα από τα ρεσιτάλ, τις συναυλίες και τους δίσκους του, αλλά και με τη φροντίδα της δακτυλοθεσίας των έργων του σε εκδόσεις γνωστών Μουσικών Οίκων.
Χάρις στον Αλίριο Ντίαζ που υπήρξε στην εποχή του κορυφαίο όνομα του οργάνου, η φήμη του Αντόνιο Λάουρο εξαπλώθηκε και πέρα από τα σύνορα της Λατινικής Αμερικής.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί πως ο Λάουρο εμφορούμενος από πατριωτικά ιδεώδη και δημοκρατικά αισθήματα, εναντιώθηκε έμπρακτα στη δικτατορία του στρατηγού Χιμένεθ το 1948, με αποτέλεσμα να φυλακισθεί κατά τη διάρκεια του χουντικού καθεστώτος της Βενεζουέλας. Μέσα στη φυλακή συνέχισε να συνθέτει αλλά και αργότερα μετά την αποφυλάκισή του οι μουσικές του δραστηριότητες συνεχίστηκαν με εμφανίσεις, διδασκαλία, ηχογραφήσεις και εκδόσεις.
Ο Αντόνιο Λάουρο λίγο πριν το θάνατό του το 1986 τιμήθηκε με το ‘Εθνικό Βραβείο της Μουσικής’, την μεγαλύτερη καλλιτεχνική διάκριση της πατρίδας του.

Η αλήθεια είναι, πως αρκετοί συνθέτες της Λατινικής Αμερικής παρέμειναν άγνωστοι στον υπόλοιπο μουσικό κόσμο τις περασμένες δεκαετίες. Ωστόσο με την εξαίρεση του Villa-Lobos και του Ponce που απέκτησαν εν ζωή διεθνή αναγνώριση, υπήρξαν ονόματα συνθετών-κιθαριστών, όπως οι Barrios, Lauro, Sojo, Borges, Riera ή Pernambuco οι οποίοι καταξιώθηκαν μετά τον θάνατό τους.
Κατά την προσωπική μου άποψη, ο λόγος αυτής της ‘αδικίας’ οφείλεται κυρίως στην άρνηση του παντοδύναμου τότε Αντρές Σεγκόβια, να συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του φολκλορικά ή φτηνιάρικα, όπως τα χαρακτήριζε, κομμάτια. Ο φόβος του Ισπανού καλλιτέχνη πήγαζε από το γεγονός πως αν μη τι άλλο, τα κομμάτια αυτά θα επιβεβαίωναν την αντίληψη πως η κιθάρα είναι το ‘λαϊκό’ όργανο που η ομορφιά του περιορίζεται μόνο στα φλαμέγκος και στα ‘λάτιν’ – μια αντίληψη που ακόμα και στις μέρες μας δεν έπαψε να κυριαρχεί σε πολύ κόσμο.
Βέβαια, και για να μην αδικήσω τον Σεγκόβια, είναι γεγονός πως και ο ίδιος έζησε αφάνταστες ταλαιπωρίες, σαρκασμούς και ταπεινώσεις μέχρι την καθιέρωσή του οργάνου στις δεκαετίες του 1960 και του’70, αφού όμως πρώτα πέρασε από ‘χίλια μύρια κύματα’.
Ωστόσο ο κορυφαίος ισπανός καλλιτέχνης συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα αρκετών συναυλιών του το βαλς Νο.3 ή Vals Criolo όπως είχε εκδοθεί, τη γνωστή δηλαδή “Natalia” την οποία και ηχογράφησε σε δίσκο με την εταιρεία DECCA.

Στις μέρες μας που η κιθάρα έχει πάρει τη θέση που δικαιούται μέσα στις Ακαδημίες και τα Πανεπιστήμια, τις συμφωνικές ορχήστρες και τα κοντσέρτα από νέους σολίστες, τα διεθνή φεστιβάλ και τους εκατοντάδες συνθέτες που γράφουν έργα γι’ αυτή, ασφαλώς η εικόνα της είναι εντελώς διαφορετική αφού μετά την καθιέρωσή της ως όργανο ‘συναυλιακό’, το ρεπερτόριό της εκτείνεται από τη μπαρόκ μουσική μέχρι τη τζαζ και από τα λάτιν μέχρι τις σύγχρονες τάσεις.

Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου για τον Αντόνιο Λάουρο θέλω να επισημάνω πως τα περισσότερα έργα του – ιδιαιτέρως απαιτητικά –βασίζονται σε μοτίβα και χορούς της πατρίδας του και κυριαρχούνται από δυναμισμό, λυρισμό και εκφραστικότητα μέσα από τους έντονους ημιόλιους ρυθμούς της Λατινικής Αμερικής.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                            (Αύγουστος του 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

ΠΑΤΡΑ 2017 Μια ανασκόπηση του 26ου Φεστιβάλ Κιθάρας

Συνηθίζω, χρόνια τώρα, να κάνω ένα μικρό απολογισμό μετά τη λήξη του Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα. Έναν απολογισμό στον απόηχο αυτού του τετραήμερου των εκδηλώσεων, έτσι για να γραφούν δυο λόγια γύρω από τις συναυλίες, τις διαλέξεις, τα μαθήματα, τα Master Classes και τους διαγωνισμούς, γύρω από τους καλλιτέχνες και τους σπουδαστές που έλαβαν μέρος και επίσης δυο λόγια για τις εντυπώσεις που άφησε πίσω της αυτή η ετήσια κιθαριστική γιορτή.

Θα πρέπει πρώτα ωστόσο να επισημάνω, και μάλιστα με μεγάλη ικανοποίηση, πως η ερώτηση που συχνά δεχόμαστε από τους ενδιαφερόμενους για το Φεστιβάλ δεν είναι άλλη από το “ποιους έχουμε καλέσει φέτος στην Πάτρα”!
Η ερώτηση δεν σχετίζεται δηλαδή με το αν πρόκειται να γίνει ή όχι και φέτος το φεστιβάλ ή δεν αφορά στην εποχή, τις ημέρες, το χώρο, τη διάρκεια, ή στις ώρες των εκδηλώσεων. Όλα αυτά είναι γνωστά πια και θεωρούνται δεδομένα.
Το μόνο ζήτημα που τους ενδιαφέρει είναι ποιοι από τους επώνυμους είναι φέτος οι προσκαλεσμένοι.
Είναι πράγματι αυτή η ερώτηση ενδεικτική της καθιέρωσης αυτού του Φεστιβάλ αλλά είναι ταυτόχρονα και μια ικανοποίηση για μας που διοργανώνουμε αυτόν το θεσμό για 26 συνεχόμενα χρόνια, ένα θεσμό από τους μακροβιότερους παγκοσμίως.

Η “Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών” που φιλοξενεί κάθε χρόνο το Φεστιβάλ, διαθέτει όλους τους άνετους χώρους διδασκαλίας αλλά και μια από τις καταλληλότερες για κιθάρα αίθουσες συναυλιών. Στους χώρους αυτούς οι εκλεκτοί καλλιτέχνες που επιλέγουμε κάθε φορά, μεταφέρουν μέσα από τη διδασκαλία τους, τις διαλέξεις, τα Master Classes και τις συναυλίες τους, τις γνώσεις και την εμπειρία τους στους σπουδαστές κάθε επιπέδου και κάθε ηλικίας.
Η Λίζα κι εγώ φροντίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις ώστε οι προσκαλεσμένοι καλλιτέχνες που συμμετέχουν αφιλοκερδώς, να επιβεβαιώνουν με την ποιότητά τους, πως το ετήσιο Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα είναι ένα γεγονός υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών.
Χωρίς μεγαλοστομίες, βερμπαλισμούς και φανφάρες, θέλουμε να παραμείνει ένα καλλιτεχνικό ραντεβού που κάθε χρόνο συγκεντρώνει περισσότερους από 100 σπουδαστές από κάθε γωνιά του τόπου και ένας αυτοχρηματοδοτούμενος θεσμός που προσφέρει εμπειρία, γνώση, ενημέρωση, κατάρτιση, προβληματισμό και ψυχαγωγία.
Θα σταθώ λίγο στα παραπάνω ώστε να υπογραμμίσω το γεγονός της αυτοχρηματοδότησης, της έλλειψης δηλαδή χορηγίας από οποιονδήποτε φορέα (Υπουργείο, Δήμο, Οργανισμό, Ίδρυμα, Σύλλογο κλπ.), με μοναδική προσφορά τα βραβεία των διαγωνισμών από τον κατασκευαστή Παύλο Γύπα και τον Μουσικό Οίκο Παπαγρηγορίου – Νάκα τους οποίους και ευχαριστούμε θερμά.

Master Class από τους Vladimir Gorbach και Sabrina Vlaskalic

Περνώντας τώρα στις Συναυλίες, θα ξεκινήσω πρώτα με το ρεσιτάλ του Ρώσου Vladimir Gorbach που δικαίωσε κατά τον καλύτερο τρόπο τη φήμη που τον ακολουθεί. Είναι ένας ώριμος καλλιτέχνης που διαθέτει όλα εκείνα τα προσόντα που του επιτρέπουν να ανταποκρίνεται στα πιο απαιτητικά έργα της κιθαριστικής φιλολογίας: με μια άρτια τεχνική, με ένα ήρεμο νευρικό σύστημα, με κατασταλαγμένες ερμηνείες και με έναν πολύμορφο κατεργασμένο ήχο, κερδίζει με την παρουσία του ακόμα και τον αυστηρότερο κριτή. Ένας καλλιτέχνης σεμνός που δεν “το παίζει” αλλά μπορεί και παίζει υπέροχα, εντυπωσιακά, συγκινησιακά.

Χωρίς να έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάποια από την τάξη του στα Master Class που δίδαξε, πληροφορήθηκα πως το μάθημά του άφησε άριστες εντυπώσεις για την επικοινωνία και τη βοήθεια που προσέφερε στους σπουδαστές του.
Να προσθέσω εδώ πως μόλις πριν δυο δεκαετίες, η Ρωσία, μια χώρα –πηγή δημιουργίας κορυφαίων μουσικών (πιάνου, βιολιού, τσέλου, ορχηστρών κλπ), δεν διέθετε Σχολή κιθάρας ικανή να συγκριθεί με αυτές των ευρωπαϊκών ή αμερικάνικων. Οι παρουσίες του Vladimir Gorbach φέτος καθώς και του συμπατριώτη του Anton Baranov πέρυσι στο Φεστιβάλ της Πάτρας, ανατρέπουν τα δεδομένα αυτά.

 

Ο Ρώσος βιρτουόζος Vladimir Gorbach στο ρεσιτάλ του Σαββάτου

Η γνωστή μας από προηγούμενες εμφανίσεις της στην Πάτρα Sabrina Vlaskalic επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνίας της. Θεωρώ πως η πολυβραβευμένη Σέρβα κιθαρίστρια συγκαταλέγεται σήμερα στις κορυφαίες της γενιάς της. Τόσο το ρεσιτάλ όσο και το Master Class που πραγματοποίησε άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις.

   Η δεξιοτέχνης Sabrina Vlaskalich από τη Σερβία, στην κατάμεστη   αίθουσα           συναυλιών της Φιλαρμονικής Εταιρίας Ωδείου Πατρών

Εξαιρετικές εντυπώσεις όμως άφησαν και τα ρεσιτάλ της Παρασκευής από τους νέους Έλληνες κιθαριστές Βασίλη Δίγκο και Θοδωρή Θεοδωρούδη. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους (21 ετών ο πρώτος και μόλις 17 ο δεύτερος), εντυπωσίασαν και οι δυο τους με την άψογη τεχνική και την ωριμότητα του παιξίματός τους. Συγχρόνως δε, με την εμφάνισή τους αυτήν, δικαίωσαν κι εμάς τους ίδιους για την επιλογή μας να τους προσκαλέσουμε στο Φεστιβάλ.

Θοδωρής Θεοδωρούδης και Βασίλης Δίγκος: Εξαιρετικές εντυπώσεις τα ρεσιτάλ τους

Η Κυριακή, τρίτη μέρα των ρεσιτάλ, ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στους καλλιτέχνες μας από τη Θεσσαλονίκη. Το γνωστό κιθαριστικό ντουέτο Κυριακή Κόντη – Θανάσης Παύλου κάλυψε όλο το πρώτο μέρος με έργα Ελλήνων συνθετών για κιθάρα, ενώ στο δεύτερο μέρος πλαισιωμένοι από την Ελένη Μιχαλοπούλου (τραγούδι) και Παναγιώτη Κελέκη (φλάουτο), απέδωσαν και πάλι έργα Ελλήνων συνθετών (Χατζιδάκι – Θεοδωράκη) σε δικές τους διασκευές για κιθάρα.
Τόσο το ντουέτο με το εξαιρετικό ανσάμπλ και τον εκλεπτυσμένο ήχο όσο και το Κουαρτέτο με την λαμπρή παρουσία των Μιχαλοπούλου-Κελέκη, δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα συγκίνησης που απλώθηκε στην αίθουσα και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.

Το ντουέτο Κυριακή Κόντη – Θανάσης Παύλου σε έργα Ελλήνων συνθετών

Την Κυριακή ωστόσο είχε προηγηθεί η διάλεξη του Καθηγητή Μουσικής Σπύρου Δελέγκου με θέμα “ο ρόλος της κιθάρας στην ελληνική αστική λαϊκή μουσική του Μεσοπολέμου”, ένα θέμα ενδιαφέρον για όσους εξειδικεύονται στην μορφή της μουσικής αυτής, την οποία και ανέπτυξε διεξοδικά και εμπεριστατωμένα ο ομιλητής.

Από τη διάλεξη του Καθηγητού Μουσικής Σπύρου Δελέγκου

Δυο κιθάρες, τραγούδι και φλάουτο: Μια ατμοσφαιρική Συναυλία από τους καλλιτέχνες της συμπρωτεύουσας

Η Δευτέρα, που είναι και η ημέρα των διαγωνισμών, ήταν χωρίς αμφιβολία η πλέον κουραστική για τα μέλη της επιτροπής και ιδίως για τους ξένους καλλιτέχνες, την Sabrina Vlaskalic και τον Vladimir Gorbach. Αφού δίδαξαν σε Master Class τρεις συνεχείς ώρες, αμέσως μετά κάθισαν στο τραπέζι της επιτροπής για να ακούσουν επί 9 ώρες περισσότερους από 50 διαγωνιζόμενους στις τρεις Κατηγορίες!
Την φετινή επιτροπή του διαγωνισμού και για τις τρεις Κατηγορίες αποτελούσαν οι: Vladimir Gorbach (Πρόεδρος), Sabrina Vlaskalic, Γιάννης Πετρίδης, Μανώλης Βροντινός και Ρένα Σκλάβου.

Η επιτροπή του διαγωνισμού για όλες τις Κατηγορίες από αριστερά προς τα δεξιά:
Γιάννης Πετρίδης,
Sabrina Vlaskalic, Vladimir Gorbach, Μανώλης Βροντινός, Ρένα Σκλάβου

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ανά Κατηγορία ήσαν τα εξής:

Κατηγορία Α

1 Γισδάκης Δημήτρης                                          Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Βουτυράς Άγγελος                                            Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Λάζαρη Ιωάννα                                                 Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Παστός Αναστάσιος                                         Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Πετρίδης Λεωνίδας                                          Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
6 Παπαδημητρίου Καριοφυλλιά                       Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
7 Χατζή Αγγελική                                                 Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
8 Γκότσης Άγγελος                                              ΕΠΑΙΝΟΣ
9 Καννά Μαγδαληνή-Μαρία                             ΕΠΑΙΝΟΣ
10 Λάζαρη Θεοδώρα                                           ΕΠΑΙΝΟΣ
11 Μπελέζου Δήμητρα-Αθηνά                           ΕΠΑΙΝΟΣ

Κατηγορία Β

1 Φίλιππας Γιάννης                                               Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Ζαχαράκης Παναγιώτης                                  Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Μιχαηλίδης Γιάννης                                          Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Θεοδωρούδη Έλενα                                          Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Νικολακοπούλου Κωνσταντίνα                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
6 Παπαθανάσης Θωμάς                                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
7 Βούζης Αλέξης                                                    ΕΠΑΙΝΟΣ
8 Ζίνδρος Ορφέας                                                ΕΠΑΙΝΟΣ
9 Κυρίτσης Άγγελος                                             ΕΠΑΙΝΟΣ
10 Τυπάλδου Καλλιόπη                                       ΕΠΑΙΝΟΣ

Κατηγορία Γ

1 Μανωλκίδης Κωνσταντίνος                            Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Αγιάνογλου Σαράντης                                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Κυδωνιάτης Ιάσoνας                                        Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Μητρούσης Ιωάννης                                        Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Μπακαστάθης Ορέστης                                   ΕΠΑΙΝΟΣ
6 Παπαδημητρίου Κωνσταντίνος                     ΕΠΑΙΝΟΣ

ΣΗΜ: Στα Βραβεία και τους Επαίνους τα ονόματα παρατίθενται με αλφαβητική σειρά

Από τη διάλεξη της Λίζας Ζώη που τίμησε την προσφορά της Ίντα Πρέστι και του Αντρές Σεγκόβια αφού φέτος κλείνουν 50 & 30 χρόνια από το θάνατό τους αντίστοιχα.

Άφησα τελευταία τη διάλεξη της Λίζας Ζώη, μια ενδιαφέρουσα διάλεξη την οποία αναδημοσίευσε ολόκληρη η εφημερίδα «ΤΟ «ΒΗΜΑ» από τις ιστοσελίδες του στις 26 Απριλίου 2017 και την οποία μπορείτε να δείτε στο παρακάτω λινκ:

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=876082

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                                    (Απρίλιος 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Andrés Segovia και Ida Presti

Το κείμενο της διάλεξης που έκανε η Λίζα Ζώη  στο Φεστιβάλ του “Σύγχρονου Ωδείου Κρήτης” στις 2 Απριλίου και στο Φεστιβάλ της Πάτρας στις 8 Απριλίου 2017

Τιμώντας τη μνήμη του Αντρές Σεγκόβια και της Ίντα Πρέστι
για τη συμβολή τους στην καθιέρωση του οργάνου

Με τη σημερινή ομιλία μου θέλω να τιμήσω τη μνήμη δυο κορυφαίων κιθαριστών του 20ού αιώνα, της Ida Presti και του Andres Segovia, αφού φέτος θυμίζω, πως συμπληρώνονται 50 και 30 χρόνια αντίστοιχα από τον θάνατό τους.
Αισθάνθηκα μάλιστα πως αποτελούσε κι ένα προσωπικό μου χρέος να τιμήσω με μια ομιλία αυτούς τους δυο μεγάλους καλλιτέχνες που υπήρξαν και δάσκαλοί μου και παράλληλα να αναφερθώ σε γεγονότα γύρω από τη ζωή τους που εγώ και ο Ευάγγελος ζήσαμε από κοντά.
Αυτά τα γεγονότα είναι χρήσιμο να τα πληροφορούνται ειδικά οι νέοι, έτσι ώστε να σχηματίσουν πληρέστερα μια εικόνα για τους καλλιτέχνες μέσα από την εποχή που έζησαν.
Θυμίζω λοιπόν πως η Ίντα Πρέστι πέθανε ξαφνικά σε ηλικία μόλις 43 ετών στις 24 Απριλίου του 1967 από ανεύρυσμα αορτής, ενώ 20 χρόνια αργότερα στις 2 Ιουνίου 1987 και σε βαθιά γεράματα ‘έφυγε’ ο Αντρές Σεγκόβια σε ηλικία 94 ετών.

 

 

 

 

 

 

Μετά τη σύντομη αυτή εισαγωγή και περνώντας πρώτα στην Πρέστι, θέλω να παραθέσω κάποια στοιχεία από το βιογραφικό της που ίσως δεν είναι γνωστά:
Η Ίντα Πρέστι γεννήθηκε το 1924 στην Κορσική από τον Γάλλο Κλωντ Μοντανιόν και την Ιταλίδα Όλγα Λοπρέστι.

Η Ιβέτ Ίντα Μοντανιόν λοιπόν, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια χαρισματική κιθαριστική περίπτωση, ως ένα σπάνιο ταλέντο.
Πράγματι, η μικρή Ίντα κάνει το ντεμπούτο της στο Παρίσι ως παιδί-θαύμα σε ηλικία 10 ετών, ενώ αμέσως μετά, στα 11 χρόνια της, ερμηνεύει το κονσέρτο του Τζουλιάνι με την ορχήστρα της γαλλικής ραδιοφωνίας.

 

 

 

 

Το 1938, μόλις 14 ετών, η Ίντα Πρέστι ηχογραφεί τους πρώτους της δίσκους ενώ παράλληλα εμφανίζεται σε συναυλίες στις κυριότερες πόλεις της Ευρώπης. Η εκπληκτική της τεχνική, η πηγαία μουσικότητα και απαράμιλλος ήχος της εγκωμιάζονται τόσο από το κοινό και τους κριτικούς όσο και από τον καθιερωμένο τότε Αντρές Σεγκόβια.
Η Ίντα Πρέστι απέκτησε από τον πρώτο γάμο της μια κόρη την Ελίζαμπεθ και από τον δεύτερο το 1952 με τον κιθαριστή Αλέξανδρο Λαγκόγια, ένα γιό, τον Σιλβάν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το ντουέτο κιθάρας της Ίντα Πρέστι και του Αλεξάντρ Λαγκόγια, πραγματοποιεί τις πρώτες περιοδείες στην Ευρώπη και την Αμερική, γνωρίζοντας μια θριαμβευτική υποδοχή παντού όπου εμφανίζεται.
Στην επόμενη δεκαετία του 1960, το διάσημο πια Duo Presti – Lagoya περιοδεύει σε όλον τον κόσμο, καθιερώνοντας αυτό το ‘καινούργιο’ είδος της μουσικής των έργων για 2 κιθάρες και ταυτίζοντας παράλληλα το όνομά τους με τη φόρμα αυτή.

Γνωστοί συνθέτες όπως ο Ροντρίγκο, ο Τεντέσκο, ο Πουλένκ, ο Πετί, ο Ζολιβέ, αφιερώνουν στους Πρέστι-Λαγκόγια συνθέσεις τους, οι οποίες παράλληλα με αρκετές έξοχες μεταγραφές που κάνει το ντουέτο, ηχογραφούνται σε δίσκους που προκαλούν τον θαυμασμό και τη συγκίνηση.
Δυστυχώς για την ιστορία του ντουέτου, για τον κόσμο της κιθάρας, δυστυχώς για την ίδια την Τέχνη, η Ίντα Πρέστι πεθαίνει εντελώς ξαφνικά τον Απρίλιο του 1967 στο νοσοκομείο του Ρότσεστερ στην Αμερική, όπου είχε εσπευσμένα διακομισθεί μετά το κονσέρτο που τη βραδιά εκείνη είχαν δώσει στην ίδια πόλη.

Στην πολύ σύντομη ζωή της η Ίντα Πρέστι αξιώθηκε να γνωρίσει τη δόξα (όχι βέβαια αυτή που της αναλογούσε) μέσα από τις αλλεπάλληλες συναυλίες, τις περιοδείες, τους δίσκους, τις συνθέσεις, τις μεταγραφές, τις εκδόσεις και τα Master Classes.

Υπήρξε ένας χαρακτήρας ευγενικός, ευχάριστος και αυθόρμητος. Τα ταλαιπωρημένα παιδικά της χρόνια και ο άτυχος πρώτος της γάμος, της διαμόρφωσαν μια απλή και προσιτή συμπεριφορά, μια οικειότητα που συναντάς μόνον στους αληθινούς ανθρώπους που δεν υποκρίνονται να εμφανίσουν κάτι το διαφορετικό.
Αυτό το μικροκαμωμένο πλάσμα με τη φλογερή ματιά και το σπάνιο ταμπεραμέντο, ήταν μια ξεχωριστή κιθαρίστρια. Παίζοντας τις πρώτες νότες, το πρόσωπό της έπαιρνε μια έκφραση παράξενα εμπνευσμένη, τα μικρά της δάχτυλα φαινόντουσαν τεράστια, ενώ απ’ τα σπλάχνα της συχνά πυκνά έβγαινε μια υπόκωφη βαριά ανάσα. Χτυπώντας τις χορδές από τη δεξιά μεριά του νυχιού άκουγες έναν ήχο σπάνιο, κρυστάλλινο και παράλληλα μεστό που δεν ταίριαζε με κανενός άλλου σολίστα στον κόσμο, ένας ήχος που δημιούργησε τελικά Σχολή εκείνα τα χρόνια.

Φέτος, 50 χρόνια μετά το θάνατό της, ανακαλούμε στην μνήμη μας αυτή την ξεχωριστή προσωπικότητα της μουσικής, που με το παίξιμο και τη διδασκαλία της δημιούργησε χιλιάδες νέους φίλους της κιθάρας, ενέπνευσε αξιόλογους συνθέτες να γράψουν για το όργανο καινούργια έργα και τέλος καθιέρωσε και διέδωσε τη μουσική του ντουέτου.
Χωρίς αμφιβολία η Ida Presti υπήρξε όχι μόνον η κορυφαία κιθαρίστρια όλων των εποχών, αλλά μια σπάνια περίπτωση κιθαριστικής ιδιοφυίας που το πέρασμά της άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στο πάνθεον των ερμηνευτών του οργάνου.

Είχαμε συνδεθεί πολύ με την Ίντα Πρέστι και τον άντρα της τον Αλέξανδρο Λαγκόγια. Δυο χρόνια πριν το θάνατό της, το 1965, μας είχαν παντρέψει στην Nice της Γαλλίας στην Ορθόδοξη εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα.

Nice: Άγιος Σπυρίδωνας

 

 

 

 

 

 

Φυσικά δεν ήταν μόνο η κουμπαριά που μας συνέδεσε. Ήταν η γνωριμία και η σχέση μας που είχε ξεκινήσει επτά χρόνια νωρίτερα, ήταν τα μαθήματα που πήραμε απ’ αυτούς τέσσερα καλοκαίρια στην Ακαδημία της Nice, ήταν η έμπνευση που αντλούσαμε από το παίξιμό τους, ήταν η παρέα που κάναμε όταν πηγαίναμε οι τέσσερις μας σε κάποιο από τα κονσέρτα τους, ήταν η φιλία που οικοδομήθηκε.

1966: Academie Internationale d’ete

 

 

 

 

 

Μιλούσαμε πολύ με τον Λαγκόγια. Μιλούσαμε τη γλώσσα μας αφού ο ίδιος ήταν Έλληνας – Αλέκος Χατζηωάννου ήταν το όνομά του – γεννημένος από Έλληνες γονείς στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το ψευδώνυμο Λαγκόγια το χρησιμοποίησε απ’ τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Παρίσι και έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα πολυσύλλαβα ελληνικά ονόματα, δύσκολα προφέρονται από τους ξένους, δύσκολα αποθηκεύονται στη μνήμη τους.

Θυμάμαι την πρώτη μας γνωριμία στην Αθήνα το 1960, όταν για τις διακοπές τους το ζεύγος Πρέστι-Λαγκόγια επισκέφθηκε τη χώρα μας για πρώτη φορά και ο δάσκαλός μας ο Δημήτρης Φάμπας δεν έχασε την ευκαιρία, με το άκουσμα της είδησης, να τους προσκαλέσει για δείπνο στο σπίτι του.
Κάλεσε ακόμα τον Βαγγέλη κι εμένα, φώναξε και τον δάσκαλό του τον γέρο-Νίκο τον Ιωάννου και επίσης κάνα δυο φίλους του μουσικούς.
Ήταν γενναία και αξέχαστη η κίνηση του Φάμπα και ήταν μια μεγάλη βραδιά για όλους μας. Ήταν συγχρόνως και μια μοναδική ευκαιρία για μας που ήμασταν στα πρόθυρα του Διπλώματος, να γνωρίσουμε από κοντά δυο μεγάλα ονόματα της κιθάρας, να συζητήσουμε μαζί τους και να τους παίξουμε όπως μας είχε προϊδεάσει ο δάσκαλός μας.

1960: Οικία Δημήτρη Φάμπα

 

 

 

 

 

Φάνηκε μια έκπληξη στα πρόσωπά τους όταν πριν το φαγητό, παίξαμε πρώτα ο Βαγγέλης τη Chaconne του Bach και στην συνέχεια εγώ το Folie d’ Espagne του Ponce. Έκπληξη και ικανοποίηση, επειδή άκουσαν όπως είπαν ένα απροσδόκητα υψηλό επίπεδο που δεν περίμεναν να έχει η χώρα μας, κάτι που επανέλαβαν και αργότερα στη συζήτηση κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Τα επαινετικά τους λόγια αντανακλούσαν πρωτίστως στην διδασκαλία του Φάμπα του οποίου το πρόσωπο έλαμπε κυριολεκτικά από χαρά και δευτερευόντως σε μας τους δυο, που φορτωμένοι με άγχος από αυτή την πρωτόγνωρη δοκιμασία, χαλαρώσαμε στο τέλος με αυτή την τονωτική ένεση ηθικού και αυτοπεποίθησης που μας έκαναν.
Φυσικά και καταλάβαινα πως σε τέτοιες περιπτώσεις, μα και για λόγους ευγένειας ή αβροφροσύνης, δεν θα ήταν ασυνήθιστο να ειπωθούν δυο κουβέντες παραπάνω, αλλά η Πρέστι, χωρίς να της το ζητήσει κανείς (και αυτό είχε μεγάλη σημασία), έγραψε μια ιδιόχειρη αφιέρωση τόσο σε μένα όσο και στον Βαγγέλη, μια αφιέρωση που την ώρα εκείνη μας φάνηκε ένα ανεκτίμητο δώρο.
Σκέπτομαι τώρα πόσο ανάγκη έχει ένα νέο παιδί που κάνει όνειρα για το μέλλον του να δεχθεί μια τέτοια ενθάρρυνση, αλλά και πόσο επικίνδυνη αντίθετα μπορεί να αποβεί αυτή η ενθάρρυνση, αν δεν είναι αληθινή.
Η κίνηση της Πρέστι υπήρξε συμβολική, σημαδιακή θα έλεγα.
Το χειρόγραφό της με τις δυο αφιερώσεις, υπάρχει ακόμα σε κορνίζα στο Στούντιό μας, έτσι για να μας θυμίζει τη μορφή της, αλλά και τις μεγάλες στιγμές της δικής μας ζωής.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για την Ίντα Πρέστι και για ένα σωρό περιστατικά που θυμάμαι από τις ατέλειωτες ώρες που ζήσαμε μαζί, αφού από τη βραδιά εκείνη μέχρι το θάνατό της δεν πέρασε και κάποια χρονιά που να μη ειδωθούμε.
Ενδεικτικά ωστόσο ξεχωρίζω κάποιες στιγμές σημαντικές που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη μου, όπως ήταν λόγου χάρη το κονσέρτο με ορχήστρα που έδωσαν το άλλο καλοκαίρι – τον Ιούλιο του 1961 – στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο.
Ήταν σταθμός και ορόσημο εκείνη η βραδιά, επειδή ο ήχος της κιθάρας ακούστηκε για πρώτη φορά κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και ήταν ένας θρίαμβος για το απαξιωμένο ως τότε όργανο, αλλά ήταν και μια αναγνώριση για όλους εμάς που τα δύσκολα εκείνα χρόνια δίναμε μάχη κόντρα στην αμφισβήτηση και την άρνηση που εισπράτταμε από τον περίγυρο.

Χαραγμένο στη μνήμη μου ακόμα έχει μείνει και το τρακ που την κυρίευε πριν από τις συναυλίες, μια συμπεριφορά που για μας ήταν ανεξήγητη και κάθε φορά μας έκανε εντύπωση. Αυτή η σπάνια κιθαριστική προσωπικότητα που όταν ανέβαινε στο παλκοσένικο καθήλωνε το ακροατήριο με το δαιμονισμένο ταμπεραμέντο της, αυτή η πανίσχυρη αρχόντισσα του οργάνου, γινόταν αδύναμη και κάτωχρη πριν την εμφάνιση καπνίζοντας ασταμάτητα.
Ήταν μια διαπίστωση που επισημάναμε στα αλλεπάλληλα ρεσιτάλ που έδιναν τα καλοκαίρια σε διάφορες πόλεις, στα παράλια της Γαλλικής Ριβιέρα κατά τη διάρκεια της Ακαδημίας, όταν μας πρότειναν να τους συντροφεύουμε.
Στη πορεία για το κονσέρτο, ο Λαγκόγια που οδηγούσε ήταν αρκετά χαλαρός και ομιλητικός σε αντίθεση με την Πρέστι που καθόταν δίπλα του και παρέμενε αμίλητη και απρόσιτη σε όλη την διαδρομή. Το σκηνικό βέβαια άλλαζε εντελώς όταν επιστρέφαμε…

Όπως επίσης δεν ξεχνώ, σε μια από αυτές τις διαδρομές, εκείνο το αλησμόνητο ρεσιτάλ που έδωσαν στο Menton, την επαύριο του γάμου μας, όταν παίξαμε για 15 λεπτά πριν αρχίσουν το πρόγραμμά τους, αφού πρώτα μίλησαν για μας και μας παρουσίασαν στο κοινό ως διαδόχους τους. Ήταν μια προσφορά, μια γενναιόδωρη προσφορά που δεν συνηθίζεται εύκολα, μια χειρονομία που δεν έπαψα ποτέ να τη θυμάμαι με πολύ συγκίνηση.

1965: Festival de Menton

Για να μη κουράσω άλλο με τις αναμνήσεις μου για την Ίντα Πρέστι, ένα τελευταίο περιστατικό – πολύ σημαντικό όμως – που θέλω να αναφέρω ήταν οι τρίλιες με το δεξί χέρι που είχε εφεύρει η ίδια, μια τεχνική που το ντουέτο χρησιμοποιούσε στα έργα για 2 κιθάρες, αλλά ωστόσο αυτή η τεχνική παρέμενε μέχρι τότε εντελώς άγνωστη στον κόσμο της κιθάρας.
Στα χρόνια που μαθητεύσαμε μαζί τους στην Ακαδημία και μετά από αρκετή προσπάθεια καταφέραμε να αφομοιώσουμε και να χρησιμοποιούμε και εμείς πλέον στις εμφανίσεις μας αυτή την τεχνοτροπία καταργώντας σχεδόν τις τρίλιες με το αριστερό χέρι.
Αρκεί και μόνο να φέρω στη μνήμη μου την εντύπωση που έκανε στον Σεγκόβια αυτή η τεχνική – ο οποίος μάλιστα αιφνιδιασμένος δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή του – όταν του πρωτοπαίξαμε δυο Σονάτες του Σκαρλάτι, ένα περιστατικό στην Ακαδημία του Σαντιάγκο, το καλοκαίρι του 1968.
Η συνομιλία που ακολούθησε μέσα στην τάξη, το ενδιαφέρον και η λεπτομερής ανάλυση του δακτυλισμού της τρίλιας σε δυο χορδές με το δεξί χέρι, αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης συζήτηση και τις επόμενες ημέρες.
Όπως ήταν φυσικό, το περιστατικό αυτό στάθηκε και η αφορμή για να διαδοθεί αστραπιαία παντού στον κόσμο, η επαναστατική και ευφυής αυτή επινόηση της Ίντα Πρέστι, μια και όλοι οι σπουδαστές – σολίστες που παρακολουθούσαν τα μαθήματα στην τάξη του Σεγκόβια εκείνη τη χρονιά, μετέφεραν αυτή την τεχνική στην πατρίδα τους.

==============================================================

Ας μιλήσω τώρα για τον Αντρές Σεγκόβια μια και αναφέρθηκα σ’ αυτόν.
Λίγο ως πολύ το βιογραφικό του είναι γνωστό: Ο Αντρές Σεγκόβια Τόρρες όπως ήταν το όνομά του, υπήρξε ένας αυτοδίδακτος, όπως υποστήριζε, κιθαριστής που γεννήθηκε στο Λινάρες της Ανδαλουσίας τον 19ο αιώνα και έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ σε ηλικία 16 ετών.
Αντίθετα με την Πρέστι, ο Σεγκόβια δεν υπήρξε ποτέ παιδί – θαύμα, αλλά ούτε καν ένας ασυναγώνιστος δεξιοτέχνης που χρωστάει τη φήμη του σε ακροβατισμούς, ταχύτητες και εντυπωσιακά εφέ με την κιθάρα.
Αν για την Πρέστι η πρώτη σκέψη, ο πρώτος χαρακτηρισμός που μου ήλθε στο νου ήταν οι λέξεις ‘ένα σπάνιο ταλέντο’, για τον Σεγκόβια πιστεύω πως ταιριάζει ο τίτλος:‘ο θεμελιωτής της κλασικής κιθάρας’.
Πράγματι στον Σεγκόβια ο κόσμος της κιθάρας χρωστάει πάρα πολλά αφού η προσφορά του στο όργανο είναι ανεκτίμητη.
Υπήρξε ο καλλιτέχνης που για έναν ολόκληρο αιώνα – τον εικοστό – εργάσθηκε ακατάπαυστα και πέτυχε να καθιερώσει το υποτιμημένο μέχρι τότε λαϊκό όργανο, σε συναυλιακό: Έδωσε αμέτρητα ρεσιτάλ απ’ άκρου εις άκρον, παρουσιάστηκε στις πιο φημισμένες αίθουσες του κόσμου, εμφανίστηκε σε κονσέρτα με ορχήστρα ως σολίστ και ήταν ο πρώτος που δίδαξε το όργανο διεθνώς σε Master Classes στις Ακαδημίες Κιτζιάνα της Ιταλίας και Σαντιάγο της Ισπανίας.

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια εμπλούτισε το ρεπερτόριο του οργάνου με έργα επώνυμων συνθετών αλλά και με επιλεγμένες μεταγραφές δικές του, ηχογράφησε στις μεγαλύτερες εταιρείες δίσκων πάμπολλα έργα και τέλος αγωνίστηκε μέχρι τα βαθιά του γεράματα για να πετύχει να διδάσκεται η κιθάρα σε Ακαδημίες, Πανεπιστήμια και επώνυμες Μουσικές Σχολές, δίνοντας της τελικά μια θέση ανάλογη με αυτή που είχαν και τα υπόλοιπα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας.
Η προσφορά του Σεγκόβια δεν περιορίζεται μόνο στην εξαίρετη ερμηνεία των μουσικών έργων. Είναι κυρίως η συμβολή του στην ανάδειξη ενός υποβαθμισμένου μουσικού οργάνου, σε όργανο υψηλών καλλιτεχνικών απαιτήσεων. Είναι η μεταμόρφωση της κιθάρας από όργανο απλής συνοδείας σε ρόλο ‘σολίστ’.

Academy of Santiago de Compostela

1968: Santiago de Compostela

 

 

 

 

 

 

Για μένα και τον Βαγγέλη ήταν μια ευτυχισμένη συγκυρία συμπτώσεων να μαθητεύσουμε κοντά του για τρείς συνεχόμενες περιόδους και πέρα από αυτό να συνδεθούμε με μια στενή σχέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Είχαμε την ευκαιρία και την τύχη θα έλεγα, μετά τα πρώτα χρόνια της Ακαδημίας να βρεθούμε αρκετές φορές σε διάφορες γωνιές της γης, να δειπνήσουμε μαζί, να ακούσουμε τις απόψεις του και να αντλήσουμε θέματα από τη τρικυμισμένη του ζωή, να απολαύσουμε τις εμπειρίες του, να προβληματιστούμε με τις συμβουλές του, να κερδίσουμε από τη σοφία του.

Albert Augistin Andres Segovia

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια ήταν άτομο σπάνιας ευφυΐας. Διέθετε εκπληκτική μνήμη, κρίση, αισθητική και είχε ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του χιούμορ. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και εργαζόταν καθημερινά ατέλειωτες ώρες.
Ως χαρακτήρας υπήρξε βαθιά ανθρώπινος, προσιτός και γενναιόδωρος. Ήταν όμως παράλληλα και πεισματάρης, εγωιστής ή ακόμα και εμπαθής. Και είναι βέβαιο πως αν εμείς προσωπικά δεν έχουμε να θυμηθούμε κάτι που να σκιάζει την εικόνα του, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν συγκρατούν ένα μορφασμό στη θύμηση της γνωριμίας μαζί του. Για μια προσωπικότητα ωστόσο που έζησε και έδρασε έναν ολόκληρο αιώνα θα ήταν υπερβολή να απαιτήσει κάποιος μια στάση αψεγάδιαστη και υποδειγματική, σε κάθε φάση της πολυκύμαντης ζωής του. Υπήρξε ο καλλιτέχνης που πέρασε 2 παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο, ξεκληρίστηκε για χρόνια από την πατρίδα του, παντρεύτηκε 4 φορές, έχασε κάποια από τα παιδιά του και όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί με έντονη παρουσία και προσφορά, απέκτησε στενούς φίλους και άσπονδους εχθρούς. Στα δικά μας μάτια υπήρξε ο απλός, ο προσηνής, ο σοφός. Μάλιστα για πολλά χρόνια αργότερα, ακόμα και σήμερα, συναντώ μπροστά μου πολλές από τις απόψεις του για τη ζωή, τις κρίσεις του για τους ανθρώπους, τις ιδέες του για τη μουσική.

όρθιοι από αριστερά: A.Segovia, M.Llobet καθιστοί: D. Fortea, E. Pujol

J. Rodrigo A. Segovia A. Tansman

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια ήταν από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που μπορούσε να επικοινωνεί με το κοινό και κυριολεκτικά να το συναρπάζει. Διέθετε αυτό το χάρισμα που οι Ισπανοί ονομάζουν ‘ντουέντε’. Τα δάχτυλά του ήταν μεγάλα και χοντρά αλλά εξαιρετικά γυμνασμένα και ευκίνητα. Τα νύχια του φαρδιά και ιδιαίτερα σκληρά, γι’ αυτό και ο ήχος του ήταν βαθύς, πλούσιος και μεστός. Ειδικά ο ήχος του Σεγόβια ήταν αυτός που γοήτευε περισσότερο στο παίξιμό του, γεγονός που και σήμερα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο ακροατής μέσα από τους δίσκους του, πολλοί από τους οποίους ηχογραφήθηκαν απ’ ευθείας στο βινίλιο…

Η πρώτη φορά που συναντήσαμε αυτόν τον ‘μύθο’ της κιθάρας, ήταν το 1967 όταν με τον Βαγγέλη επισκεφτήκαμε την Ισπανία.
Πράγματι, ο Σεγκόβια είχε καταχωρηθεί στη σκέψη μας από πολλά χρόνια νωρίτερα ως ένα μυθικό πρόσωπο, ένα ‘είδωλο’.

1967: Herradura prov. of Granada

Evangelos Tansman Liza Segovia

 

 

 

 

 

 

Στην αντίληψη αυτή για τον Σεγκόβια, άθελά του, καθοριστικό ρόλο είχε παίξει ο θαυμασμός που έτρεφε για τον διάσημο κιθαριστή ο δάσκαλός μας ο Δημήτρης Φάμπας, ένας θαυμασμός που κάποιες στιγμές μετατρέπονταν σε φανατισμό και κάποιες άλλες προσέγγιζε τα όρια του παραλογισμού: Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Φάμπας μας υποχρέωνε να ερμηνεύσουμε ένα κομμάτι ακριβώς όπως το έπαιζε στον δίσκο ο Σεγκόβια, ενώ κάποιες άλλες θα έπρεπε να μιμηθούμε ακόμα και τις πιο ασήμαντες εκφραστικές λεπτομέρειες με τις οποίες ο Σεγκόβια συνήθιζε να διανθίζει το μουσικό κείμενο. Μα πέρα από αυτά, ο δάσκαλός μας δεν έπαυε να μας μιλάει ατέλειωτα για τις περιοδείες, τα κατορθώματα και την αποθέωση που γνώριζε παντού ο Ισπανός καλλιτέχνης, πλέκοντας κάθε φορά το εγκώμιό του. Ήταν μια πλύση εγκεφάλου που επαναλαμβανόταν σε κάθε μάθημα και με κάθε ευκαιρία.

Η αλήθεια είναι πως αυτή τη ‘Σεγκοβιομανία’ δεν την είχε μόνο ο Φάμπας. Όπως διαπίστωσα αργότερα που επισκέφτηκα και το εξωτερικό, κυριαρχούσε παντού ένα ντελίριο γύρω από τη μορφή και το παίξιμο του Σεγκόβια, σε σημείο που αν κάποιος δεν ακολουθούσε τις ερμηνείες, τον ήχο και την αισθητική του, να θεωρείται ούτε λίγο ούτε πολύ άσχετος ή ημιμαθής. Με λίγα λόγια ο Σεγκόβια είχε καταφέρει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες να γίνει ένα κιθαριστικό ‘κατεστημένο’, τέτοιο που κανείς δεν διανοείτο να αμφισβητήσει.
Η εξήγηση που μπορώ σήμερα να δώσω είναι πως όλη αυτή η υστερία που κατείχε τον κιθαρόκοσμο, προέκυπτε από το γεγονός πως οι πάντες αναγνώριζαν στον Σεγκόβια τον καλλιτέχνη που είχε αφήσει πολλά χρόνια πίσω του τον οποιονδήποτε ανταγωνιστή. Προέκυπτε ακόμη από το γεγονός ότι αυτός διαμόρφωνε και επέβαλε για δεκαετίες το δικό του ρεπερτόριο και το δικό του στιλ παιξίματος και τέλος γιατί ήταν ο ίδιος που δίδαξε για πρώτη φορά τα ‘μυστικά’ της τεχνικής της κιθάρας σε διεθνή ακαδημία, με αποτέλεσμα όλοι οι μεταγενέστεροι να υπάρξουν μαθητές του και κατά συνέπεια οι καλύτεροι πρεσβευτές της φήμης και του μύθου του.

Βέβαια η παράδοση της κιθάρας δεν ξεκινά από τον Σεγκόβια. Τους δυο τελευταίους αιώνες οι Ισπανοί Σορ, Αγουάδο, Τάρρεγα, Λιομπέτ, Πουζόλ, οι Ιταλοί Τζουλιάνι, Καρούλι, Καρκάσι, Λενιάνι, Ρεγκόντι και ο Νοτιοαμερικανός Μπάρριος είχαν βελτιώσει και προωθήσει την τεχνική και την εξέλιξη του οργάνου. Αλλά ήταν ο Σεγκόβια αυτός που εμφανίστηκε στις πιο γνωστές αίθουσες συναυλιών του κόσμου, ήταν ο Σεγκόβια που ενέπνευσε συνθέτες να γράψουν για το όργανο, ήταν αυτός ο καλλιτέχνης που αγωνίστηκε να αποσυνδέσει την κιθάρα από τη βαριά κληρονομιά του λαϊκού οργάνου και να της προσδώσει το κύρος του ‘κλασικού’.

A. Segovia κ.ά ακούγοντας τον Μ.Llobet

A. Segovia – H. Villa Lobos

 

 

 

 

 

 

 

Από όλα τα ρεσιτάλ του που κατά καιρούς έτυχε να παρακολουθήσουμε, αυτό που θυμάμαι έντονα ήταν της Νέας Υόρκης το 1983.
Ο Σεγκόβια ήταν ήδη 90 ετών και βγαίνοντας στο παλκοσένικο διέσχισε με δυσκολία την απέραντη σκηνή του θεάτρου στην κατάμεστη από 3000 κόσμο αίθουσα του Άϊβερυ Φίσσερ Χωλ, όπου του έγινε μια ανεπανάληπτη υποδοχή από ένα ακροατήριο που τον επευφημούσε όρθιο για πολλή ώρα πριν ακόμα αρχίσει το πρόγραμμά του. Ήταν ένα θέαμα συγκινητικό, θα έλεγα συναρπαστικό, ένας φόρος τιμής που οι Αμερικάνοι απέδιδαν την ώρα εκείνη σ’ ένα μοναδικό καλλιτέχνη. Κι αυτός, όπως πάντα με το αγέρωχο ύφος, το φράκο, τα λουστρίνια παπούτσια, την επισημότητα και την μεγαλόπρεπη συμπεριφορά, τόνιζε όσο του ήταν δυνατόν το σεβασμό, τη δυσκολία και την αξία του οργάνου που κρατούσε στα χέρια του.

Ένοιωθα, πως εκείνη η στιγμή, ήταν η δικαίωση ενός μοναδικού καλλιτέχνη που με όραμα και στόχους αγωνίστηκε μια ολόκληρη ζωή για να επιβάλει την κιθάρα ως όργανο κονσέρτου μέσα από αφάνταστες δυσκολίες, ειρωνείες, σαρκασμούς και ταπεινώσεις.
Έβλεπα στο πρόσωπό του τη διπλή ικανοποίηση για το παραλήρημα ενθουσιασμού από ένα κοινό που άκουγε πλέον την κιθάρα και τα έργα της με θρησκευτική ευλάβεια. Και στο μυαλό μου στριφογύριζαν οι ατέλειωτες συζητήσεις που είχαν προηγηθεί μαζί του όλα αυτά τα χρόνια: οι ιστορίες για τις άδειες αίθουσες στο ξεκίνημα της καριέρας του, για τις κυρίες των σαλονιών που αποφαίνονταν «πόσο γελοίο είναι το άκουσμα του Μπαχ στην κιθάρα», για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τις μεταγραφές, για τους εξευτελισμούς από τους ‘ειδικούς’ και το ‘μουσικό κατεστημένο’, για την πρόταση που του έκαναν στην Αμερική να φορέσει σομπρέρο στην TV διαφημίζοντας καφέ ή για να παίξει φλαμένκο ώστε να αρέσει περισσότερο αλλά και το παράπονο του για όσους από τους μαθητές του νόθευαν το πρόγραμμά τους με φτήνιες.
Σκεφτόμουνα εκείνη την ώρα της αποθέωσης πόση δύναμη και τι πείσμα διέθετε αυτός ο αιωνόβιος καλλιτέχνης που υποκλινόταν πάνω στη σκηνή, ώστε να εξακολουθεί να ταλαιπωρείται στα 90 του χρόνια με τις καθυστερήσεις των αεροπλάνων, τις βαρυχειμωνιές, τα jet-lag, τις αγωνίες, το τρακ, τα ξενύχτια και τις εντάσεις.
Δεν ήταν άλλωστε και κάποιος χαρακτήρας έτοιμος να κάνει περικοπές και συμβιβασμούς με το ρεπερτόριο. Ένα πρόγραμμα απαιτητικό και μεγάλης διάρκειας ερμήνευσε και παρά τις όποιες αδυναμίες στην τεχνική και τη μνήμη, κατάφερε να χαρίσει στιγμές συγκίνησης με ένα παίξιμό που διατηρούσε μια παράξενη φρεσκάδα.
Αυτή η φρεσκάδα ήταν που τον χαρακτήριζε και όταν λίγες ώρες αργότερα τρώγαμε μαζί στη δεξίωση που δόθηκε προς τιμήν του στο σπίτι της Rose Augistin και ένιωθα πως μιλούσα με ένα νεαρό που ξενυχτούσε, έτρωγε, έπινε, έλεγε ανέκδοτα αλλά θυμόταν τα πάντα για μας, την Ελλάδα, τον Μηλιαρέση, τον Φάμπα, τον ιμπρεσάριο που τον είχε καλέσει στην Ελλάδα το 1951 και δεν τον πλήρωσε!

Θέλω να ολοκληρώσω την εικόνα για τον Σεγκόβια με αναφορές στην βοήθεια που πρόσφερε στους νέους και τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε.
Θυμάμαι την πρώτη μας περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά το Μάιο του 1969 με 9 ρεσιτάλ.
Ξεκινήσαμε από το Βανκούβερ και στη συνέχεια παίζαμε στο Σηάτλ. Πλημμυρισμένη από τις αφίσες μας η πόλη, με τα ονόματά μας, τη φωτογραφία μας και τον υπότιτλο Recommended by Andrés Segovia.
Όταν ρωτήσαμε τον Duncan MacKenna, τον τοπικό παράγοντα στο Σηάτλ, μας απάντησε πως ο Σεγκόβια που πέρυσι είχε παίξει εκεί, του συνέστησε να μας καλέσει.
Ο ίδιος ο Σεγκόβια ποτέ δεν μας μίλησε γι’ αυτό.
Κάτι ανάλογο μας είχαν πει πριν μερικά χρόνια και οι Πρέστι – Λαγκόγια. Ποτέ δεν τους έκανε κουβέντα για μια περιοδεία με 4 ρεσιτάλ που έδωσαν στην Ελβετία. Ο ίδιος είχε συστήσει στον ιμπρεσάριό του να διοργανώσει αυτή τη σειρά συναυλιών για το ντουέτο τους.
Μπορώ να θυμηθώ και αρκετούς ακόμη επώνυμους καλλιτέχνες που βοήθησε, είτε με συστατικές επιστολές, είτε με προσωπική παραίνεση στον ιμπρεσάριό του, είτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο: Alirio Diaz, José Tomás, Oscar Ghiglia, Eliot Fisk, Christopher Parkening, José Luis Rodrigo, David Russell, την αφεντιά μας, μα περισσότερο απ’ όλους, τον John Williams τον “ πρίγκιπα της κιθάρας” όπως τον χαρακτήρισε σε συστατική επιστολή του το 1958, ανοίγοντάς του διάπλατα τις πόρτες για μια παγκόσμια σταδιοδρομία.

John Williams Andrés Segovia

Αφού αναφέρθηκα πιο πάνω στη χρονολογία της επίσκεψης του ντούο Πρέστι-Λαγκόγια στην Ελλάδα, είναι νομίζω απαραίτητο να μιλήσω και για την επίσκεψη του Σεγκόβια στη χώρα μας.
Ο Ισπανός λοιπόν καλλιτέχνης επισκέφθηκε την Αθήνα δυο φορές, την πρώτη το 1931 και την δεύτερη, σε απόσταση 20 χρόνων, το 1951.
Δεν είχαμε την τύχη να τον ακούσουμε βέβαια σε καμία από τις επισκέψεις του αυτές, αλλά αξίζει τον κόπο να αναφερθώ στον τρόπο που προσκλήθηκε την πρώτη φορά. Είναι μια μαρτυρία του γερο-Νίκου του Ιωάννου, του δάσκαλου του δασκάλου μας.
Όπως μας το αφηγήθηκε λοιπόν ο Ιωάννου που υπήρξε ο πρώτος Έλληνας κλασικός κιθαριστής, το Ωδείο Αθηνών με διευθυντή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και το επταμελές συμβούλιο, ήταν το ίδρυμα που μετακαλούσε ξένους καλλιτέχνες για ρεσιτάλ, σε ένα περιορισμένο βέβαια αριθμό πέντε περίπου συναυλιών κάθε χρόνο.
Έτσι μετά το θαυμάσιο ρεσιτάλ του διάσημου Πολωνού βιολονίστα Μπρόνισλαβ Χούμπερμαν το 1929, το συμβούλιο ζήτησε τη γνώμη του για την προσεχή χρονιά, ποιόν καλλιτέχνη δηλαδή μεγάλου καλλιτεχνικού κύρους θα μπορούσαν να προσκαλέσουν.
Ο Χούμπερμαν χωρίς δισταγμό πρότεινε τον ισπανό βιολοντσελίστα Πάμπλο Καζάλς, αλλά η απάντηση ήταν πως τον είχαν ήδη μετακαλέσει την προηγούμενη χρονιά. Ο Χούμπερμαν συνέχισε να απαριθμεί άλλα μεγάλα ονόματα διαφόρων οργάνων: Αρθούρο Ρουμπινσταϊν, Γιάσα Χάϊφετς, Βάντα Λαντόφσκα, Γκασπάρ Κασαντό, Αντρές Σεγκόβια…
Στο άκουσμα του ονόματος του Σεγκόβια τα μέλη του συμβουλίου κοιτάχτηκαν αμήχανα ζητώντας από τον Χούμπερμαν να επαναλάβει το όνομά του. Ο διάσημος βιολονίστας τους διευκρίνισε πως ο Αντρές Σεγκόβια είναι ένας περίφημος ισπανός κιθαριστής που έχει μετατρέψει την κιθάρα σε όργανο κλασικό και δίνει ρεσιτάλ σε γνωστές αίθουσες συναυλιών.
Στο άκουσμα ‘κλασική κιθάρα’ τόσο ο Οικονομίδης όσο και το Συμβούλιο παρέκαμψαν αμέσως το θέμα μεταφέροντας τη συζήτηση αλλού. Έτσι το ζήτημα ξεχάστηκε εντελώς αφού θεώρησαν πως η πρόταση του Χούμπερμαν για κάποιον Σεγκόβια με την κιθάρα του ήταν ατυχής.
Ωστόσο την άλλη χρονιά που ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης βρέθηκε στην Βιέννη και είδε τις τεράστιες αφίσες στους δρόμους για το ρεσιτάλ του Ισπανού κιθαριστή Αντρές Σεγκόβια, θυμήθηκε τον Χούμπερμαν και την πρότασή του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη παρακολούθησε το ρεσιτάλ και γοητευμένος από το παίξιμό του Ισπανού καλλιτέχνη τον προσκάλεσε στην Αθήνα για μια εμφάνιση την Άνοιξη του 1931.

 

 

 

 

 

 

 

Το εκπληκτικό στην ιστορία αυτή είναι ότι το Θέατρο ‘Ολύμπια’ όπως λεγόταν η Λυρική Σκηνή, ήταν κατάμεστο από ένα κοινό που στο τέλος παραληρούσε από ενθουσιασμό, γεγονός που ανάγκασε τους οργανωτές να επαναλάβουν το ρεσιτάλ τρείς μέρες αργότερα.

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια παίζοντας ένα εντελώς καινούριο πρόγραμμα τη φορά αυτή, γοήτευσε και πάλι το ακροατήριο με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί ένα τρίτο ρεσιτάλ με ένα και πάλι διαφορετικό πρόγραμμα σε τρεις ημέρες!
Ήταν η αποθέωση ενός καλλιτέχνη που το όνομα του όπου κι αν εμφανιζόταν πλέον έπαιρνε μυθικές διαστάσεις…

 

 

 

 

 

 

 

Ως επίλογο και ως φόρο τιμής για τα 30 χρόνια φέτος από το θάνατό του, αντί άλλης κριτικής θέλω να παραθέσω τα σχόλια ενός μεγάλου καλλιτέχνη του 20ου αιώνα, του Julian Bream, ο οποίος το 1974 μιλώντας στο B.B.C  αναφέρθηκε στην εντύπωση που του προξένησε ο Σεγκόβια όταν τον άκουσε για πρώτη φορά:

Julian Bream

“Το παίξιμο του Σεγκόβια, μου φάνηκε μοναδικό. Δεν είχα ξανακούσει ποτέ τέτοιο πλούτο ηχοχρωμάτων, τέτοια εμπνευσμένη ερμηνεία, τέτοιον υπέροχο καλλιτέχνη. Πιστεύω πως ο ήχος του είναι ανεπανάληπτος.
Σ’ αυτό βοηθάει αναμφίβολα η κατασκευή των χεριών του: Το δυνατό και βαρύ αλλά αεικίνητο αριστερό του χέρι σε συνδυασμό με το μαλακό και χαλαρό δεξί το οποίο διαθέτει ένα εξαιρετικά πλατύ και σκληρό νύχι.
Ακούγοντας τον Σεγκόβια ξεχωρίζεις αμέσως τον μοναδικό αυτόν ήχο. Οτιδήποτε ερμηνεύει έχει τη δική του σφραγίδα.
Ο Σεγκόβια είναι ίσως από τους ελάχιστους καλλιτέχνες όλων των οργάνων που μπορεί να σε καθηλώσει και να σε μεταφέρει με το παίξιμό του στον δικό του μαγικό κόσμο.”

Αμέσως μετά τον θάνατο του Ισπανού καλλιτέχνη, ο Bream ηχογράφησε ένα δίσκο με έργα του ρεπερτορίου του Segovia, ένα δίσκο που τον αφιέρωσε στη μνήμη του.

 

                                                                                                                    Λίζα Ζώη
                                                                                                                     (Απρίλιος 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Οι μεταγραφές στην κιθάρα

(από τη διάλεξή μου στο 6ο Φεστιβάλ Κιθάρας Φαλήρου στις 18/2/17)

Με δεδομένο πως οι μεταγραφές και οι διασκευές καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της κιθάρας, σκέφτηκα πως θα ήταν χρήσιμη μια εμπεριστατωμένη προσέγγιση στο θέμα, όταν μάλιστα είναι διαπιστωμένο πως οι περισσότεροι σπουδαστές του οργάνου έχουν ελλιπείς ή και λανθασμένες απόψεις γύρω από το ζήτημα.
Μια από αυτές λόγου χάρη, είναι η εντύπωση πως μεταγραφή και διασκευή (transcription και arrangement) είναι περίπου το ίδιο πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα στο μόνο που ταιριάζουν είναι το γεγονός πως τόσο η μια όσο και η άλλη απλά επεξεργάζονται ή τροποποιούν μια σύνθεση, κατά κανόνα γνωστή.
Κατά τη διάρκεια μάλιστα αυτής της λεπτομερούς ανάλυσης, όπως είναι φυσικό θα επεκταθώ και σε θέματα αναφορικά με την εξελικτική πορεία της κιθάρας, την ιδιομορφία της, τις δυσκολίες, το ρεπερτόριο, τις αμφισβητήσεις, τους συνθέτες – εκτελεστές κλπ.

Ξεκινώντας λοιπόν πρώτα από τις διασκευές που αποτελούν ένα μικρό τμήμα της φιλολογίας του οργάνου, θέλω αμέσως να διευκρινίσω πως βασική προϋπόθεση μιας εύστοχης διασκευής είναι η συνθετική ικανότητα του διασκευαστή.
Ο ταλαντούχος συνθέτης είναι εκείνος που γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα δώσει μια άλλη διάσταση στο έργο, εμπλουτίζοντάς το με φρέσκες ιδέες, έξυπνα ευρήματα και ευφάνταστα ποικίλματα, μια τεχνική δηλαδή που προϋποθέτει απόλυτη ελευθερία κινήσεων, χωρίς ρυθμικούς ή μελωδικούς περιορισμούς, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά μια καινούργια σύνθεση.
Προφανώς όλοι θα έχετε ακούσει κάποια συγκροτήματα που δανείζονται μια απλή μελωδία από έναν κλασικό συνθέτη δίνοντας καινούργια πνοή στο έργο του, πολλές φορές πράγματι εντυπωσιακή.

Όσον αφορά στη μεταγραφή, που αποτελεί και την μεγάλη μερίδα της φιλολογίας του οργάνου, εδώ τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.
Επιτυχημένη μεταγραφή θεωρείται εκείνη που μένει πιστή στην αρχική γραφή, δεν αλλοιώνει το πνεύμα του συνθέτη, δεν καταστρατηγεί τις τονικές ή ρυθμικές αξίες του έργου και τέλος δεν παραμορφώνει το ηχητικό ή αισθητικό αποτέλεσμα.
Βλέπουμε με άλλα λόγια πόσο εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση έχει η μεταγραφή η οποία πρέπει να παραμείνει με συνέπεια κοντά στο αρχικό κείμενο και πόσο διαφορετική η διασκευή που μπορεί να στέκεται όσο θέλει μακριά από αυτό.
Πιστεύω λοιπόν πως, με βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω, το εγχείρημα της μεταγραφής παρουσιάζεται ως εξαιρετικά δύσκολο για ποικίλους λόγους οι οποίοι συχνά αποτελούν και την αιτία αντιρρήσεων και διαφωνιών.
Έχω στο μυαλό μου επιτυχημένες και αποτυχημένες μεταγραφές. Κάποιες που ανέδειξαν όχι μόνον τον εκτελεστή αλλά και το ίδιο το όργανο και αντίθετα κάποιες άλλες που κακοποίησαν τη σύνθεση και δεν αντέχουν σε κάποια κριτική.

Ας έλθουμε τώρα και στα δικά μας για να δούμε ποιος ήταν ο λόγος που υποχρεώνει τους κιθαριστές να καταφεύγουν σε μεταγραφές, μια ενέργεια που σπανίζει στα άλλα όργανα.
Όπως όλοι ξέρουμε, τους περασμένους αιώνες, η κιθάρα αντιμετώπισε μια μεγάλη περίοδο παρακμής, με αποτέλεσμα οι κορυφαίοι συνθέτες του 18ου και 19ου αιώνα να μην ασχοληθούν καθόλου μαζί της. Έτσι, το όργανο αυτό, που η ραγδαία εξέλιξή του από τα μέσα του 20ού αιώνα και μετά, αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο, βρέθηκε ουσιαστικά χωρίς παρελθόν, χωρίς φιλολογία, χωρίς ρεπερτόριο και με τους ερμηνευτές του να παίζουν σε μεταγραφές κομμάτια από τη φιλολογία του λαούτου, του τσέμπαλου ή του πιάνου, για να συμπληρώσουν το φτωχό από αυθεντικά έργα πρόγραμμά τους.
Η ορφάνια αυτή του ρεπερτορίου της πιθανώς να προέκυψε από την παράδοση που την ήθελε όργανο μόνο λαϊκό ή καθαρά συνοδείας με περιορισμένες δυνατότητες. Ίσως να οφείλεται και στην αδύναμη φωνή της την περίοδο του γιγαντισμού της μουσικής. Ακόμα και στην έλλειψη μεγάλων συνθετών – εκτελεστών που θα της έδιναν μια υψηλή καλλιτεχνική υπόσταση.
Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, έπρεπε να έλθει ο 20ος αιώνας για να πάρει η κιθάρα τη θέση που της αρμόζει. Έχω γράψει κατ’ επανάληψη πόσο βοήθησε σ’ αυτό η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας αλλά και η συμβολή του Αντρές Σεγκόβια που της έδωσε ένα σολιστικό, ένα συναυλιακό κύρος, απεγκλωβίζοντάς την από τον περιορισμένο συνοδευτικό της χαρακτήρα. Ο Σεγκόβια υπήρξε ο καλλιτέχνης που για ένα ολόκληρο αιώνα σήκωσε μόνος στις πλάτες του το βαρύ φορτίο να νεκραναστήσει κυριολεκτικά ένα υποτιμημένο λαϊκό όργανο και να το καθιερώσει μέσα από τις προσωπικές του επιτυχίες στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών.
Στις μέρες μας που το όργανο έχει πια καθιερωθεί παγκοσμίως με πληθώρα έργων από νέους συνθέτες, κοινή είναι και πάλι η διαπίστωση πως μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της στηρίζεται στις μεταγραφές. Είναι αλήθεια πως ο σημερινός κιθαριστής δεν μπορεί εύκολα να γυρίσει την πλάτη στους μεγάλους συνθέτες των περασμένων αιώνων, τα έργα των οποίων έχουν στη διάθεσή τους και σε αφθονία μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα όργανα συναυλιών.

Με αυτά τα δεδομένα, εξηγείται λογικά η ανάγκη των μεταγραφών ειδικά στην κιθάρα, μια διαπίστωση που φαίνεται πως επεσήμανε πρώτος ο Ισπανός Φρανθίσκο Τάρρεγκα, τολμώντας να μεταγράψει έργα πιανιστικά από συνθέτες της πατρίδας του αλλά και κάποια άλλα από τον χώρο της μπαρόκ ή της ρομαντικής περιόδου.
Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας δεν αναδείκνυε μόνο τις ικανότητες του ιδίου αλλά πρόβαλλε κυρίως τις μεγάλες δυνατότητες του οργάνου και στους υπόλοιπους μουσικούς κύκλους από τους οποίους η κιθάρα απουσίαζε.
Έργα όπως η Φούγκα για βιολί του Μπαχ, η Βαρκαρόλα και η Καντσονέτα του Μέντελσον ή η Γρανάδα του Αλμπένιθ περίτεχνα μεταγραμμένα από τον κορυφαίο κιθαριστή εκείνης της εποχής, καταξίωναν το όργανο στη συνείδηση του κοινού.
Δυστυχώς αυτή η γόνιμη προσπάθεια επισκιάστηκε όταν ο Τάρρεγκα κατέφυγε αργότερα στην υπερβολή μεταγράφοντας έργα δυσανάλογα των όποιων δυνατοτήτων της κιθάρας: Έργα του Μπετόβεν, του Βάγκνερ ή του Μπιζέ όχι μόνο δεν προσέφεραν, αλλά αντίθετα χαμήλωναν τον πήχη της εκτίμησης, σε έναν κόσμο που δεν ήταν άλλωστε και τόσο εύκολα διατεθειμένος να αποδεχθεί την αξία του οργάνου.
Αργότερα ο κορυφαίος μαθητής του, ο Μιγέλ Λιομπέτ, προσεκτικότερος του δασκάλου, μετέγραφε και εμφάνιζε στα ρεσιτάλ του μόνον κομμάτια ισπανών συνθετών.
Αυστηρότερος ωστόσο στο θέμα αυτό αλλά και γενικότερα στην επιλογή των έργων της κιθάρας, υπήρξε ο Αντρές Σεγκόβια, ο οποίος έχοντας διαπιστώσει από πολύ νωρίς τη γύμνια του ρεπερτορίου της είχε γράψει:

“Ας είμαστε ειλικρινείς, ο Σορ, ο πιο αξιόλογος συνθέτης ίσως της κιθάρας στην εποχή του, είναι πολύ μακριά από το να θεωρηθεί αξιόλογος γι’ αυτή καθ’ εαυτή την Ιστορία της Μουσικής. Η κιθάρα δεν είχε ποτέ δυστυχώς έναν Μπαχ, ένα Μότσαρτ, ένα Χαϋδν, ένα Μπετόβεν, ένα Σούμαν, ένα Μπραμς, σε σύγκριση με τους οποίους το έργο του Σορ είναι ασήμαντο. Όσο για τον Τάρρεγκα, περισσότερο άγιο παρά μουσικό, περισσότερο καλλιτέχνη παρά δημιουργό, τα ελαφριά του έργα είναι μόνο η ευχάριστη ένδειξη του λεπτού του γούστου…”

O Segovia, χωρίς να αποφύγει και ο ίδιος κάποιες άστοχες παρεμβάσεις σε κομμάτια του Σκαρλάτι, του Βάϊς ή του Φρεσκομπάλντι, υπήρξε εξαιρετικά προσεκτικός στο ζήτημα των μεταγραφών, μια και στην προσπάθειά του να καθιερώσει το όργανο, φρόντιζε να επιλέγει έργα που το αναδεικνύουν, έργα περισσότερο από το χώρο της μπαρόκ και της ρομαντικής περιόδου ή από το ρεπερτόριο των καταξιωμένων ισπανών συνθετών.
Και είναι αλήθεια πως η κιθάρα αποδίδει ίσως ακόμη καλύτερα κάποια έργα των Αλμπένιθ, Γρανάδος, ή ντε Φάγια από ό,τι το ίδιο το πιάνο, αφού φαίνεται πως οι Ισπανοί συνθέτες είχαν την κιθάρα στο μυαλό τους όταν τα έγραφαν σ’ αυτό.
Στην μπαρόκ πάλι περίοδο βασικά όργανα ήταν το τσέμπαλο και το λαούτο που έχουν ηχητική συγγένεια με την κιθάρα, έτσι που πολλά έργα του Σκαρλάττι, του Μπάχ ή του Βάις να ακούγονται υπέροχα στη μια ή τις δυο κιθάρες.
Εδώ θέλω να ανοίξω μια παρένθεση και να υπενθυμίσω στους αναγνώστες μου την ανεκτίμητη προσφορά των δυο κορυφαίων καλλιτεχνών της κιθάρας στον 20ο αιώνα, του Andres Segovia και του Julian Bream: Πέρα από τις επιλεγμένες μεταγραφές τους, εμπλούτισαν τη φιλολογία του οργάνου με αυθεντικά έργα που τους αφιέρωσαν κορυφαίοι συνθέτες όπως οι Villa-Lobos, Britten, Rodrigo, Walton, Turina, Arnold, Tedesco, Ponce, Berkley κ.α. δίνοντας με τον τρόπο αυτό ένα κύρος και μια αξιοπρέπεια στο όργανο και σε όσους το διδάσκουν.

Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρένθεση και επιστέφοντας στο θέμα μας, πρέπει να επισημάνω πως αυτή η απόπειρα της μεταγραφής είναι και ένας μεγάλος μπελάς γι’ αυτόν που καταπιάνεται μαζί της, αφού δημιουργεί συχνά-πυκνά σε κάποιους, μια διάθεση αμφισβήτησης, μεμψιμοιρίας και γκρίνιας.
Ακραιφνείς θεματοφύλακες υποτίθεται, της πιστής απόδοσης του κειμένου και με τον ισχυρισμό πως πρέπει να γίνεται σεβαστή η αρχική έμπνευση του συνθέτη για το όργανο και την τονικότητα που επέλεξε, αρνούνται να δεχθούν την οποιαδήποτε μεταγραφή και την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέμβαση στο πρωτότυπο.
Πράγματι κατά καιρούς ακούω διάφορους να σχολιάζουν αρνητικά μια μεταγραφή του Bream γιατί παρέλειψε ορισμένα μπάσα ή ανέβασε την τάδε φράση ψηλότερα μια οκτάβα, άλλους πάλι γιατί ο Brouwer άλλαξε την τονικότητα μιας σονάτας του Σκαρλάτι, κάποιους ακόμη γιατί ο δείνα κιθαριστής έβαλε λεγκάτα στη Φούγκα του Μπαχ ή παίζει τις τρίλιες με το δεξί χέρι και κάποιους άλλους τέλος γιατί δεν τους αρέσει έτσι όπως ακούγεται το κομμάτι στην κιθάρα, επειδή απλά το έχουν συνηθίσει να το ακούνε από το τσέλο.

Θα μπορούσαν ορισμένες από τις παραπάνω απόψεις να είχαν μια δόση αλήθειας, αν πράγματι το τελικό αποτέλεσμα της μεταγραφής, διαστρέβλωνε το έργο, όπως πράγματι συμβαίνει με κάποιους ερασιτέχνες μουσικούς και την ανεύθυνη δουλειά τους.
Ωστόσο η θεώρηση αυτή δεν αφορά στην κακοποίηση ενός κειμένου, αλλά στα επιχειρήματα που επικαλούνται οι οπαδοί του αυθεντικού και κυρίως οι αρνητές της μεταγραφής.
Είναι ίσως εκείνοι που δεν έχουν δει ποτέ τους χειρόγραφα του Μπαχ τα οποία βρίθουν λεγκάτων ή δεν γνωρίζουν το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μπαχ μετέγραφε σε διάφορα όργανα την ίδια του τη σύνθεση, συχνά σε άλλη τονικότητα με άλλες νότες ή οκτάβες και επί πλέον ήταν ο ίδιος ο μεγαλοφυής μουσικός ο οποίος μετέγραφε και έπαιζε έργα άλλων συνθετών της εποχής του, μιας εποχής μάλιστα που ήταν ασυνήθιστο ή μάλλον σπάνιο να παίζει κάποιος συνθέτης-εκτελεστής άλλα έργα εκτός από τα δικά του.
Είχα ξαναγράψει για το ζήτημα αυτό και ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθώ σε μια παράγραφο από ένα άρθρο στο blog μου στα τέλη του 2012 το οποίο αναδημοσιεύτηκε από το TAR:

“Μια και αναφέρομαι στη διαπασών, θέλω να επισημάνω σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το θέμα, πως το ‘διαπασών’ (όργανο για να ελέγχεται η συχνότητα του Λα) βρέθηκε το 1711 από τον Άγγλο Mathias Shore, χωρίς ωστόσο να καθιερωθεί αμέσως διεθνώς, αλλά αντίθετα να κάνει μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα μια τεράστια διαδρομή με συνεχείς διακυμάνσεις και μεταβολές από εποχή σε εποχή, από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη αλλά και από Όργανο σε Όργανο!
Για παράδειγμα στη Γερμανία το Όργανο στη Μητρόπολη του Στρασβούργου το 1713 είχε ένα Λα συχνότητας 393 Hz που αντιστοιχεί στο σημερινό Σολ, ενώ το Όργανο της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου στο Αμβούργο ήταν τονισμένο στα 489 Hz. που αντιστοιχεί με το σημερινό Σι.
Στο πέρασμα των αιώνων η διαπασών υπέστη ατέλειωτες αλλαγές από τους μουσικούς που αναζητούσαν πάντοτε έναν πιο λαμπρό, πιο οξύ και πιο εντυπωσιακό ήχο.
Το 1859, με πρωτοβουλία των Γάλλων, η διαπασών καθορίστηκε στα 435 Hz για να συνεχίσει έκτοτε και πάλι την ανοδική της πορεία.
Στις μέρες μας έχει φτάσει αισίως στα 442 Hz αφού κρατήθηκε για αρκετές δεκαετίες στα 440 Hz. μετά την καθιέρωσή της το Λονδίνο το 1939.
Αυτή η διακύμανση της διαπασών είναι και μια απάντηση σε όσους ισχυρίζονται πως στις μεταγραφές δεν είναι σωστό να αλλάζουμε τονικότητα για να μην παραβιάζεται δήθεν η αρχική έμπνευση του συνθέτη. Η τονικότητα του κομματιού έτσι και αλλιώς αλλάζει από την αρχική της γραφή αφού αλλάζει η διαπασών. Με άλλα λόγια μια Σονάτα του Σκαρλάτι που ο συνθέτης τη σκέφτηκε και την έγραψε για τη Μι μείζονα, ακούγεται στις μέρες μας στη Φα μείζονα.”

Δεν υπάρχει αμφιβολία ωστόσο πως το πρώτο άκουσμα ενός έργου παιγμένο σε άλλο όργανο είναι ένα ξάφνιασμα. Ένα ξάφνιασμα που εξηγεί ή και δικαιολογεί τις αρνητικές αντιδράσεις πολλών για τις μεταγραφές στην κιθάρα.
Προσπαθώντας να γίνω όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός και αποβάλλοντας προς στιγμήν από τη σκέψη μου την αγάπη που έχω για το όργανο, αναλογίζομαι πως θα μου φαινόταν κι εμένα του ίδιου το άκουσμα μιας σονάτας του Σκαρλάτι, ενός πρελούδιου του Μπαχ ή ενός έργου του Αλμπένιθ παιγμένα στο μπουζούκι.
Η παρομοίωση δεν είναι ατυχής γιατί κάπως έτσι ηχούσε η κιθάρα στα αυτιά των φιλόμουσων του περασμένου αιώνα. Ήταν ένα καθαρά λαϊκό όργανο με μεταλλικές χορδές και οξύ ήχο, απόλυτα ταυτισμένο με το γλέντι και την συνοδεία του τραγουδιού. Ό,τι ακριβώς δηλαδή συμβαίνει στις μέρες μας με το μπουζούκι.

Θυμάμαι ένα ρεσιτάλ με έργα για δυο κιθάρες – ως επί το πλείστον μεταγραφές – που η Λίζα κι εγώ παρουσιάσαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην Αθήνα, μια τολμηρή ενέργεια για τις αντιλήψεις και τα ακούσματα εκείνου του καιρού.
Ένας από τους κορυφαίους μουσικοκριτικούς μας, o οποίος ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συναυλία και έγραψε μάλιστα κολακευτικά λόγια για την απόδοσή μας, διατύπωσε στο τέλος της κριτικής του ορισμένες επιφυλάξεις για τις μεταγραφές που είχαμε κάνει σε κομμάτια του Μπαχ και του Σκαρλάτι.
Εντελώς τυχαία τον συναντήσαμε δυο εβδομάδες αργότερα, στο διάλειμμα ενός ρεσιτάλ πιάνου στην ίδια αίθουσα. Δεν έχασα την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω για τα καλά του λόγια και παράλληλα να τον ρωτήσω για τις επιφυλάξεις του ως προς τις μεταγραφές:
– “Θα ήταν βοήθεια για μας αν μας εξηγούσατε τον λόγο για τον οποίο δεν σας άρεσαν οι μεταγραφές μας…”
– “Ξέρετε, είναι έργα που ανήκουν στο ρεπερτόριο του πιάνου και τα έχουμε συνηθίσει να τα ακούμε παιγμένα έτσι…”
– “Ωστόσο η κιθάρα έχει μεγαλύτερη ηχητική συγγένεια με το τσέμπαλο στο οποίο γράφτηκαν, από ό,τι έχει το πιάνο.”
Μεσολάβησαν 3-4 δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής πριν ο καλός κριτικός απαντήσει προβληματισμένος:
– “A! ναι…βέβαια!…είναι αλήθεια…έχετε δίκιο… δεν το είχα σκεφθεί…”

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                  (Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε