Antonio Lauro (1917 – 1986)


Την περασμένη Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017  δεν παρέλειψα να στείλω μέσω του YouTube δυο λόγια στην κόρη του Αντόνιο Λάουρο, την Ναταλία, έτσι για να τιμήσω την επέτειο των 100 χρόνων από την γέννηση του πατέρα της,  που υπήρξε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της κιθάρας στη Λατινική Αμερική. Σήμερα μάλιστα, μια εβδομάδα αργότερα, γράφω και λίγες γραμμές στο Blog μου, αφού αισθάνομαι πως θα ήταν άδικο να περάσει απαρατήρητη από τους φίλους της κιθάρας η επέτειος από την γέννηση αυτού του εμβληματικού συνθέτη και κιθαριστή.
Την Ναταλία Λάουρο δεν την γνωρίζω προσωπικά και για να είμαι ειλικρινής ούτε και που ήξερα πως από τα βαλς του Antonio Lauro που χρόνια τώρα έχω στο ρεπερτόριό μου, το κομμάτι “Natalia” ήταν γραμμένο από τον πατέρα της για την ίδια, μέχρι που πριν από ένα χρόνο με ξάφνιασε ένα συγχαρητήριο μήνυμά της στο YouTube για τα πέντε βαλς που είχα ‘ανεβάσει’ εκεί.

Γεννημένος στο Σιουδάδ Μπολιβάρ της Βενεζουέλας, ο Αντόνιο Λάουρο πήρε τα πρώτα μαθήματα κιθάρας από τον Ιταλικής καταγωγής κουρέα πατέρα του, αλλά όταν αυτός πέθανε ξαφνικά η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισε και εγκαταστάθηκε οριστικά στην πρωτεύουσα. Στο Καράκας ο Αντόνιο σπούδασε πιάνο και σύνθεση με τον Βισέντε Σόχο και κλασική κιθάρα με τον Ραούλ Μποργκές στην εκεί Μουσική Ακαδημία.
Στην τάξη του Μποργκές, ο Αντόνιο Λάουρο είχε ως συμμαθητές, τους μετέπειτα γνωστούς κιθαριστές Ροδρίγκο Ριέρα, Χοσέ Κισνέρος και Αλίριο Ντίαζ. Ο τελευταίος μάλιστα, ο οποίος έκανε και παγκόσμια καριέρα ως σολίστ κιθάρας, προώθησε τη μουσική του Λάουρο μέσα από τα ρεσιτάλ, τις συναυλίες και τους δίσκους του, αλλά και με τη φροντίδα της δακτυλοθεσίας των έργων του σε εκδόσεις γνωστών Μουσικών Οίκων.
Χάρις στον Αλίριο Ντίαζ που υπήρξε στην εποχή του κορυφαίο όνομα του οργάνου, η φήμη του Αντόνιο Λάουρο εξαπλώθηκε και πέρα από τα σύνορα της Λατινικής Αμερικής.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί πως ο Λάουρο εμφορούμενος από πατριωτικά ιδεώδη και δημοκρατικά αισθήματα, εναντιώθηκε έμπρακτα στη δικτατορία του στρατηγού Χιμένεθ το 1948, με αποτέλεσμα να φυλακισθεί κατά τη διάρκεια του χουντικού καθεστώτος της Βενεζουέλας. Μέσα στη φυλακή συνέχισε να συνθέτει αλλά και αργότερα μετά την αποφυλάκισή του οι μουσικές του δραστηριότητες συνεχίστηκαν με εμφανίσεις, διδασκαλία, ηχογραφήσεις και εκδόσεις.
Ο Αντόνιο Λάουρο λίγο πριν το θάνατό του το 1986 τιμήθηκε με το ‘Εθνικό Βραβείο της Μουσικής’, την μεγαλύτερη καλλιτεχνική διάκριση της πατρίδας του.

Η αλήθεια είναι, πως αρκετοί συνθέτες της Λατινικής Αμερικής παρέμειναν άγνωστοι στον υπόλοιπο μουσικό κόσμο τις περασμένες δεκαετίες. Ωστόσο με την εξαίρεση του Villa-Lobos και του Ponce που απέκτησαν εν ζωή διεθνή αναγνώριση, υπήρξαν ονόματα συνθετών-κιθαριστών, όπως οι Barrios, Lauro, Sojo, Borges, Riera ή Pernambuco οι οποίοι καταξιώθηκαν μετά τον θάνατό τους.
Κατά την προσωπική μου άποψη, ο λόγος αυτής της ‘αδικίας’ οφείλεται κυρίως στην άρνηση του παντοδύναμου τότε Αντρές Σεγκόβια, να συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του φολκλορικά ή φτηνιάρικα, όπως τα χαρακτήριζε, κομμάτια. Ο φόβος του Ισπανού καλλιτέχνη πήγαζε από το γεγονός πως αν μη τι άλλο, τα κομμάτια αυτά θα επιβεβαίωναν την αντίληψη πως η κιθάρα είναι το ‘λαϊκό’ όργανο που η ομορφιά του περιορίζεται μόνο στα φλαμέγκος και στα ‘λάτιν’ – μια αντίληψη που ακόμα και στις μέρες μας δεν έπαψε να κυριαρχεί σε πολύ κόσμο.
Βέβαια, και για να μην αδικήσω τον Σεγκόβια, είναι γεγονός πως και ο ίδιος έζησε αφάνταστες ταλαιπωρίες, σαρκασμούς και ταπεινώσεις μέχρι την καθιέρωσή του οργάνου στις δεκαετίες του 1960 και του’70, αφού όμως πρώτα πέρασε από ‘χίλια μύρια κύματα’.
Ωστόσο ο κορυφαίος ισπανός καλλιτέχνης συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα αρκετών συναυλιών του το βαλς Νο.3 ή Vals Criolo όπως είχε εκδοθεί, τη γνωστή δηλαδή “Natalia” την οποία και ηχογράφησε σε δίσκο με την εταιρεία DECCA.

Στις μέρες μας που η κιθάρα έχει πάρει τη θέση που δικαιούται μέσα στις Ακαδημίες και τα Πανεπιστήμια, τις συμφωνικές ορχήστρες και τα κοντσέρτα από νέους σολίστες, τα διεθνή φεστιβάλ και τους εκατοντάδες συνθέτες που γράφουν έργα γι’ αυτή, ασφαλώς η εικόνα της είναι εντελώς διαφορετική αφού μετά την καθιέρωσή της ως όργανο ‘συναυλιακό’, το ρεπερτόριό της εκτείνεται από τη μπαρόκ μουσική μέχρι τη τζαζ και από τα λάτιν μέχρι τις σύγχρονες τάσεις.

Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου για τον Αντόνιο Λάουρο θέλω να επισημάνω πως τα περισσότερα έργα του – ιδιαιτέρως απαιτητικά –βασίζονται σε μοτίβα και χορούς της πατρίδας του και κυριαρχούνται από δυναμισμό, λυρισμό και εκφραστικότητα μέσα από τους έντονους ημιόλιους ρυθμούς της Λατινικής Αμερικής.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                            (Αύγουστος του 2017)
 
Advertisements
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

ΠΑΤΡΑ 2017 Μια ανασκόπηση του 26ου Φεστιβάλ Κιθάρας

Συνηθίζω, χρόνια τώρα, να κάνω ένα μικρό απολογισμό μετά τη λήξη του Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα. Έναν απολογισμό στον απόηχο αυτού του τετραήμερου των εκδηλώσεων, έτσι για να γραφούν δυο λόγια γύρω από τις συναυλίες, τις διαλέξεις, τα μαθήματα, τα Master Classes και τους διαγωνισμούς, γύρω από τους καλλιτέχνες και τους σπουδαστές που έλαβαν μέρος και επίσης δυο λόγια για τις εντυπώσεις που άφησε πίσω της αυτή η ετήσια κιθαριστική γιορτή.

Θα πρέπει πρώτα ωστόσο να επισημάνω, και μάλιστα με μεγάλη ικανοποίηση, πως η ερώτηση που συχνά δεχόμαστε από τους ενδιαφερόμενους για το Φεστιβάλ δεν είναι άλλη από το “ποιους έχουμε καλέσει φέτος στην Πάτρα”!
Η ερώτηση δεν σχετίζεται δηλαδή με το αν πρόκειται να γίνει ή όχι και φέτος το φεστιβάλ ή δεν αφορά στην εποχή, τις ημέρες, το χώρο, τη διάρκεια, ή στις ώρες των εκδηλώσεων. Όλα αυτά είναι γνωστά πια και θεωρούνται δεδομένα.
Το μόνο ζήτημα που τους ενδιαφέρει είναι ποιοι από τους επώνυμους είναι φέτος οι προσκαλεσμένοι.
Είναι πράγματι αυτή η ερώτηση ενδεικτική της καθιέρωσης αυτού του Φεστιβάλ αλλά είναι ταυτόχρονα και μια ικανοποίηση για μας που διοργανώνουμε αυτόν το θεσμό για 26 συνεχόμενα χρόνια, ένα θεσμό από τους μακροβιότερους παγκοσμίως.

Η “Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών” που φιλοξενεί κάθε χρόνο το Φεστιβάλ, διαθέτει όλους τους άνετους χώρους διδασκαλίας αλλά και μια από τις καταλληλότερες για κιθάρα αίθουσες συναυλιών. Στους χώρους αυτούς οι εκλεκτοί καλλιτέχνες που επιλέγουμε κάθε φορά, μεταφέρουν μέσα από τη διδασκαλία τους, τις διαλέξεις, τα Master Classes και τις συναυλίες τους, τις γνώσεις και την εμπειρία τους στους σπουδαστές κάθε επιπέδου και κάθε ηλικίας.
Η Λίζα κι εγώ φροντίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις ώστε οι προσκαλεσμένοι καλλιτέχνες που συμμετέχουν αφιλοκερδώς, να επιβεβαιώνουν με την ποιότητά τους, πως το ετήσιο Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα είναι ένα γεγονός υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών.
Χωρίς μεγαλοστομίες, βερμπαλισμούς και φανφάρες, θέλουμε να παραμείνει ένα καλλιτεχνικό ραντεβού που κάθε χρόνο συγκεντρώνει περισσότερους από 100 σπουδαστές από κάθε γωνιά του τόπου και ένας αυτοχρηματοδοτούμενος θεσμός που προσφέρει εμπειρία, γνώση, ενημέρωση, κατάρτιση, προβληματισμό και ψυχαγωγία.
Θα σταθώ λίγο στα παραπάνω ώστε να υπογραμμίσω το γεγονός της αυτοχρηματοδότησης, της έλλειψης δηλαδή χορηγίας από οποιονδήποτε φορέα (Υπουργείο, Δήμο, Οργανισμό, Ίδρυμα, Σύλλογο κλπ.), με μοναδική προσφορά τα βραβεία των διαγωνισμών από τον κατασκευαστή Παύλο Γύπα και τον Μουσικό Οίκο Παπαγρηγορίου – Νάκα τους οποίους και ευχαριστούμε θερμά.

Master Class από τους Vladimir Gorbach και Sabrina Vlaskalic

Περνώντας τώρα στις Συναυλίες, θα ξεκινήσω πρώτα με το ρεσιτάλ του Ρώσου Vladimir Gorbach που δικαίωσε κατά τον καλύτερο τρόπο τη φήμη που τον ακολουθεί. Είναι ένας ώριμος καλλιτέχνης που διαθέτει όλα εκείνα τα προσόντα που του επιτρέπουν να ανταποκρίνεται στα πιο απαιτητικά έργα της κιθαριστικής φιλολογίας: με μια άρτια τεχνική, με ένα ήρεμο νευρικό σύστημα, με κατασταλαγμένες ερμηνείες και με έναν πολύμορφο κατεργασμένο ήχο, κερδίζει με την παρουσία του ακόμα και τον αυστηρότερο κριτή. Ένας καλλιτέχνης σεμνός που δεν “το παίζει” αλλά μπορεί και παίζει υπέροχα, εντυπωσιακά, συγκινησιακά.

Χωρίς να έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάποια από την τάξη του στα Master Class που δίδαξε, πληροφορήθηκα πως το μάθημά του άφησε άριστες εντυπώσεις για την επικοινωνία και τη βοήθεια που προσέφερε στους σπουδαστές του.
Να προσθέσω εδώ πως μόλις πριν δυο δεκαετίες, η Ρωσία, μια χώρα –πηγή δημιουργίας κορυφαίων μουσικών (πιάνου, βιολιού, τσέλου, ορχηστρών κλπ), δεν διέθετε Σχολή κιθάρας ικανή να συγκριθεί με αυτές των ευρωπαϊκών ή αμερικάνικων. Οι παρουσίες του Vladimir Gorbach φέτος καθώς και του συμπατριώτη του Anton Baranov πέρυσι στο Φεστιβάλ της Πάτρας, ανατρέπουν τα δεδομένα αυτά.

 

Ο Ρώσος βιρτουόζος Vladimir Gorbach στο ρεσιτάλ του Σαββάτου

Η γνωστή μας από προηγούμενες εμφανίσεις της στην Πάτρα Sabrina Vlaskalic επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνίας της. Θεωρώ πως η πολυβραβευμένη Σέρβα κιθαρίστρια συγκαταλέγεται σήμερα στις κορυφαίες της γενιάς της. Τόσο το ρεσιτάλ όσο και το Master Class που πραγματοποίησε άφησαν εξαιρετικές εντυπώσεις.

   Η δεξιοτέχνης Sabrina Vlaskalich από τη Σερβία, στην κατάμεστη   αίθουσα           συναυλιών της Φιλαρμονικής Εταιρίας Ωδείου Πατρών

Εξαιρετικές εντυπώσεις όμως άφησαν και τα ρεσιτάλ της Παρασκευής από τους νέους Έλληνες κιθαριστές Βασίλη Δίγκο και Θοδωρή Θεοδωρούδη. Παρά το νεαρό της ηλικίας τους (21 ετών ο πρώτος και μόλις 17 ο δεύτερος), εντυπωσίασαν και οι δυο τους με την άψογη τεχνική και την ωριμότητα του παιξίματός τους. Συγχρόνως δε, με την εμφάνισή τους αυτήν, δικαίωσαν κι εμάς τους ίδιους για την επιλογή μας να τους προσκαλέσουμε στο Φεστιβάλ.

Θοδωρής Θεοδωρούδης και Βασίλης Δίγκος: Εξαιρετικές εντυπώσεις τα ρεσιτάλ τους

Η Κυριακή, τρίτη μέρα των ρεσιτάλ, ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στους καλλιτέχνες μας από τη Θεσσαλονίκη. Το γνωστό κιθαριστικό ντουέτο Κυριακή Κόντη – Θανάσης Παύλου κάλυψε όλο το πρώτο μέρος με έργα Ελλήνων συνθετών για κιθάρα, ενώ στο δεύτερο μέρος πλαισιωμένοι από την Ελένη Μιχαλοπούλου (τραγούδι) και Παναγιώτη Κελέκη (φλάουτο), απέδωσαν και πάλι έργα Ελλήνων συνθετών (Χατζιδάκι – Θεοδωράκη) σε δικές τους διασκευές για κιθάρα.
Τόσο το ντουέτο με το εξαιρετικό ανσάμπλ και τον εκλεπτυσμένο ήχο όσο και το Κουαρτέτο με την λαμπρή παρουσία των Μιχαλοπούλου-Κελέκη, δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα συγκίνησης που απλώθηκε στην αίθουσα και καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.

Το ντουέτο Κυριακή Κόντη – Θανάσης Παύλου σε έργα Ελλήνων συνθετών

Την Κυριακή ωστόσο είχε προηγηθεί η διάλεξη του Καθηγητή Μουσικής Σπύρου Δελέγκου με θέμα “ο ρόλος της κιθάρας στην ελληνική αστική λαϊκή μουσική του Μεσοπολέμου”, ένα θέμα ενδιαφέρον για όσους εξειδικεύονται στην μορφή της μουσικής αυτής, την οποία και ανέπτυξε διεξοδικά και εμπεριστατωμένα ο ομιλητής.

Από τη διάλεξη του Καθηγητού Μουσικής Σπύρου Δελέγκου

Δυο κιθάρες, τραγούδι και φλάουτο: Μια ατμοσφαιρική Συναυλία από τους καλλιτέχνες της συμπρωτεύουσας

Η Δευτέρα, που είναι και η ημέρα των διαγωνισμών, ήταν χωρίς αμφιβολία η πλέον κουραστική για τα μέλη της επιτροπής και ιδίως για τους ξένους καλλιτέχνες, την Sabrina Vlaskalic και τον Vladimir Gorbach. Αφού δίδαξαν σε Master Class τρεις συνεχείς ώρες, αμέσως μετά κάθισαν στο τραπέζι της επιτροπής για να ακούσουν επί 9 ώρες περισσότερους από 50 διαγωνιζόμενους στις τρεις Κατηγορίες!
Την φετινή επιτροπή του διαγωνισμού και για τις τρεις Κατηγορίες αποτελούσαν οι: Vladimir Gorbach (Πρόεδρος), Sabrina Vlaskalic, Γιάννης Πετρίδης, Μανώλης Βροντινός και Ρένα Σκλάβου.

Η επιτροπή του διαγωνισμού για όλες τις Κατηγορίες από αριστερά προς τα δεξιά:
Γιάννης Πετρίδης,
Sabrina Vlaskalic, Vladimir Gorbach, Μανώλης Βροντινός, Ρένα Σκλάβου

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ανά Κατηγορία ήσαν τα εξής:

Κατηγορία Α

1 Γισδάκης Δημήτρης                                          Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Βουτυράς Άγγελος                                            Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Λάζαρη Ιωάννα                                                 Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Παστός Αναστάσιος                                         Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Πετρίδης Λεωνίδας                                          Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
6 Παπαδημητρίου Καριοφυλλιά                       Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
7 Χατζή Αγγελική                                                 Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
8 Γκότσης Άγγελος                                              ΕΠΑΙΝΟΣ
9 Καννά Μαγδαληνή-Μαρία                             ΕΠΑΙΝΟΣ
10 Λάζαρη Θεοδώρα                                           ΕΠΑΙΝΟΣ
11 Μπελέζου Δήμητρα-Αθηνά                           ΕΠΑΙΝΟΣ

Κατηγορία Β

1 Φίλιππας Γιάννης                                               Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Ζαχαράκης Παναγιώτης                                  Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Μιχαηλίδης Γιάννης                                          Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Θεοδωρούδη Έλενα                                          Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Νικολακοπούλου Κωνσταντίνα                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
6 Παπαθανάσης Θωμάς                                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
7 Βούζης Αλέξης                                                    ΕΠΑΙΝΟΣ
8 Ζίνδρος Ορφέας                                                ΕΠΑΙΝΟΣ
9 Κυρίτσης Άγγελος                                             ΕΠΑΙΝΟΣ
10 Τυπάλδου Καλλιόπη                                       ΕΠΑΙΝΟΣ

Κατηγορία Γ

1 Μανωλκίδης Κωνσταντίνος                            Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
2 Αγιάνογλου Σαράντης                                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
3 Κυδωνιάτης Ιάσoνας                                        Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
4 Μητρούσης Ιωάννης                                        Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
5 Μπακαστάθης Ορέστης                                   ΕΠΑΙΝΟΣ
6 Παπαδημητρίου Κωνσταντίνος                     ΕΠΑΙΝΟΣ

ΣΗΜ: Στα Βραβεία και τους Επαίνους τα ονόματα παρατίθενται με αλφαβητική σειρά

Από τη διάλεξη της Λίζας Ζώη που τίμησε την προσφορά της Ίντα Πρέστι και του Αντρές Σεγκόβια αφού φέτος κλείνουν 50 & 30 χρόνια από το θάνατό τους αντίστοιχα.

Άφησα τελευταία τη διάλεξη της Λίζας Ζώη, μια ενδιαφέρουσα διάλεξη την οποία αναδημοσίευσε ολόκληρη η εφημερίδα «ΤΟ «ΒΗΜΑ» από τις ιστοσελίδες του στις 26 Απριλίου 2017 και την οποία μπορείτε να δείτε στο παρακάτω λινκ:

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=876082

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                                    (Απρίλιος 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Andrés Segovia και Ida Presti

Το κείμενο της διάλεξης που έκανε η Λίζα Ζώη  στο Φεστιβάλ του “Σύγχρονου Ωδείου Κρήτης” στις 2 Απριλίου και στο Φεστιβάλ της Πάτρας στις 8 Απριλίου 2017

Τιμώντας τη μνήμη του Αντρές Σεγκόβια και της Ίντα Πρέστι
για τη συμβολή τους στην καθιέρωση του οργάνου

Με τη σημερινή ομιλία μου θέλω να τιμήσω τη μνήμη δυο κορυφαίων κιθαριστών του 20ού αιώνα, της Ida Presti και του Andres Segovia, αφού φέτος θυμίζω, πως συμπληρώνονται 50 και 30 χρόνια αντίστοιχα από τον θάνατό τους.
Αισθάνθηκα μάλιστα πως αποτελούσε κι ένα προσωπικό μου χρέος να τιμήσω με μια ομιλία αυτούς τους δυο μεγάλους καλλιτέχνες που υπήρξαν και δάσκαλοί μου και παράλληλα να αναφερθώ σε γεγονότα γύρω από τη ζωή τους που εγώ και ο Ευάγγελος ζήσαμε από κοντά.
Αυτά τα γεγονότα είναι χρήσιμο να τα πληροφορούνται ειδικά οι νέοι, έτσι ώστε να σχηματίσουν πληρέστερα μια εικόνα για τους καλλιτέχνες μέσα από την εποχή που έζησαν.
Θυμίζω λοιπόν πως η Ίντα Πρέστι πέθανε ξαφνικά σε ηλικία μόλις 43 ετών στις 24 Απριλίου του 1967 από ανεύρυσμα αορτής, ενώ 20 χρόνια αργότερα στις 2 Ιουνίου 1987 και σε βαθιά γεράματα ‘έφυγε’ ο Αντρές Σεγκόβια σε ηλικία 94 ετών.

 

 

 

 

 

 

Μετά τη σύντομη αυτή εισαγωγή και περνώντας πρώτα στην Πρέστι, θέλω να παραθέσω κάποια στοιχεία από το βιογραφικό της που ίσως δεν είναι γνωστά:
Η Ίντα Πρέστι γεννήθηκε το 1924 στην Κορσική από τον Γάλλο Κλωντ Μοντανιόν και την Ιταλίδα Όλγα Λοπρέστι.

Η Ιβέτ Ίντα Μοντανιόν λοιπόν, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια χαρισματική κιθαριστική περίπτωση, ως ένα σπάνιο ταλέντο.
Πράγματι, η μικρή Ίντα κάνει το ντεμπούτο της στο Παρίσι ως παιδί-θαύμα σε ηλικία 10 ετών, ενώ αμέσως μετά, στα 11 χρόνια της, ερμηνεύει το κονσέρτο του Τζουλιάνι με την ορχήστρα της γαλλικής ραδιοφωνίας.

 

 

 

 

Το 1938, μόλις 14 ετών, η Ίντα Πρέστι ηχογραφεί τους πρώτους της δίσκους ενώ παράλληλα εμφανίζεται σε συναυλίες στις κυριότερες πόλεις της Ευρώπης. Η εκπληκτική της τεχνική, η πηγαία μουσικότητα και απαράμιλλος ήχος της εγκωμιάζονται τόσο από το κοινό και τους κριτικούς όσο και από τον καθιερωμένο τότε Αντρές Σεγκόβια.
Η Ίντα Πρέστι απέκτησε από τον πρώτο γάμο της μια κόρη την Ελίζαμπεθ και από τον δεύτερο το 1952 με τον κιθαριστή Αλέξανδρο Λαγκόγια, ένα γιό, τον Σιλβάν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το ντουέτο κιθάρας της Ίντα Πρέστι και του Αλεξάντρ Λαγκόγια, πραγματοποιεί τις πρώτες περιοδείες στην Ευρώπη και την Αμερική, γνωρίζοντας μια θριαμβευτική υποδοχή παντού όπου εμφανίζεται.
Στην επόμενη δεκαετία του 1960, το διάσημο πια Duo Presti – Lagoya περιοδεύει σε όλον τον κόσμο, καθιερώνοντας αυτό το ‘καινούργιο’ είδος της μουσικής των έργων για 2 κιθάρες και ταυτίζοντας παράλληλα το όνομά τους με τη φόρμα αυτή.

Γνωστοί συνθέτες όπως ο Ροντρίγκο, ο Τεντέσκο, ο Πουλένκ, ο Πετί, ο Ζολιβέ, αφιερώνουν στους Πρέστι-Λαγκόγια συνθέσεις τους, οι οποίες παράλληλα με αρκετές έξοχες μεταγραφές που κάνει το ντουέτο, ηχογραφούνται σε δίσκους που προκαλούν τον θαυμασμό και τη συγκίνηση.
Δυστυχώς για την ιστορία του ντουέτου, για τον κόσμο της κιθάρας, δυστυχώς για την ίδια την Τέχνη, η Ίντα Πρέστι πεθαίνει εντελώς ξαφνικά τον Απρίλιο του 1967 στο νοσοκομείο του Ρότσεστερ στην Αμερική, όπου είχε εσπευσμένα διακομισθεί μετά το κονσέρτο που τη βραδιά εκείνη είχαν δώσει στην ίδια πόλη.

Στην πολύ σύντομη ζωή της η Ίντα Πρέστι αξιώθηκε να γνωρίσει τη δόξα (όχι βέβαια αυτή που της αναλογούσε) μέσα από τις αλλεπάλληλες συναυλίες, τις περιοδείες, τους δίσκους, τις συνθέσεις, τις μεταγραφές, τις εκδόσεις και τα Master Classes.

Υπήρξε ένας χαρακτήρας ευγενικός, ευχάριστος και αυθόρμητος. Τα ταλαιπωρημένα παιδικά της χρόνια και ο άτυχος πρώτος της γάμος, της διαμόρφωσαν μια απλή και προσιτή συμπεριφορά, μια οικειότητα που συναντάς μόνον στους αληθινούς ανθρώπους που δεν υποκρίνονται να εμφανίσουν κάτι το διαφορετικό.
Αυτό το μικροκαμωμένο πλάσμα με τη φλογερή ματιά και το σπάνιο ταμπεραμέντο, ήταν μια ξεχωριστή κιθαρίστρια. Παίζοντας τις πρώτες νότες, το πρόσωπό της έπαιρνε μια έκφραση παράξενα εμπνευσμένη, τα μικρά της δάχτυλα φαινόντουσαν τεράστια, ενώ απ’ τα σπλάχνα της συχνά πυκνά έβγαινε μια υπόκωφη βαριά ανάσα. Χτυπώντας τις χορδές από τη δεξιά μεριά του νυχιού άκουγες έναν ήχο σπάνιο, κρυστάλλινο και παράλληλα μεστό που δεν ταίριαζε με κανενός άλλου σολίστα στον κόσμο, ένας ήχος που δημιούργησε τελικά Σχολή εκείνα τα χρόνια.

Φέτος, 50 χρόνια μετά το θάνατό της, ανακαλούμε στην μνήμη μας αυτή την ξεχωριστή προσωπικότητα της μουσικής, που με το παίξιμο και τη διδασκαλία της δημιούργησε χιλιάδες νέους φίλους της κιθάρας, ενέπνευσε αξιόλογους συνθέτες να γράψουν για το όργανο καινούργια έργα και τέλος καθιέρωσε και διέδωσε τη μουσική του ντουέτου.
Χωρίς αμφιβολία η Ida Presti υπήρξε όχι μόνον η κορυφαία κιθαρίστρια όλων των εποχών, αλλά μια σπάνια περίπτωση κιθαριστικής ιδιοφυίας που το πέρασμά της άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στο πάνθεον των ερμηνευτών του οργάνου.

Είχαμε συνδεθεί πολύ με την Ίντα Πρέστι και τον άντρα της τον Αλέξανδρο Λαγκόγια. Δυο χρόνια πριν το θάνατό της, το 1965, μας είχαν παντρέψει στην Nice της Γαλλίας στην Ορθόδοξη εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα.

Nice: Άγιος Σπυρίδωνας

 

 

 

 

 

 

Φυσικά δεν ήταν μόνο η κουμπαριά που μας συνέδεσε. Ήταν η γνωριμία και η σχέση μας που είχε ξεκινήσει επτά χρόνια νωρίτερα, ήταν τα μαθήματα που πήραμε απ’ αυτούς τέσσερα καλοκαίρια στην Ακαδημία της Nice, ήταν η έμπνευση που αντλούσαμε από το παίξιμό τους, ήταν η παρέα που κάναμε όταν πηγαίναμε οι τέσσερις μας σε κάποιο από τα κονσέρτα τους, ήταν η φιλία που οικοδομήθηκε.

1966: Academie Internationale d’ete

 

 

 

 

 

Μιλούσαμε πολύ με τον Λαγκόγια. Μιλούσαμε τη γλώσσα μας αφού ο ίδιος ήταν Έλληνας – Αλέκος Χατζηωάννου ήταν το όνομά του – γεννημένος από Έλληνες γονείς στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το ψευδώνυμο Λαγκόγια το χρησιμοποίησε απ’ τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Παρίσι και έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα πολυσύλλαβα ελληνικά ονόματα, δύσκολα προφέρονται από τους ξένους, δύσκολα αποθηκεύονται στη μνήμη τους.

Θυμάμαι την πρώτη μας γνωριμία στην Αθήνα το 1960, όταν για τις διακοπές τους το ζεύγος Πρέστι-Λαγκόγια επισκέφθηκε τη χώρα μας για πρώτη φορά και ο δάσκαλός μας ο Δημήτρης Φάμπας δεν έχασε την ευκαιρία, με το άκουσμα της είδησης, να τους προσκαλέσει για δείπνο στο σπίτι του.
Κάλεσε ακόμα τον Βαγγέλη κι εμένα, φώναξε και τον δάσκαλό του τον γέρο-Νίκο τον Ιωάννου και επίσης κάνα δυο φίλους του μουσικούς.
Ήταν γενναία και αξέχαστη η κίνηση του Φάμπα και ήταν μια μεγάλη βραδιά για όλους μας. Ήταν συγχρόνως και μια μοναδική ευκαιρία για μας που ήμασταν στα πρόθυρα του Διπλώματος, να γνωρίσουμε από κοντά δυο μεγάλα ονόματα της κιθάρας, να συζητήσουμε μαζί τους και να τους παίξουμε όπως μας είχε προϊδεάσει ο δάσκαλός μας.

1960: Οικία Δημήτρη Φάμπα

 

 

 

 

 

Φάνηκε μια έκπληξη στα πρόσωπά τους όταν πριν το φαγητό, παίξαμε πρώτα ο Βαγγέλης τη Chaconne του Bach και στην συνέχεια εγώ το Folie d’ Espagne του Ponce. Έκπληξη και ικανοποίηση, επειδή άκουσαν όπως είπαν ένα απροσδόκητα υψηλό επίπεδο που δεν περίμεναν να έχει η χώρα μας, κάτι που επανέλαβαν και αργότερα στη συζήτηση κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Τα επαινετικά τους λόγια αντανακλούσαν πρωτίστως στην διδασκαλία του Φάμπα του οποίου το πρόσωπο έλαμπε κυριολεκτικά από χαρά και δευτερευόντως σε μας τους δυο, που φορτωμένοι με άγχος από αυτή την πρωτόγνωρη δοκιμασία, χαλαρώσαμε στο τέλος με αυτή την τονωτική ένεση ηθικού και αυτοπεποίθησης που μας έκαναν.
Φυσικά και καταλάβαινα πως σε τέτοιες περιπτώσεις, μα και για λόγους ευγένειας ή αβροφροσύνης, δεν θα ήταν ασυνήθιστο να ειπωθούν δυο κουβέντες παραπάνω, αλλά η Πρέστι, χωρίς να της το ζητήσει κανείς (και αυτό είχε μεγάλη σημασία), έγραψε μια ιδιόχειρη αφιέρωση τόσο σε μένα όσο και στον Βαγγέλη, μια αφιέρωση που την ώρα εκείνη μας φάνηκε ένα ανεκτίμητο δώρο.
Σκέπτομαι τώρα πόσο ανάγκη έχει ένα νέο παιδί που κάνει όνειρα για το μέλλον του να δεχθεί μια τέτοια ενθάρρυνση, αλλά και πόσο επικίνδυνη αντίθετα μπορεί να αποβεί αυτή η ενθάρρυνση, αν δεν είναι αληθινή.
Η κίνηση της Πρέστι υπήρξε συμβολική, σημαδιακή θα έλεγα.
Το χειρόγραφό της με τις δυο αφιερώσεις, υπάρχει ακόμα σε κορνίζα στο Στούντιό μας, έτσι για να μας θυμίζει τη μορφή της, αλλά και τις μεγάλες στιγμές της δικής μας ζωής.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για την Ίντα Πρέστι και για ένα σωρό περιστατικά που θυμάμαι από τις ατέλειωτες ώρες που ζήσαμε μαζί, αφού από τη βραδιά εκείνη μέχρι το θάνατό της δεν πέρασε και κάποια χρονιά που να μη ειδωθούμε.
Ενδεικτικά ωστόσο ξεχωρίζω κάποιες στιγμές σημαντικές που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη μου, όπως ήταν λόγου χάρη το κονσέρτο με ορχήστρα που έδωσαν το άλλο καλοκαίρι – τον Ιούλιο του 1961 – στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο.
Ήταν σταθμός και ορόσημο εκείνη η βραδιά, επειδή ο ήχος της κιθάρας ακούστηκε για πρώτη φορά κάτω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και ήταν ένας θρίαμβος για το απαξιωμένο ως τότε όργανο, αλλά ήταν και μια αναγνώριση για όλους εμάς που τα δύσκολα εκείνα χρόνια δίναμε μάχη κόντρα στην αμφισβήτηση και την άρνηση που εισπράτταμε από τον περίγυρο.

Χαραγμένο στη μνήμη μου ακόμα έχει μείνει και το τρακ που την κυρίευε πριν από τις συναυλίες, μια συμπεριφορά που για μας ήταν ανεξήγητη και κάθε φορά μας έκανε εντύπωση. Αυτή η σπάνια κιθαριστική προσωπικότητα που όταν ανέβαινε στο παλκοσένικο καθήλωνε το ακροατήριο με το δαιμονισμένο ταμπεραμέντο της, αυτή η πανίσχυρη αρχόντισσα του οργάνου, γινόταν αδύναμη και κάτωχρη πριν την εμφάνιση καπνίζοντας ασταμάτητα.
Ήταν μια διαπίστωση που επισημάναμε στα αλλεπάλληλα ρεσιτάλ που έδιναν τα καλοκαίρια σε διάφορες πόλεις, στα παράλια της Γαλλικής Ριβιέρα κατά τη διάρκεια της Ακαδημίας, όταν μας πρότειναν να τους συντροφεύουμε.
Στη πορεία για το κονσέρτο, ο Λαγκόγια που οδηγούσε ήταν αρκετά χαλαρός και ομιλητικός σε αντίθεση με την Πρέστι που καθόταν δίπλα του και παρέμενε αμίλητη και απρόσιτη σε όλη την διαδρομή. Το σκηνικό βέβαια άλλαζε εντελώς όταν επιστρέφαμε…

Όπως επίσης δεν ξεχνώ, σε μια από αυτές τις διαδρομές, εκείνο το αλησμόνητο ρεσιτάλ που έδωσαν στο Menton, την επαύριο του γάμου μας, όταν παίξαμε για 15 λεπτά πριν αρχίσουν το πρόγραμμά τους, αφού πρώτα μίλησαν για μας και μας παρουσίασαν στο κοινό ως διαδόχους τους. Ήταν μια προσφορά, μια γενναιόδωρη προσφορά που δεν συνηθίζεται εύκολα, μια χειρονομία που δεν έπαψα ποτέ να τη θυμάμαι με πολύ συγκίνηση.

1965: Festival de Menton

Για να μη κουράσω άλλο με τις αναμνήσεις μου για την Ίντα Πρέστι, ένα τελευταίο περιστατικό – πολύ σημαντικό όμως – που θέλω να αναφέρω ήταν οι τρίλιες με το δεξί χέρι που είχε εφεύρει η ίδια, μια τεχνική που το ντουέτο χρησιμοποιούσε στα έργα για 2 κιθάρες, αλλά ωστόσο αυτή η τεχνική παρέμενε μέχρι τότε εντελώς άγνωστη στον κόσμο της κιθάρας.
Στα χρόνια που μαθητεύσαμε μαζί τους στην Ακαδημία και μετά από αρκετή προσπάθεια καταφέραμε να αφομοιώσουμε και να χρησιμοποιούμε και εμείς πλέον στις εμφανίσεις μας αυτή την τεχνοτροπία καταργώντας σχεδόν τις τρίλιες με το αριστερό χέρι.
Αρκεί και μόνο να φέρω στη μνήμη μου την εντύπωση που έκανε στον Σεγκόβια αυτή η τεχνική – ο οποίος μάλιστα αιφνιδιασμένος δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή του – όταν του πρωτοπαίξαμε δυο Σονάτες του Σκαρλάτι, ένα περιστατικό στην Ακαδημία του Σαντιάγκο, το καλοκαίρι του 1968.
Η συνομιλία που ακολούθησε μέσα στην τάξη, το ενδιαφέρον και η λεπτομερής ανάλυση του δακτυλισμού της τρίλιας σε δυο χορδές με το δεξί χέρι, αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης συζήτηση και τις επόμενες ημέρες.
Όπως ήταν φυσικό, το περιστατικό αυτό στάθηκε και η αφορμή για να διαδοθεί αστραπιαία παντού στον κόσμο, η επαναστατική και ευφυής αυτή επινόηση της Ίντα Πρέστι, μια και όλοι οι σπουδαστές – σολίστες που παρακολουθούσαν τα μαθήματα στην τάξη του Σεγκόβια εκείνη τη χρονιά, μετέφεραν αυτή την τεχνική στην πατρίδα τους.

==============================================================

Ας μιλήσω τώρα για τον Αντρές Σεγκόβια μια και αναφέρθηκα σ’ αυτόν.
Λίγο ως πολύ το βιογραφικό του είναι γνωστό: Ο Αντρές Σεγκόβια Τόρρες όπως ήταν το όνομά του, υπήρξε ένας αυτοδίδακτος, όπως υποστήριζε, κιθαριστής που γεννήθηκε στο Λινάρες της Ανδαλουσίας τον 19ο αιώνα και έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ σε ηλικία 16 ετών.
Αντίθετα με την Πρέστι, ο Σεγκόβια δεν υπήρξε ποτέ παιδί – θαύμα, αλλά ούτε καν ένας ασυναγώνιστος δεξιοτέχνης που χρωστάει τη φήμη του σε ακροβατισμούς, ταχύτητες και εντυπωσιακά εφέ με την κιθάρα.
Αν για την Πρέστι η πρώτη σκέψη, ο πρώτος χαρακτηρισμός που μου ήλθε στο νου ήταν οι λέξεις ‘ένα σπάνιο ταλέντο’, για τον Σεγκόβια πιστεύω πως ταιριάζει ο τίτλος:‘ο θεμελιωτής της κλασικής κιθάρας’.
Πράγματι στον Σεγκόβια ο κόσμος της κιθάρας χρωστάει πάρα πολλά αφού η προσφορά του στο όργανο είναι ανεκτίμητη.
Υπήρξε ο καλλιτέχνης που για έναν ολόκληρο αιώνα – τον εικοστό – εργάσθηκε ακατάπαυστα και πέτυχε να καθιερώσει το υποτιμημένο μέχρι τότε λαϊκό όργανο, σε συναυλιακό: Έδωσε αμέτρητα ρεσιτάλ απ’ άκρου εις άκρον, παρουσιάστηκε στις πιο φημισμένες αίθουσες του κόσμου, εμφανίστηκε σε κονσέρτα με ορχήστρα ως σολίστ και ήταν ο πρώτος που δίδαξε το όργανο διεθνώς σε Master Classes στις Ακαδημίες Κιτζιάνα της Ιταλίας και Σαντιάγο της Ισπανίας.

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια εμπλούτισε το ρεπερτόριο του οργάνου με έργα επώνυμων συνθετών αλλά και με επιλεγμένες μεταγραφές δικές του, ηχογράφησε στις μεγαλύτερες εταιρείες δίσκων πάμπολλα έργα και τέλος αγωνίστηκε μέχρι τα βαθιά του γεράματα για να πετύχει να διδάσκεται η κιθάρα σε Ακαδημίες, Πανεπιστήμια και επώνυμες Μουσικές Σχολές, δίνοντας της τελικά μια θέση ανάλογη με αυτή που είχαν και τα υπόλοιπα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας.
Η προσφορά του Σεγκόβια δεν περιορίζεται μόνο στην εξαίρετη ερμηνεία των μουσικών έργων. Είναι κυρίως η συμβολή του στην ανάδειξη ενός υποβαθμισμένου μουσικού οργάνου, σε όργανο υψηλών καλλιτεχνικών απαιτήσεων. Είναι η μεταμόρφωση της κιθάρας από όργανο απλής συνοδείας σε ρόλο ‘σολίστ’.

Academy of Santiago de Compostela

1968: Santiago de Compostela

 

 

 

 

 

 

Για μένα και τον Βαγγέλη ήταν μια ευτυχισμένη συγκυρία συμπτώσεων να μαθητεύσουμε κοντά του για τρείς συνεχόμενες περιόδους και πέρα από αυτό να συνδεθούμε με μια στενή σχέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Είχαμε την ευκαιρία και την τύχη θα έλεγα, μετά τα πρώτα χρόνια της Ακαδημίας να βρεθούμε αρκετές φορές σε διάφορες γωνιές της γης, να δειπνήσουμε μαζί, να ακούσουμε τις απόψεις του και να αντλήσουμε θέματα από τη τρικυμισμένη του ζωή, να απολαύσουμε τις εμπειρίες του, να προβληματιστούμε με τις συμβουλές του, να κερδίσουμε από τη σοφία του.

Albert Augistin Andres Segovia

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια ήταν άτομο σπάνιας ευφυΐας. Διέθετε εκπληκτική μνήμη, κρίση, αισθητική και είχε ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση του χιούμορ. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και εργαζόταν καθημερινά ατέλειωτες ώρες.
Ως χαρακτήρας υπήρξε βαθιά ανθρώπινος, προσιτός και γενναιόδωρος. Ήταν όμως παράλληλα και πεισματάρης, εγωιστής ή ακόμα και εμπαθής. Και είναι βέβαιο πως αν εμείς προσωπικά δεν έχουμε να θυμηθούμε κάτι που να σκιάζει την εικόνα του, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν συγκρατούν ένα μορφασμό στη θύμηση της γνωριμίας μαζί του. Για μια προσωπικότητα ωστόσο που έζησε και έδρασε έναν ολόκληρο αιώνα θα ήταν υπερβολή να απαιτήσει κάποιος μια στάση αψεγάδιαστη και υποδειγματική, σε κάθε φάση της πολυκύμαντης ζωής του. Υπήρξε ο καλλιτέχνης που πέρασε 2 παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο, ξεκληρίστηκε για χρόνια από την πατρίδα του, παντρεύτηκε 4 φορές, έχασε κάποια από τα παιδιά του και όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί με έντονη παρουσία και προσφορά, απέκτησε στενούς φίλους και άσπονδους εχθρούς. Στα δικά μας μάτια υπήρξε ο απλός, ο προσηνής, ο σοφός. Μάλιστα για πολλά χρόνια αργότερα, ακόμα και σήμερα, συναντώ μπροστά μου πολλές από τις απόψεις του για τη ζωή, τις κρίσεις του για τους ανθρώπους, τις ιδέες του για τη μουσική.

όρθιοι από αριστερά: A.Segovia, M.Llobet καθιστοί: D. Fortea, E. Pujol

J. Rodrigo A. Segovia A. Tansman

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια ήταν από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που μπορούσε να επικοινωνεί με το κοινό και κυριολεκτικά να το συναρπάζει. Διέθετε αυτό το χάρισμα που οι Ισπανοί ονομάζουν ‘ντουέντε’. Τα δάχτυλά του ήταν μεγάλα και χοντρά αλλά εξαιρετικά γυμνασμένα και ευκίνητα. Τα νύχια του φαρδιά και ιδιαίτερα σκληρά, γι’ αυτό και ο ήχος του ήταν βαθύς, πλούσιος και μεστός. Ειδικά ο ήχος του Σεγόβια ήταν αυτός που γοήτευε περισσότερο στο παίξιμό του, γεγονός που και σήμερα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο ακροατής μέσα από τους δίσκους του, πολλοί από τους οποίους ηχογραφήθηκαν απ’ ευθείας στο βινίλιο…

Η πρώτη φορά που συναντήσαμε αυτόν τον ‘μύθο’ της κιθάρας, ήταν το 1967 όταν με τον Βαγγέλη επισκεφτήκαμε την Ισπανία.
Πράγματι, ο Σεγκόβια είχε καταχωρηθεί στη σκέψη μας από πολλά χρόνια νωρίτερα ως ένα μυθικό πρόσωπο, ένα ‘είδωλο’.

1967: Herradura prov. of Granada

Evangelos Tansman Liza Segovia

 

 

 

 

 

 

Στην αντίληψη αυτή για τον Σεγκόβια, άθελά του, καθοριστικό ρόλο είχε παίξει ο θαυμασμός που έτρεφε για τον διάσημο κιθαριστή ο δάσκαλός μας ο Δημήτρης Φάμπας, ένας θαυμασμός που κάποιες στιγμές μετατρέπονταν σε φανατισμό και κάποιες άλλες προσέγγιζε τα όρια του παραλογισμού: Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Φάμπας μας υποχρέωνε να ερμηνεύσουμε ένα κομμάτι ακριβώς όπως το έπαιζε στον δίσκο ο Σεγκόβια, ενώ κάποιες άλλες θα έπρεπε να μιμηθούμε ακόμα και τις πιο ασήμαντες εκφραστικές λεπτομέρειες με τις οποίες ο Σεγκόβια συνήθιζε να διανθίζει το μουσικό κείμενο. Μα πέρα από αυτά, ο δάσκαλός μας δεν έπαυε να μας μιλάει ατέλειωτα για τις περιοδείες, τα κατορθώματα και την αποθέωση που γνώριζε παντού ο Ισπανός καλλιτέχνης, πλέκοντας κάθε φορά το εγκώμιό του. Ήταν μια πλύση εγκεφάλου που επαναλαμβανόταν σε κάθε μάθημα και με κάθε ευκαιρία.

Η αλήθεια είναι πως αυτή τη ‘Σεγκοβιομανία’ δεν την είχε μόνο ο Φάμπας. Όπως διαπίστωσα αργότερα που επισκέφτηκα και το εξωτερικό, κυριαρχούσε παντού ένα ντελίριο γύρω από τη μορφή και το παίξιμο του Σεγκόβια, σε σημείο που αν κάποιος δεν ακολουθούσε τις ερμηνείες, τον ήχο και την αισθητική του, να θεωρείται ούτε λίγο ούτε πολύ άσχετος ή ημιμαθής. Με λίγα λόγια ο Σεγκόβια είχε καταφέρει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες να γίνει ένα κιθαριστικό ‘κατεστημένο’, τέτοιο που κανείς δεν διανοείτο να αμφισβητήσει.
Η εξήγηση που μπορώ σήμερα να δώσω είναι πως όλη αυτή η υστερία που κατείχε τον κιθαρόκοσμο, προέκυπτε από το γεγονός πως οι πάντες αναγνώριζαν στον Σεγκόβια τον καλλιτέχνη που είχε αφήσει πολλά χρόνια πίσω του τον οποιονδήποτε ανταγωνιστή. Προέκυπτε ακόμη από το γεγονός ότι αυτός διαμόρφωνε και επέβαλε για δεκαετίες το δικό του ρεπερτόριο και το δικό του στιλ παιξίματος και τέλος γιατί ήταν ο ίδιος που δίδαξε για πρώτη φορά τα ‘μυστικά’ της τεχνικής της κιθάρας σε διεθνή ακαδημία, με αποτέλεσμα όλοι οι μεταγενέστεροι να υπάρξουν μαθητές του και κατά συνέπεια οι καλύτεροι πρεσβευτές της φήμης και του μύθου του.

Βέβαια η παράδοση της κιθάρας δεν ξεκινά από τον Σεγκόβια. Τους δυο τελευταίους αιώνες οι Ισπανοί Σορ, Αγουάδο, Τάρρεγα, Λιομπέτ, Πουζόλ, οι Ιταλοί Τζουλιάνι, Καρούλι, Καρκάσι, Λενιάνι, Ρεγκόντι και ο Νοτιοαμερικανός Μπάρριος είχαν βελτιώσει και προωθήσει την τεχνική και την εξέλιξη του οργάνου. Αλλά ήταν ο Σεγκόβια αυτός που εμφανίστηκε στις πιο γνωστές αίθουσες συναυλιών του κόσμου, ήταν ο Σεγκόβια που ενέπνευσε συνθέτες να γράψουν για το όργανο, ήταν αυτός ο καλλιτέχνης που αγωνίστηκε να αποσυνδέσει την κιθάρα από τη βαριά κληρονομιά του λαϊκού οργάνου και να της προσδώσει το κύρος του ‘κλασικού’.

A. Segovia κ.ά ακούγοντας τον Μ.Llobet

A. Segovia – H. Villa Lobos

 

 

 

 

 

 

 

Από όλα τα ρεσιτάλ του που κατά καιρούς έτυχε να παρακολουθήσουμε, αυτό που θυμάμαι έντονα ήταν της Νέας Υόρκης το 1983.
Ο Σεγκόβια ήταν ήδη 90 ετών και βγαίνοντας στο παλκοσένικο διέσχισε με δυσκολία την απέραντη σκηνή του θεάτρου στην κατάμεστη από 3000 κόσμο αίθουσα του Άϊβερυ Φίσσερ Χωλ, όπου του έγινε μια ανεπανάληπτη υποδοχή από ένα ακροατήριο που τον επευφημούσε όρθιο για πολλή ώρα πριν ακόμα αρχίσει το πρόγραμμά του. Ήταν ένα θέαμα συγκινητικό, θα έλεγα συναρπαστικό, ένας φόρος τιμής που οι Αμερικάνοι απέδιδαν την ώρα εκείνη σ’ ένα μοναδικό καλλιτέχνη. Κι αυτός, όπως πάντα με το αγέρωχο ύφος, το φράκο, τα λουστρίνια παπούτσια, την επισημότητα και την μεγαλόπρεπη συμπεριφορά, τόνιζε όσο του ήταν δυνατόν το σεβασμό, τη δυσκολία και την αξία του οργάνου που κρατούσε στα χέρια του.

Ένοιωθα, πως εκείνη η στιγμή, ήταν η δικαίωση ενός μοναδικού καλλιτέχνη που με όραμα και στόχους αγωνίστηκε μια ολόκληρη ζωή για να επιβάλει την κιθάρα ως όργανο κονσέρτου μέσα από αφάνταστες δυσκολίες, ειρωνείες, σαρκασμούς και ταπεινώσεις.
Έβλεπα στο πρόσωπό του τη διπλή ικανοποίηση για το παραλήρημα ενθουσιασμού από ένα κοινό που άκουγε πλέον την κιθάρα και τα έργα της με θρησκευτική ευλάβεια. Και στο μυαλό μου στριφογύριζαν οι ατέλειωτες συζητήσεις που είχαν προηγηθεί μαζί του όλα αυτά τα χρόνια: οι ιστορίες για τις άδειες αίθουσες στο ξεκίνημα της καριέρας του, για τις κυρίες των σαλονιών που αποφαίνονταν «πόσο γελοίο είναι το άκουσμα του Μπαχ στην κιθάρα», για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε με τις μεταγραφές, για τους εξευτελισμούς από τους ‘ειδικούς’ και το ‘μουσικό κατεστημένο’, για την πρόταση που του έκαναν στην Αμερική να φορέσει σομπρέρο στην TV διαφημίζοντας καφέ ή για να παίξει φλαμένκο ώστε να αρέσει περισσότερο αλλά και το παράπονο του για όσους από τους μαθητές του νόθευαν το πρόγραμμά τους με φτήνιες.
Σκεφτόμουνα εκείνη την ώρα της αποθέωσης πόση δύναμη και τι πείσμα διέθετε αυτός ο αιωνόβιος καλλιτέχνης που υποκλινόταν πάνω στη σκηνή, ώστε να εξακολουθεί να ταλαιπωρείται στα 90 του χρόνια με τις καθυστερήσεις των αεροπλάνων, τις βαρυχειμωνιές, τα jet-lag, τις αγωνίες, το τρακ, τα ξενύχτια και τις εντάσεις.
Δεν ήταν άλλωστε και κάποιος χαρακτήρας έτοιμος να κάνει περικοπές και συμβιβασμούς με το ρεπερτόριο. Ένα πρόγραμμα απαιτητικό και μεγάλης διάρκειας ερμήνευσε και παρά τις όποιες αδυναμίες στην τεχνική και τη μνήμη, κατάφερε να χαρίσει στιγμές συγκίνησης με ένα παίξιμό που διατηρούσε μια παράξενη φρεσκάδα.
Αυτή η φρεσκάδα ήταν που τον χαρακτήριζε και όταν λίγες ώρες αργότερα τρώγαμε μαζί στη δεξίωση που δόθηκε προς τιμήν του στο σπίτι της Rose Augistin και ένιωθα πως μιλούσα με ένα νεαρό που ξενυχτούσε, έτρωγε, έπινε, έλεγε ανέκδοτα αλλά θυμόταν τα πάντα για μας, την Ελλάδα, τον Μηλιαρέση, τον Φάμπα, τον ιμπρεσάριο που τον είχε καλέσει στην Ελλάδα το 1951 και δεν τον πλήρωσε!

Θέλω να ολοκληρώσω την εικόνα για τον Σεγκόβια με αναφορές στην βοήθεια που πρόσφερε στους νέους και τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε.
Θυμάμαι την πρώτη μας περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά το Μάιο του 1969 με 9 ρεσιτάλ.
Ξεκινήσαμε από το Βανκούβερ και στη συνέχεια παίζαμε στο Σηάτλ. Πλημμυρισμένη από τις αφίσες μας η πόλη, με τα ονόματά μας, τη φωτογραφία μας και τον υπότιτλο Recommended by Andrés Segovia.
Όταν ρωτήσαμε τον Duncan MacKenna, τον τοπικό παράγοντα στο Σηάτλ, μας απάντησε πως ο Σεγκόβια που πέρυσι είχε παίξει εκεί, του συνέστησε να μας καλέσει.
Ο ίδιος ο Σεγκόβια ποτέ δεν μας μίλησε γι’ αυτό.
Κάτι ανάλογο μας είχαν πει πριν μερικά χρόνια και οι Πρέστι – Λαγκόγια. Ποτέ δεν τους έκανε κουβέντα για μια περιοδεία με 4 ρεσιτάλ που έδωσαν στην Ελβετία. Ο ίδιος είχε συστήσει στον ιμπρεσάριό του να διοργανώσει αυτή τη σειρά συναυλιών για το ντουέτο τους.
Μπορώ να θυμηθώ και αρκετούς ακόμη επώνυμους καλλιτέχνες που βοήθησε, είτε με συστατικές επιστολές, είτε με προσωπική παραίνεση στον ιμπρεσάριό του, είτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο: Alirio Diaz, José Tomás, Oscar Ghiglia, Eliot Fisk, Christopher Parkening, José Luis Rodrigo, David Russell, την αφεντιά μας, μα περισσότερο απ’ όλους, τον John Williams τον “ πρίγκιπα της κιθάρας” όπως τον χαρακτήρισε σε συστατική επιστολή του το 1958, ανοίγοντάς του διάπλατα τις πόρτες για μια παγκόσμια σταδιοδρομία.

John Williams Andrés Segovia

Αφού αναφέρθηκα πιο πάνω στη χρονολογία της επίσκεψης του ντούο Πρέστι-Λαγκόγια στην Ελλάδα, είναι νομίζω απαραίτητο να μιλήσω και για την επίσκεψη του Σεγκόβια στη χώρα μας.
Ο Ισπανός λοιπόν καλλιτέχνης επισκέφθηκε την Αθήνα δυο φορές, την πρώτη το 1931 και την δεύτερη, σε απόσταση 20 χρόνων, το 1951.
Δεν είχαμε την τύχη να τον ακούσουμε βέβαια σε καμία από τις επισκέψεις του αυτές, αλλά αξίζει τον κόπο να αναφερθώ στον τρόπο που προσκλήθηκε την πρώτη φορά. Είναι μια μαρτυρία του γερο-Νίκου του Ιωάννου, του δάσκαλου του δασκάλου μας.
Όπως μας το αφηγήθηκε λοιπόν ο Ιωάννου που υπήρξε ο πρώτος Έλληνας κλασικός κιθαριστής, το Ωδείο Αθηνών με διευθυντή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και το επταμελές συμβούλιο, ήταν το ίδρυμα που μετακαλούσε ξένους καλλιτέχνες για ρεσιτάλ, σε ένα περιορισμένο βέβαια αριθμό πέντε περίπου συναυλιών κάθε χρόνο.
Έτσι μετά το θαυμάσιο ρεσιτάλ του διάσημου Πολωνού βιολονίστα Μπρόνισλαβ Χούμπερμαν το 1929, το συμβούλιο ζήτησε τη γνώμη του για την προσεχή χρονιά, ποιόν καλλιτέχνη δηλαδή μεγάλου καλλιτεχνικού κύρους θα μπορούσαν να προσκαλέσουν.
Ο Χούμπερμαν χωρίς δισταγμό πρότεινε τον ισπανό βιολοντσελίστα Πάμπλο Καζάλς, αλλά η απάντηση ήταν πως τον είχαν ήδη μετακαλέσει την προηγούμενη χρονιά. Ο Χούμπερμαν συνέχισε να απαριθμεί άλλα μεγάλα ονόματα διαφόρων οργάνων: Αρθούρο Ρουμπινσταϊν, Γιάσα Χάϊφετς, Βάντα Λαντόφσκα, Γκασπάρ Κασαντό, Αντρές Σεγκόβια…
Στο άκουσμα του ονόματος του Σεγκόβια τα μέλη του συμβουλίου κοιτάχτηκαν αμήχανα ζητώντας από τον Χούμπερμαν να επαναλάβει το όνομά του. Ο διάσημος βιολονίστας τους διευκρίνισε πως ο Αντρές Σεγκόβια είναι ένας περίφημος ισπανός κιθαριστής που έχει μετατρέψει την κιθάρα σε όργανο κλασικό και δίνει ρεσιτάλ σε γνωστές αίθουσες συναυλιών.
Στο άκουσμα ‘κλασική κιθάρα’ τόσο ο Οικονομίδης όσο και το Συμβούλιο παρέκαμψαν αμέσως το θέμα μεταφέροντας τη συζήτηση αλλού. Έτσι το ζήτημα ξεχάστηκε εντελώς αφού θεώρησαν πως η πρόταση του Χούμπερμαν για κάποιον Σεγκόβια με την κιθάρα του ήταν ατυχής.
Ωστόσο την άλλη χρονιά που ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης βρέθηκε στην Βιέννη και είδε τις τεράστιες αφίσες στους δρόμους για το ρεσιτάλ του Ισπανού κιθαριστή Αντρές Σεγκόβια, θυμήθηκε τον Χούμπερμαν και την πρότασή του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη παρακολούθησε το ρεσιτάλ και γοητευμένος από το παίξιμό του Ισπανού καλλιτέχνη τον προσκάλεσε στην Αθήνα για μια εμφάνιση την Άνοιξη του 1931.

 

 

 

 

 

 

 

Το εκπληκτικό στην ιστορία αυτή είναι ότι το Θέατρο ‘Ολύμπια’ όπως λεγόταν η Λυρική Σκηνή, ήταν κατάμεστο από ένα κοινό που στο τέλος παραληρούσε από ενθουσιασμό, γεγονός που ανάγκασε τους οργανωτές να επαναλάβουν το ρεσιτάλ τρείς μέρες αργότερα.

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σεγκόβια παίζοντας ένα εντελώς καινούριο πρόγραμμα τη φορά αυτή, γοήτευσε και πάλι το ακροατήριο με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί ένα τρίτο ρεσιτάλ με ένα και πάλι διαφορετικό πρόγραμμα σε τρεις ημέρες!
Ήταν η αποθέωση ενός καλλιτέχνη που το όνομα του όπου κι αν εμφανιζόταν πλέον έπαιρνε μυθικές διαστάσεις…

 

 

 

 

 

 

 

Ως επίλογο και ως φόρο τιμής για τα 30 χρόνια φέτος από το θάνατό του, αντί άλλης κριτικής θέλω να παραθέσω τα σχόλια ενός μεγάλου καλλιτέχνη του 20ου αιώνα, του Julian Bream, ο οποίος το 1974 μιλώντας στο B.B.C  αναφέρθηκε στην εντύπωση που του προξένησε ο Σεγκόβια όταν τον άκουσε για πρώτη φορά:

Julian Bream

“Το παίξιμο του Σεγκόβια, μου φάνηκε μοναδικό. Δεν είχα ξανακούσει ποτέ τέτοιο πλούτο ηχοχρωμάτων, τέτοια εμπνευσμένη ερμηνεία, τέτοιον υπέροχο καλλιτέχνη. Πιστεύω πως ο ήχος του είναι ανεπανάληπτος.
Σ’ αυτό βοηθάει αναμφίβολα η κατασκευή των χεριών του: Το δυνατό και βαρύ αλλά αεικίνητο αριστερό του χέρι σε συνδυασμό με το μαλακό και χαλαρό δεξί το οποίο διαθέτει ένα εξαιρετικά πλατύ και σκληρό νύχι.
Ακούγοντας τον Σεγκόβια ξεχωρίζεις αμέσως τον μοναδικό αυτόν ήχο. Οτιδήποτε ερμηνεύει έχει τη δική του σφραγίδα.
Ο Σεγκόβια είναι ίσως από τους ελάχιστους καλλιτέχνες όλων των οργάνων που μπορεί να σε καθηλώσει και να σε μεταφέρει με το παίξιμό του στον δικό του μαγικό κόσμο.”

Αμέσως μετά τον θάνατο του Ισπανού καλλιτέχνη, ο Bream ηχογράφησε ένα δίσκο με έργα του ρεπερτορίου του Segovia, ένα δίσκο που τον αφιέρωσε στη μνήμη του.

 

                                                                                                                    Λίζα Ζώη
                                                                                                                     (Απρίλιος 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Οι μεταγραφές στην κιθάρα

(από τη διάλεξή μου στο 6ο Φεστιβάλ Κιθάρας Φαλήρου στις 18/2/17)

Με δεδομένο πως οι μεταγραφές και οι διασκευές καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της κιθάρας, σκέφτηκα πως θα ήταν χρήσιμη μια εμπεριστατωμένη προσέγγιση στο θέμα, όταν μάλιστα είναι διαπιστωμένο πως οι περισσότεροι σπουδαστές του οργάνου έχουν ελλιπείς ή και λανθασμένες απόψεις γύρω από το ζήτημα.
Μια από αυτές λόγου χάρη, είναι η εντύπωση πως μεταγραφή και διασκευή (transcription και arrangement) είναι περίπου το ίδιο πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα στο μόνο που ταιριάζουν είναι το γεγονός πως τόσο η μια όσο και η άλλη απλά επεξεργάζονται ή τροποποιούν μια σύνθεση, κατά κανόνα γνωστή.
Κατά τη διάρκεια μάλιστα αυτής της λεπτομερούς ανάλυσης, όπως είναι φυσικό θα επεκταθώ και σε θέματα αναφορικά με την εξελικτική πορεία της κιθάρας, την ιδιομορφία της, τις δυσκολίες, το ρεπερτόριο, τις αμφισβητήσεις, τους συνθέτες – εκτελεστές κλπ.

Ξεκινώντας λοιπόν πρώτα από τις διασκευές που αποτελούν ένα μικρό τμήμα της φιλολογίας του οργάνου, θέλω αμέσως να διευκρινίσω πως βασική προϋπόθεση μιας εύστοχης διασκευής είναι η συνθετική ικανότητα του διασκευαστή.
Ο ταλαντούχος συνθέτης είναι εκείνος που γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα δώσει μια άλλη διάσταση στο έργο, εμπλουτίζοντάς το με φρέσκες ιδέες, έξυπνα ευρήματα και ευφάνταστα ποικίλματα, μια τεχνική δηλαδή που προϋποθέτει απόλυτη ελευθερία κινήσεων, χωρίς ρυθμικούς ή μελωδικούς περιορισμούς, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά μια καινούργια σύνθεση.
Προφανώς όλοι θα έχετε ακούσει κάποια συγκροτήματα που δανείζονται μια απλή μελωδία από έναν κλασικό συνθέτη δίνοντας καινούργια πνοή στο έργο του, πολλές φορές πράγματι εντυπωσιακή.

Όσον αφορά στη μεταγραφή, που αποτελεί και την μεγάλη μερίδα της φιλολογίας του οργάνου, εδώ τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.
Επιτυχημένη μεταγραφή θεωρείται εκείνη που μένει πιστή στην αρχική γραφή, δεν αλλοιώνει το πνεύμα του συνθέτη, δεν καταστρατηγεί τις τονικές ή ρυθμικές αξίες του έργου και τέλος δεν παραμορφώνει το ηχητικό ή αισθητικό αποτέλεσμα.
Βλέπουμε με άλλα λόγια πόσο εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση έχει η μεταγραφή η οποία πρέπει να παραμείνει με συνέπεια κοντά στο αρχικό κείμενο και πόσο διαφορετική η διασκευή που μπορεί να στέκεται όσο θέλει μακριά από αυτό.
Πιστεύω λοιπόν πως, με βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω, το εγχείρημα της μεταγραφής παρουσιάζεται ως εξαιρετικά δύσκολο για ποικίλους λόγους οι οποίοι συχνά αποτελούν και την αιτία αντιρρήσεων και διαφωνιών.
Έχω στο μυαλό μου επιτυχημένες και αποτυχημένες μεταγραφές. Κάποιες που ανέδειξαν όχι μόνον τον εκτελεστή αλλά και το ίδιο το όργανο και αντίθετα κάποιες άλλες που κακοποίησαν τη σύνθεση και δεν αντέχουν σε κάποια κριτική.

Ας έλθουμε τώρα και στα δικά μας για να δούμε ποιος ήταν ο λόγος που υποχρεώνει τους κιθαριστές να καταφεύγουν σε μεταγραφές, μια ενέργεια που σπανίζει στα άλλα όργανα.
Όπως όλοι ξέρουμε, τους περασμένους αιώνες, η κιθάρα αντιμετώπισε μια μεγάλη περίοδο παρακμής, με αποτέλεσμα οι κορυφαίοι συνθέτες του 18ου και 19ου αιώνα να μην ασχοληθούν καθόλου μαζί της. Έτσι, το όργανο αυτό, που η ραγδαία εξέλιξή του από τα μέσα του 20ού αιώνα και μετά, αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο, βρέθηκε ουσιαστικά χωρίς παρελθόν, χωρίς φιλολογία, χωρίς ρεπερτόριο και με τους ερμηνευτές του να παίζουν σε μεταγραφές κομμάτια από τη φιλολογία του λαούτου, του τσέμπαλου ή του πιάνου, για να συμπληρώσουν το φτωχό από αυθεντικά έργα πρόγραμμά τους.
Η ορφάνια αυτή του ρεπερτορίου της πιθανώς να προέκυψε από την παράδοση που την ήθελε όργανο μόνο λαϊκό ή καθαρά συνοδείας με περιορισμένες δυνατότητες. Ίσως να οφείλεται και στην αδύναμη φωνή της την περίοδο του γιγαντισμού της μουσικής. Ακόμα και στην έλλειψη μεγάλων συνθετών – εκτελεστών που θα της έδιναν μια υψηλή καλλιτεχνική υπόσταση.
Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, έπρεπε να έλθει ο 20ος αιώνας για να πάρει η κιθάρα τη θέση που της αρμόζει. Έχω γράψει κατ’ επανάληψη πόσο βοήθησε σ’ αυτό η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας αλλά και η συμβολή του Αντρές Σεγκόβια που της έδωσε ένα σολιστικό, ένα συναυλιακό κύρος, απεγκλωβίζοντάς την από τον περιορισμένο συνοδευτικό της χαρακτήρα. Ο Σεγκόβια υπήρξε ο καλλιτέχνης που για ένα ολόκληρο αιώνα σήκωσε μόνος στις πλάτες του το βαρύ φορτίο να νεκραναστήσει κυριολεκτικά ένα υποτιμημένο λαϊκό όργανο και να το καθιερώσει μέσα από τις προσωπικές του επιτυχίες στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών.
Στις μέρες μας που το όργανο έχει πια καθιερωθεί παγκοσμίως με πληθώρα έργων από νέους συνθέτες, κοινή είναι και πάλι η διαπίστωση πως μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της στηρίζεται στις μεταγραφές. Είναι αλήθεια πως ο σημερινός κιθαριστής δεν μπορεί εύκολα να γυρίσει την πλάτη στους μεγάλους συνθέτες των περασμένων αιώνων, τα έργα των οποίων έχουν στη διάθεσή τους και σε αφθονία μάλιστα, όλα τα υπόλοιπα όργανα συναυλιών.

Με αυτά τα δεδομένα, εξηγείται λογικά η ανάγκη των μεταγραφών ειδικά στην κιθάρα, μια διαπίστωση που φαίνεται πως επεσήμανε πρώτος ο Ισπανός Φρανθίσκο Τάρρεγκα, τολμώντας να μεταγράψει έργα πιανιστικά από συνθέτες της πατρίδας του αλλά και κάποια άλλα από τον χώρο της μπαρόκ ή της ρομαντικής περιόδου.
Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας δεν αναδείκνυε μόνο τις ικανότητες του ιδίου αλλά πρόβαλλε κυρίως τις μεγάλες δυνατότητες του οργάνου και στους υπόλοιπους μουσικούς κύκλους από τους οποίους η κιθάρα απουσίαζε.
Έργα όπως η Φούγκα για βιολί του Μπαχ, η Βαρκαρόλα και η Καντσονέτα του Μέντελσον ή η Γρανάδα του Αλμπένιθ περίτεχνα μεταγραμμένα από τον κορυφαίο κιθαριστή εκείνης της εποχής, καταξίωναν το όργανο στη συνείδηση του κοινού.
Δυστυχώς αυτή η γόνιμη προσπάθεια επισκιάστηκε όταν ο Τάρρεγκα κατέφυγε αργότερα στην υπερβολή μεταγράφοντας έργα δυσανάλογα των όποιων δυνατοτήτων της κιθάρας: Έργα του Μπετόβεν, του Βάγκνερ ή του Μπιζέ όχι μόνο δεν προσέφεραν, αλλά αντίθετα χαμήλωναν τον πήχη της εκτίμησης, σε έναν κόσμο που δεν ήταν άλλωστε και τόσο εύκολα διατεθειμένος να αποδεχθεί την αξία του οργάνου.
Αργότερα ο κορυφαίος μαθητής του, ο Μιγέλ Λιομπέτ, προσεκτικότερος του δασκάλου, μετέγραφε και εμφάνιζε στα ρεσιτάλ του μόνον κομμάτια ισπανών συνθετών.
Αυστηρότερος ωστόσο στο θέμα αυτό αλλά και γενικότερα στην επιλογή των έργων της κιθάρας, υπήρξε ο Αντρές Σεγκόβια, ο οποίος έχοντας διαπιστώσει από πολύ νωρίς τη γύμνια του ρεπερτορίου της είχε γράψει:

“Ας είμαστε ειλικρινείς, ο Σορ, ο πιο αξιόλογος συνθέτης ίσως της κιθάρας στην εποχή του, είναι πολύ μακριά από το να θεωρηθεί αξιόλογος γι’ αυτή καθ’ εαυτή την Ιστορία της Μουσικής. Η κιθάρα δεν είχε ποτέ δυστυχώς έναν Μπαχ, ένα Μότσαρτ, ένα Χαϋδν, ένα Μπετόβεν, ένα Σούμαν, ένα Μπραμς, σε σύγκριση με τους οποίους το έργο του Σορ είναι ασήμαντο. Όσο για τον Τάρρεγκα, περισσότερο άγιο παρά μουσικό, περισσότερο καλλιτέχνη παρά δημιουργό, τα ελαφριά του έργα είναι μόνο η ευχάριστη ένδειξη του λεπτού του γούστου…”

O Segovia, χωρίς να αποφύγει και ο ίδιος κάποιες άστοχες παρεμβάσεις σε κομμάτια του Σκαρλάτι, του Βάϊς ή του Φρεσκομπάλντι, υπήρξε εξαιρετικά προσεκτικός στο ζήτημα των μεταγραφών, μια και στην προσπάθειά του να καθιερώσει το όργανο, φρόντιζε να επιλέγει έργα που το αναδεικνύουν, έργα περισσότερο από το χώρο της μπαρόκ και της ρομαντικής περιόδου ή από το ρεπερτόριο των καταξιωμένων ισπανών συνθετών.
Και είναι αλήθεια πως η κιθάρα αποδίδει ίσως ακόμη καλύτερα κάποια έργα των Αλμπένιθ, Γρανάδος, ή ντε Φάγια από ό,τι το ίδιο το πιάνο, αφού φαίνεται πως οι Ισπανοί συνθέτες είχαν την κιθάρα στο μυαλό τους όταν τα έγραφαν σ’ αυτό.
Στην μπαρόκ πάλι περίοδο βασικά όργανα ήταν το τσέμπαλο και το λαούτο που έχουν ηχητική συγγένεια με την κιθάρα, έτσι που πολλά έργα του Σκαρλάττι, του Μπάχ ή του Βάις να ακούγονται υπέροχα στη μια ή τις δυο κιθάρες.
Εδώ θέλω να ανοίξω μια παρένθεση και να υπενθυμίσω στους αναγνώστες μου την ανεκτίμητη προσφορά των δυο κορυφαίων καλλιτεχνών της κιθάρας στον 20ο αιώνα, του Andres Segovia και του Julian Bream: Πέρα από τις επιλεγμένες μεταγραφές τους, εμπλούτισαν τη φιλολογία του οργάνου με αυθεντικά έργα που τους αφιέρωσαν κορυφαίοι συνθέτες όπως οι Villa-Lobos, Britten, Rodrigo, Walton, Turina, Arnold, Tedesco, Ponce, Berkley κ.α. δίνοντας με τον τρόπο αυτό ένα κύρος και μια αξιοπρέπεια στο όργανο και σε όσους το διδάσκουν.

Κλείνοντας τη μικρή αυτή παρένθεση και επιστέφοντας στο θέμα μας, πρέπει να επισημάνω πως αυτή η απόπειρα της μεταγραφής είναι και ένας μεγάλος μπελάς γι’ αυτόν που καταπιάνεται μαζί της, αφού δημιουργεί συχνά-πυκνά σε κάποιους, μια διάθεση αμφισβήτησης, μεμψιμοιρίας και γκρίνιας.
Ακραιφνείς θεματοφύλακες υποτίθεται, της πιστής απόδοσης του κειμένου και με τον ισχυρισμό πως πρέπει να γίνεται σεβαστή η αρχική έμπνευση του συνθέτη για το όργανο και την τονικότητα που επέλεξε, αρνούνται να δεχθούν την οποιαδήποτε μεταγραφή και την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επέμβαση στο πρωτότυπο.
Πράγματι κατά καιρούς ακούω διάφορους να σχολιάζουν αρνητικά μια μεταγραφή του Bream γιατί παρέλειψε ορισμένα μπάσα ή ανέβασε την τάδε φράση ψηλότερα μια οκτάβα, άλλους πάλι γιατί ο Brouwer άλλαξε την τονικότητα μιας σονάτας του Σκαρλάτι, κάποιους ακόμη γιατί ο δείνα κιθαριστής έβαλε λεγκάτα στη Φούγκα του Μπαχ ή παίζει τις τρίλιες με το δεξί χέρι και κάποιους άλλους τέλος γιατί δεν τους αρέσει έτσι όπως ακούγεται το κομμάτι στην κιθάρα, επειδή απλά το έχουν συνηθίσει να το ακούνε από το τσέλο.

Θα μπορούσαν ορισμένες από τις παραπάνω απόψεις να είχαν μια δόση αλήθειας, αν πράγματι το τελικό αποτέλεσμα της μεταγραφής, διαστρέβλωνε το έργο, όπως πράγματι συμβαίνει με κάποιους ερασιτέχνες μουσικούς και την ανεύθυνη δουλειά τους.
Ωστόσο η θεώρηση αυτή δεν αφορά στην κακοποίηση ενός κειμένου, αλλά στα επιχειρήματα που επικαλούνται οι οπαδοί του αυθεντικού και κυρίως οι αρνητές της μεταγραφής.
Είναι ίσως εκείνοι που δεν έχουν δει ποτέ τους χειρόγραφα του Μπαχ τα οποία βρίθουν λεγκάτων ή δεν γνωρίζουν το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μπαχ μετέγραφε σε διάφορα όργανα την ίδια του τη σύνθεση, συχνά σε άλλη τονικότητα με άλλες νότες ή οκτάβες και επί πλέον ήταν ο ίδιος ο μεγαλοφυής μουσικός ο οποίος μετέγραφε και έπαιζε έργα άλλων συνθετών της εποχής του, μιας εποχής μάλιστα που ήταν ασυνήθιστο ή μάλλον σπάνιο να παίζει κάποιος συνθέτης-εκτελεστής άλλα έργα εκτός από τα δικά του.
Είχα ξαναγράψει για το ζήτημα αυτό και ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθώ σε μια παράγραφο από ένα άρθρο στο blog μου στα τέλη του 2012 το οποίο αναδημοσιεύτηκε από το TAR:

“Μια και αναφέρομαι στη διαπασών, θέλω να επισημάνω σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το θέμα, πως το ‘διαπασών’ (όργανο για να ελέγχεται η συχνότητα του Λα) βρέθηκε το 1711 από τον Άγγλο Mathias Shore, χωρίς ωστόσο να καθιερωθεί αμέσως διεθνώς, αλλά αντίθετα να κάνει μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα μια τεράστια διαδρομή με συνεχείς διακυμάνσεις και μεταβολές από εποχή σε εποχή, από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη αλλά και από Όργανο σε Όργανο!
Για παράδειγμα στη Γερμανία το Όργανο στη Μητρόπολη του Στρασβούργου το 1713 είχε ένα Λα συχνότητας 393 Hz που αντιστοιχεί στο σημερινό Σολ, ενώ το Όργανο της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου στο Αμβούργο ήταν τονισμένο στα 489 Hz. που αντιστοιχεί με το σημερινό Σι.
Στο πέρασμα των αιώνων η διαπασών υπέστη ατέλειωτες αλλαγές από τους μουσικούς που αναζητούσαν πάντοτε έναν πιο λαμπρό, πιο οξύ και πιο εντυπωσιακό ήχο.
Το 1859, με πρωτοβουλία των Γάλλων, η διαπασών καθορίστηκε στα 435 Hz για να συνεχίσει έκτοτε και πάλι την ανοδική της πορεία.
Στις μέρες μας έχει φτάσει αισίως στα 442 Hz αφού κρατήθηκε για αρκετές δεκαετίες στα 440 Hz. μετά την καθιέρωσή της το Λονδίνο το 1939.
Αυτή η διακύμανση της διαπασών είναι και μια απάντηση σε όσους ισχυρίζονται πως στις μεταγραφές δεν είναι σωστό να αλλάζουμε τονικότητα για να μην παραβιάζεται δήθεν η αρχική έμπνευση του συνθέτη. Η τονικότητα του κομματιού έτσι και αλλιώς αλλάζει από την αρχική της γραφή αφού αλλάζει η διαπασών. Με άλλα λόγια μια Σονάτα του Σκαρλάτι που ο συνθέτης τη σκέφτηκε και την έγραψε για τη Μι μείζονα, ακούγεται στις μέρες μας στη Φα μείζονα.”

Δεν υπάρχει αμφιβολία ωστόσο πως το πρώτο άκουσμα ενός έργου παιγμένο σε άλλο όργανο είναι ένα ξάφνιασμα. Ένα ξάφνιασμα που εξηγεί ή και δικαιολογεί τις αρνητικές αντιδράσεις πολλών για τις μεταγραφές στην κιθάρα.
Προσπαθώντας να γίνω όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός και αποβάλλοντας προς στιγμήν από τη σκέψη μου την αγάπη που έχω για το όργανο, αναλογίζομαι πως θα μου φαινόταν κι εμένα του ίδιου το άκουσμα μιας σονάτας του Σκαρλάτι, ενός πρελούδιου του Μπαχ ή ενός έργου του Αλμπένιθ παιγμένα στο μπουζούκι.
Η παρομοίωση δεν είναι ατυχής γιατί κάπως έτσι ηχούσε η κιθάρα στα αυτιά των φιλόμουσων του περασμένου αιώνα. Ήταν ένα καθαρά λαϊκό όργανο με μεταλλικές χορδές και οξύ ήχο, απόλυτα ταυτισμένο με το γλέντι και την συνοδεία του τραγουδιού. Ό,τι ακριβώς δηλαδή συμβαίνει στις μέρες μας με το μπουζούκι.

Θυμάμαι ένα ρεσιτάλ με έργα για δυο κιθάρες – ως επί το πλείστον μεταγραφές – που η Λίζα κι εγώ παρουσιάσαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στην Αθήνα, μια τολμηρή ενέργεια για τις αντιλήψεις και τα ακούσματα εκείνου του καιρού.
Ένας από τους κορυφαίους μουσικοκριτικούς μας, o οποίος ασχολήθηκε εκτεταμένα με τη συναυλία και έγραψε μάλιστα κολακευτικά λόγια για την απόδοσή μας, διατύπωσε στο τέλος της κριτικής του ορισμένες επιφυλάξεις για τις μεταγραφές που είχαμε κάνει σε κομμάτια του Μπαχ και του Σκαρλάτι.
Εντελώς τυχαία τον συναντήσαμε δυο εβδομάδες αργότερα, στο διάλειμμα ενός ρεσιτάλ πιάνου στην ίδια αίθουσα. Δεν έχασα την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω για τα καλά του λόγια και παράλληλα να τον ρωτήσω για τις επιφυλάξεις του ως προς τις μεταγραφές:
– “Θα ήταν βοήθεια για μας αν μας εξηγούσατε τον λόγο για τον οποίο δεν σας άρεσαν οι μεταγραφές μας…”
– “Ξέρετε, είναι έργα που ανήκουν στο ρεπερτόριο του πιάνου και τα έχουμε συνηθίσει να τα ακούμε παιγμένα έτσι…”
– “Ωστόσο η κιθάρα έχει μεγαλύτερη ηχητική συγγένεια με το τσέμπαλο στο οποίο γράφτηκαν, από ό,τι έχει το πιάνο.”
Μεσολάβησαν 3-4 δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής πριν ο καλός κριτικός απαντήσει προβληματισμένος:
– “A! ναι…βέβαια!…είναι αλήθεια…έχετε δίκιο… δεν το είχα σκεφθεί…”

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                  (Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 2017)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Roland Dyens (1955 – 2016)

image006Είναι απερίγραπτο το πόσο δυσάρεστα και άβολα αισθάνομαι τούτη την ώρα που θέλω να γράψω δυο λόγια για τον θάνατο του μεγάλου συνθέτη – κιθαριστή και φίλου μας Ρολάν Ντιένς.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά το πρώτο σοκ στο άκουσμα του πρόωρου θανάτου, έχει σειρά εκείνη η παγωμάρα που καθηλώνει τη σκέψη, ενώ σιγά-σιγά απλώνονται και τα αναπόφευκτα ερωτήματα για το ‘πώς’ και το ‘γιατί’.
Σίγουρα την ίδια αμηχανία, άλλος περισσότερο – άλλος λιγότερο, θα ένοιωσαν αυτές τις ώρες και οι χιλιάδες φίλοι και θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο, αφού ο Ρολάν Ντιένς με τους δίσκους, τις συναυλίες και  ιδιαίτερα με τις πρωτοποριακές συνθέσεις και μεταγραφές του, είχε αποκτήσει παντού φανατικούς οπαδούς.
Δεν ήταν ωστόσο μόνον το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο χάρη στο οποίο κυριολεκτικά μαγνήτιζε το ακροατήριο στις συναυλίες του. Ήταν παράλληλα και η σεμνή, προσιτή και ανθρώπινη συμπεριφορά του για όσους τον πλησίαζαν και τον γνώριζαν από κοντά.
Η Λίζα κι εγώ είχαμε όλα αυτά τα χρόνια την τύχη να συνδεθούμε μαζί του, διατηρώντας μεταξύ μας μια αμοιβαία εκτίμηση που εξελίχθηκε σε φιλία.

image001

2011: Masterclass Φεστιβάλ Κιθάρας Πάτρας

image004

2016: Ρεσιτάλ στο Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα

 

 

 

 

 

 

 

To όνομά του Ντιένς άρχισε να γίνεται γνωστό μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ’90 γι’ αυτό και η πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε την Άνοιξη του 1997.Πολλοί ίσως θυμούνται πως ως ‘υπεύθυνος’ τότε του τμήματος κιθάρας, στο ωδείο «Φ. Νάκας» και στα πλαίσια του “Κύκλου Συναυλιών Κιθάρας”, είχα την δυνατότητα όχι μόνο να παρουσιάζω σε ρεσιτάλ διακεκριμένους Έλληνες κιθαριστές αλλά και να μετακαλώ κάθε χρόνο δυο ή τρείς επώνυμους καλλιτέχνες από το εξωτερικό.Έτσι, δεν δίστασα εκείνη τη χρονιά να προσκαλέσω – με κάποια επιφύλαξη ομολογώ – για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Ρολάν Ντιένς όταν μου το πρότεινε η Έλενα Παπανδρέου.
Ωστόσο αυτό που μας ξάφνιασε όλους ευχάριστα, ήταν το απρόσμενο sold out, η απίστευτη κοσμοσυρροή και η αποθέωση του καλλιτέχνη την αξέχαστη εκείνη βραδιά, ένας θρίαμβος από το κοινό της Αθήνας που του άνοιξε μια πελώρια αγκαλιά.
Έκτοτε, ο Ρολάν επισκέφθηκε πολλές φορές τη χώρα μας, χαρίζοντας μας τη μουσική του, τη φιλία και το χιούμορ του.
Θυμάμαι εκείνες τις υπέροχες τις βραδιές στο σπίτι μας μετά τα κονσέρτα του, βραδιές στις οποίες συμμετείχαν ένα σωρό απόφοιτοι μαθητές μας και φίλοι, βραδιές που απολαμβάναμε όλοι μαζί το παίξιμό του, τους αυτοσχεδιασμούς του, τις εμπνευσμένες μεταγραφές του και τις συνθέσεις του.
Θυμάμαι που μας ρωτούσε και μας ξαναρωτούσε λεπτομέρειες για την Ida Presti που θαύμαζε τόσο πολύ και την ατυχία του – όπως μας έλεγε –που δεν την συνάντησε ποτέ.
Ακούραστος εργάτης της Τέχνης ο Ρολάν μπορούσε μετά από το ρεσιτάλ του  να χαλαρώνει μαζί μας μέχρι τις πρωινές ώρες παίζοντας και μιλώντας για μουσική!
Θυμάμαι μετά τις πρώτες επισκέψεις του στην Αθήνα, τα φαγητά που επέλεγε από την ελληνική κουζίνα την οποία λάτρευε: το λεμονάτο χταποδάκι, την τυροκαφτερή, την ταραμοσαλάτα, τον μουσακά.

image007img_20161031_0002

 

 

 

 

 

Δέκα χρόνια αργότερα από την πρώτη του εμφάνιση στη χώρα μας, στο πρόγραμμα της συναυλίας που έδωσε στην Αθήνα  τον Φεβρουάριο του 2007 είχα γράψει τα εξής:
“Ο Ρολάν Ντιένς είναι μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για κάθε κιθαριστή. Πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα με μετάκληση του Ωδείου «Φ. Νάκας» και αποθεώθηκε από σπουδαστές και ακροατές. Οι εμφανίσεις του, πριν από δέκα περίπου χρόνια, ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Και αυτό, πριν γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό.
Σήμερα είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στον κιθαριστικό κόσμο, γεγονός που οφείλεται, εν πολλοίς, στις αυτοσχεδιαστικές τεχνικές του, στις συνθέσεις του και στον μοναδικό του τρόπο να ‘ανεβάζει’ τους ακροατές του στη σκηνή. Να τους κάνει συλλειτουργούς στο θαύμα που συντελείται σε κάθε του εμφάνιση. Το να ακούει κανείς τον Roland Dyens και πολύ περισσότερο, το να ‘παίξει’ γι’ αυτόν είναι μια ευκαιρία επικοινωνίας με έναν καλλιτέχνη που έχει να προσφέρει φαντασία, νέες ιδέες και πρωτοτυπία, σε ρεπερτόριο από την μπαρόκ μέχρι την τζαζ.”

Γνώρισε και έκανε πολλούς φίλους στη Ελλάδα ο Ρολάν, χωρίς να ξεχνάει μάλιστα τα ονόματά τους οσάκις συνέβαινε να τους ξανασυναντά την επόμενη φορά.
Για αρκετά χρόνια επισκεπτόταν και τη Θεσσαλονίκη τακτικά, κάνοντας σεμινάρια και συναυλίες ενώ στην Πάτρα, στο ετήσιο Φεστιβάλ που διοργανώνουμε εκεί ήταν και πάλι καλεσμένος φέτος τον Απρίλιο.
Ήταν και η τελευταία φορά που τον συναντήσαμε.
Ο Ρολάν Ντιένς έφυγε ξαφνικά στα 61 του χρόνια, κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω του…

image002

2011: Ρεσιτάλ στο Φεστιβάλ Κιθάρας Πάτρας

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                        (Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2016)
 
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Μάθημα στο ωδείο

Τη διχογνωμία που υπήρξε πρόσφατα σε ένα καλό ωδείο της περιφέρειας μεταξύ του ευσυνείδητου ωδειάρχη και ενός έμπειρου καθηγητή κιθάρας θέλω να σχολιάσω σήμερα.
Η μεταξύ τους διάσταση απόψεων είχε ως θέμα τη διάρκεια του  μαθήματος στην τάξη και συγκεκριμένα για το πόσην ώρα θα πρέπει να κάνει μάθημα ο σπουδαστής της Προκαταρκτικής, της Κατωτέρας, της Μέσης κλπ.
Η άποψη του ωδειάρχη ήταν πως, ο μαθητής της Μέσης τάξης λόγου χάρη, δικαιούται να κάνει μάθημα μια ώρα και ο μαθητής της Ανωτέρας μιάμιση, όπως γίνεται στο πιάνο και όπως έχει καθιερωθεί πλέον και στα ωδεία της γύρω περιοχής.
Αντίθετα ο καθηγητής της κιθάρας ισχυρίσθηκε πως θεωρεί υπερβολή αυτές τις μεγάλες διάρκειες και εν πάση περιπτώσει δεν είναι δίκαιο να υπάρχει ένα ενιαίο ωράριο, ίσα βάρκα – ίσα νερά για όλους τους σπουδαστές συλλήβδην, από τη στιγμή που δεν είναι όλοι ίδιοι.30
Καθώς η ώρα της διδασκαλίας διαφέρει από ωδείο σε ωδείο, από τάξη σε τάξη, από επίπεδο σε επίπεδο και από καθηγητή σε καθηγητή, το θέμα συχνά δημιουργεί τριβές μεταξύ γονιών, δασκάλων, μαθητών και ωδειαρχών αφού το Υπουργείο Πολιτισμού – ευτυχώς – δεν έχει ορίσει κάποιον κανονισμό.
Για το ζήτημα αυτό, που είμαι βέβαιος πως έχει απασχολήσει και αρκετούς άλλους ακόμη, ζητήθηκε και η γνώμη μου, η οποία όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε δεν υπήρξε διόλου εποικοδομητική για τους διαφωνούντες, θεωρήθηκε μάλιστα και ως εξωπραγματική.
Ο λόγος είναι πως στις μέρες μας έχει διαμορφωθεί μια τέτοια αντίληψη για το μάθημα της μουσικής στο ωδείο, ώστε οι δικές μου απόψεις να είναι πράγματι στις μέρες μας ανεδαφικές και ανεφάρμοστες.

Θυμάμαι την πρόταση που μου είχε γίνει από το Ωδείο Βορείου Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη το 1977, για να αναλάβω την τάξη της κιθάρας εκεί.
Είχε προηγηθεί ένα σεμινάριο που είχαμε κάνει με τη Λίζα και στο οποίο είχαν λάβει μέρος αρκετοί σπουδαστές της κιθάρας που το επίπεδό τους δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Ήταν ωστόσο παιδιά με ενθουσιασμό και διάθεση να βελτιωθούν.
Μιλάμε για την δεκαετία της μεγάλης άνθησης της κιθάρας στην Ελλάδα, τότε που το όργανο δεν ήταν ακόμα αναγνωρισμένο από το Υπουργείο Πολιτισμού και όσα ελάχιστα πτυχία κυκλοφορούσαν ήταν αμφίβολης  ποιότητας.
Κανονίσαμε να ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη αεροπορικώς κάθε δεύτερο Σάββατο και να παραδίδω μαθήματα στους σπουδαστές όλων των τάξεων του ωδείου.
Βρέθηκα σε ένα περιβάλλον ιδανικό για κάποιον που θέλει να εργασθεί και να προσφέρει τις γνώσεις του, έχοντας απέναντί μου ένα υλικό αποφασισμένο, με ενδιαφέροντα και με δίψα για μάθηση.
Χώρισα τους σπουδαστές σε ομάδες των 4-5 ατόμων ανάλογα με το επίπεδο τους και τους ζήτησα να παραμένουν στην τάξη για να παρακολουθούν και τους άλλους. Πράγματι, σε κάθε ομάδα οι μαθητές παρέμεναν στη αίθουσα διδασκαλίας για δυο-τρεις ώρες ακούγοντας ο ένας τον άλλο, τις υποδείξεις που έκανα για την τεχνική και τις αναλύσεις για την ερμηνεία και τον ήχο. 40Ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα είδος σεμιναρίου που γινόταν κάθε δεύτερο Σάββατο, ένα σεμινάριο που λειτούργησε θαυμάσια για πολλά χρόνια και απέδωσε καρπούς, όταν μάλιστα με την πάροδο του χρόνου ήμουνα σε θέση να γνωριστώ καλύτερα με τα παιδιά, να καταλάβω τις ανάγκες τους και τα ενδιαφέροντά τους. Από τις τάξεις αυτές εν τέλει ξεπήδησαν και τα πρώτα αξιόλογα πτυχία και διπλώματα κιθάρας στη Θεσσαλονίκη, την οποία επισκεπτόμουνα ανελλιπώς επί 27 χρόνια αφού στη συνέχεια δίδαξα και στο εκεί Δημοτικό Ωδείο.

Βέβαια η Θεσσαλονίκη για μένα δεν υπήρξε ένα πείραμα ή μια δοκιμή. Τη μέθοδο αυτού του είδους της διδασκαλίας την είχα ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα από την τάξη μου στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας, τότε που το μάθημα της κιθάρας γινόταν δυο φορές την εβδομάδα, τότε που οι ρυθμοί της ζωής ήταν πιο χαλαροί, τότε που το πρόσωπο του δασκάλου ήταν σεβαστό και ο ήχος της κιθάρας συγκινούσε.
Ζούσαν από τότε οι μαθητές μέσα σ’ αυτή την τάξη σε μια πολύωρη επαφή με το δάσκαλο που τους μεταλαμπάδευε τις γνώσεις του, άκουγαν το παίξιμό του και τις υποδείξεις του και αφομοίωναν τις ιδέες του. Ήταν όλα τα στοιχεία αυτά που εν αγνοία τους αποθήκευαν, για να τα χρησιμοποιήσουν κάποια μέρα που θα δίδασκαν και οι ίδιοι.
Παράλληλα ζούσαν σε ένα περιβάλλον γνωριμίας και επικοινωνίας μεταξύ τους, σε μια ατμόσφαιρα συνεχούς ενδιαφέροντος αλλά και άμιλλας. Ήξεραν πως δεν είχαν συγκεκριμένη δική τους ώρα, ήξεραν πως όταν δεν έχουν μελετήσει θα παραχωρήσουν την ώρα τους στους άλλους, ήξεραν πως το κέρδος του μαθήματος τελικά ήταν αυτή η συνάντηση και τα ακούσματα από τους συμμαθητές και τον δάσκαλο.
Με αυτή τη μέθοδο διδασκαλίας ξεπετάχτηκαν μετά από χρόνια ένα σωρό ικανοί σολίστες και καθηγητές του οργάνου που σήμερα είναι επώνυμοι επαγγελματίες.
Διδάσκω περισσότερο από μισό αιώνα – από το 1963 – και αυτός είναι ένας τρόπος διδασκαλίας που δεν έπαψα να εφαρμόζω από τις πρώτες κιόλας ημέρες στο Εθνικό Ωδείο, αργότερα στο Ωδείο του Νάκα και σήμερα στο ωδείο Athenaeum, επειδή βρίσκω πως με αυτόν τον τρόπο της διδασκαλίας, το κέρδος για τον σπουδαστή είναι πολλαπλό, είναι ανεκτίμητο, είναι μοναδικό.

36Στις μέρες μας οι συνθήκες είναι διαφορετικές.
Άλλες οι ανάγκες της καθημερινότητας, άλλες οι συνήθειες και οι ρυθμοί, οι χαρακτήρες και οι αντιλήψεις, οι προοπτικές και οι στόχοι, οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους.
Είναι άδικο να κάνει κάποιος συγκρίσεις της ζωής τού σήμερα, εποχής των κομπιούτερ και των κινητών, της πίεσης του χρόνου και της επιθετικότητας στους δρόμους, της μοναξιάς, των νευρώσεων και της ασέβειας, με την ζωή τού χθες, μιας εικόνας με τον ήσυχο περίπατο στη γειτονιά, τη μοσχοβολιά της γλάστρας στην πλακόστρωτη αυλή και την καντάδα έξω από τα παραθύρια που το βράδυ έμεναν κουφωτά.
Σήμερα ο γονιός θα γράψει το παιδί του στο πλησιέστερο ωδείο της γειτονιάς γιατί του είναι αδύνατο να τρέχει στην άλλη άκρη του κόσμου για να του μάθει “λίγη κιθαρίτσα”.
Ούτε που θα ασχοληθεί ποιό ωδείο είναι αυτό, τι ιστορικό ή τι αποτελέσματα έχει, ποια είναι η διεύθυνση και ποιο το διδακτικό προσωπικό και κυρίως ποιος είναι αυτός ο δάσκαλος που θα αναλάβει τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού του στη μουσική.

Στη γραμματεία του ωδείου άλλωστε, ο γονιός θα ρωτήσει μόνο για τα δίδακτρα και τη διάρκεια του μαθήματος και θα αποφασίσει να κάνει την εγγραφή όταν και εφ’ όσον θεωρήσει πως τα παραπάνω είναι στα μέτρα του και ανταποκρίνονται στις πληροφορίες που έχει συγκριτικά με κάποια άλλα κοντινά ωδεία.37
Έτσι αρχίζει πια ένας αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των ωδείων και το ζήτημα δεν εστιάζεται πλέον στο ζητούμενο, που είναι η σωστή μουσική διαπαιδαγώγηση του παιδιού με τη στελέχωση επιλεγμένων δασκάλων, αλλά κυρίως στο ποιο απ’ αυτά θα προσφέρει περισσότερη ώρα μαθήματος με λιγότερα χρήματα, όπως συμβαίνει και με τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων, θαλασσίων σκαφών ή μασάζ.
Όσο για τους σπουδαστές που αποσκοπούν σε ένα πτυχίο θέλοντας να κάνουν επάγγελμα τη μουσική, αλλά δεν διαθέτουν τα ανάλογα προσόντα ή το απαραίτητο κέφι για μελέτη, ο νόμος έχει…φροντίσει και γι’ αυτούς, υπάρχει η εύκολη λύση του ωδείου της γειτονιάς – άλλη πληγή πάλι κι αυτή…

Τα μαθήματα είναι καθιερωμένα πλέον να γίνονται παντού μια φορά αντί για δυο την εβδομάδα. Οι δυο φορές που ίσχυαν κάποτε, καταργήθηκαν σιωπηρά εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου και η αλλαγή αυτή έγινε αποδεκτή από τους πάντες με ανακούφιση: ο μαθητής άλλο που δεν ήθελε, ο γονιός γιατί δεν θάχει να τρέχει όλη την ώρα, ο ωδειάρχης γιατί δε θα πληρώνει διπλά κοινόχρηστα και απασχόληση προσωπικού, ο δάσκαλος γιατί θα κατεβαίνει στο ωδείο μια φορά αντί για δυο και πάει λέγοντας.
Φυσικά το μόνο θύμα στην αλλαγή αυτή είναι πλέον ο ίδιος ο μαθητής, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου εξομοιώνει στη συνείδησή του το μάθημα του ωδείου με αυτό της γυμναστικής, της κολύμβησης ή του τένις που πηγαίνει επίσης μια φορά, σε αντίθεση με τα αγγλικά, τα μαθηματικά και τη χημεία που τρέχει στο φροντιστήριο δυο και τρεις φορές την εβδομάδα γιατί τα μαθήματα αυτά είναι χρήσιμα, έχουν αξία και θέλουν μελέτη!

Με αυτά τα δεδομένα, με αυτές τις αντιλήψεις, πώς να περάσει τώρα για τον δάσκαλο μια ολόκληρη ώρα με τον μαθητή της Μέσης που του ήλθε αμελέτητος στο κομμάτι των 2–3 λεπτών?  Πόσες φορές να το επαναλάβει στην τάξη και πόση συζήτηση να κάνει μαζί του?  Και αν ξαναέλθει – όπως συχνά συμβαίνει – αμελέτητος και την άλλη φορά, θα επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό?42
Αλλά και η επόμενη μιάμιση ώρα, πώς να περάσει με τη μαθήτρια του λυκείου που ήλθε εντελώς αδιάβαστη, γιατί όπως λέει είναι “πνιγμένη στα μαθήματα και δεν προλαβαίνει καθόλου να μελετήσει κιθάρα?”
Στο κάτω κάτω της γραφής πόση ανοχή και πόσες υποχωρήσεις πρέπει να κάνει αυτός ο δάσκαλος είτε στο ρεπερτόριο, είτε στις απαιτήσεις, είτε – ακόμα χειρότερα – στην αδιαφορία ή και αγένεια του μαθητή?
Ποια λύση μπορεί επί τέλους να βρεθεί, αφού την εξουσία δεν την έχει ο δάσκαλος αλλά ο γονιός που πληρώνει?

Από την άλλη πλευρά ο ωδειάρχης, δεν θησαυρίζει όπως πολλοί πιστεύουν, αφού η υπόθεση ‘ωδείο’ με το χαράτσι του ΙΚΑ και τα γενικότερα έξοδα λειτουργίας, έχει καταντήσει να είναι για τον ίδιο, περισσότερο ένα μπελαλίδικο μεράκι παρά μια πραγματική κερδοφόρα επιχείρηση.
Τελικά, λίγο ως πολύ, στην ίδια μειονεκτική θέση με τον δάσκαλο βρίσκεται κι αυτός, χωρίς δύναμη, χωρίς εξουσία, με συνεχείς υποχωρήσεις απέναντι στον ‘πελάτη’ τον οποίο δεν πρέπει να δυσαρεστεί.
Τα οικονομικά περιθώρια στα οποία κινείται είναι τόσο μικρά που δεν του επιτρέπουν να επιβάλλει την καλλιτεχνική γραμμή που ο ίδιος ίσως επιθυμεί.
Τα έχω γράψει αρκετές φορές : δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε στο σύστημα της Μουσικής Παιδείας στη χώρα μας, όσο διατηρείται το υπάρχον αναχρονιστικό νομοσχέδιο και όσο στο Υπουργείο Πολιτισμού διορίζονται οι ανεπαρκείς και οι άσχετοι.

“Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!”

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                        (Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2016)
 
Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια


Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

Λίζα Ζώη

Πάτρα, 22-25 Απριλίου 2016

P1040058

Roland Dyens, Λίζα Ζώη, Ευάγγελος Ασημακόπουλος

Ξεπέρασε κάθε προσδοκία η επιτυχία του 25ου Φεστιβάλ στην Πάτρα με τη συμμετοχή 130 περίπου ακρατών και σπουδαστών κάθε ηλικίας και κάθε επιπέδου.
Μιλώντας όμως για επιτυχία δεν αναφέρομαι μόνο στην προσέλευση των συμμετεχόντων από κάθε γωνιά του τόπου, αλλά και για το υψηλό επίπεδο των συναυλιών, των διαλέξεων, των μαθημάτων και των διαγωνισμών.
Όπως είναι γνωστό οι φετινοί ξένοι προσκεκλημένοι μας ήταν ο Roland Dyens και ο Ρώσος Anton Baranov οι οποίοι εντυπωσίασαν με τα ρεσιτάλ τους το ενθουσιώδες ακροατήριο που είχε κατακλύσει από νωρίς την αίθουσα της Φιλαρμονικής Εταιρίας του Ωδείου Πατρών. Οι ίδιοι καλλιτέχνες δίδαξαν 16 Διπλωματούχους και Πτυχιούχους του οργάνου σε Master Classes ενώ υπήρξαν και μέλη της επιτροπής των διαγωνισμών της τελευταίας ημέρας.

 

1

Στιγμιότυπο από το φινάλε του ρεσιτάλ του Roland Dyens

 

P1030984

Από το ρεσιτάλ του βιρτουόζου Anton Baranov

Από ελληνικής πλευράς, υψηλού επιπέδου συναυλία έδωσε το ντουέτο Βιργινία Αμαριωτάκη – Μανώλης Βροντινός ερμηνεύοντας με μια εξαμελή ορχήστρα τα κονσέρτα των Τενίδη και Ζάννα, ενώ τέλος οι νικητές του περσινού διαγωνισμού, ο Ολλανδός Martin van Hees και ο εικοσαετής Δημήτρης Σουκαράς προσέφεραν αμφότεροι ένα άψογο ρεσιτάλ την πρώτη ημέρα της διοργάνωσης.

P1040011

Duo Βιργινία Αμαριωτάκη–Μανώλης Βροντινός στα κοντσέρτα με ορχήστρα

 

image005

Το Α΄ Βραβείο του περσινού διαγωνισμού Ολλανδός Martin van Hees

P1030723

Ο εικοσαετής Δημήτρης Σουκαράς Β΄ Βραβείο του περσινού διαγωνισμού

Η διάλεξη του Κώστα Γρηγορέα που έχει πλούτο γνώσεων γύρω από τις νέες τεχνολογίες και το διαδίκτυο, υπήρξε πράγματι εντυπωσιακή αλλά και το θέμα της Μπαρόκ περιόδου με το οποίο καταπιάστηκα την άλλη μέρα νομίζω πως υπήρξε αρκετά ενδιαφέρον για πολλούς.

P1030816

Ο συνθέτης-κιθαριστής Κώστας Γρηγορέας στη διάλεξή του.

 

P1030965

Από τη διάλεξη του Ευάγγελου Ασημακόπουλου

Πέρα από τη δική μας διδασκαλία που γινόταν σε καθημερινή βάση, οκτώ από τους τελειόφοιτους και απόφοιτους σπουδαστές του Φεστιβάλ, είχαν την ευκαιρία σε δυο συνεχόμενα πρωινά, να πάρουν από τον Roland Dyens μαθήματα ερμηνείας και αισθητικής που άφησαν άριστες εντυπώσεις. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο διαπρεπής κιθαριστής επισκέπτεται τη χώρα μας. Τον είχαμε παρακολουθήσει και στο παρελθόν σε μαθήματα Master Class σε Αθήνα και Πάτρα και μας ήταν πολύ ευχάριστο πως οι παλιές καλές εντυπώσεις μας επιβεβαιώθηκαν και πάλι φέτος.

image009

Ο Ρολάν Ντιένς σε Master Class

 

P1030675

Master Class με τους Λίζα Ζώη – Ευάγγελο Ασημακόπουλο

Αυτές οι τέσσερις μέρες τελειώνουν πάντοτε με τους διαγωνισμούς που γίνονται σε 3 κατηγορίες έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν υποψήφιους κάθε ηλικίας.
Την παρουσία της πενταμελούς επιτροπής αποτελούμενης από τον Roland Dyens (πρόεδρο στη μεγάλη Κατηγορία) και τους σολίστ και καθηγητές κιθάρας Anton Baranov (πρόεδρο στις μικρές Κατηγορίες), Κώστα Γρηγορέα, Μανώλη Βροντινό, Βιργινία Αμαριωτάκη και Ρένα Σκλάβου, πλαισίωσε ένα πολυάριθμο κοινό που παρακολούθησε την προσπάθεια πολλών ταλαντούχων νέων παιδιών και στις τρεις Κατηγορίες.

P1040033

Η επιτροπή και οι νικητές της Α΄ Κατηγορίας. Στη μέση ο Α. Ντρίτσος

 

P1040046

Η επιτροπή και οι διακριθέντες στην Κατηγορία Β΄. Διακρίνονται αριστερά τα δυο πρώτα Βραβεία Θ. Θεοδωρούδης και Α. Βούζης.

 

P1040075

Η επιτροπή και οι βραβευθέντες στην Γ΄ Κατηγορία. Δεύτερος από αριστερά ο νικητής Γιάννης Μητρούσης.

Η επιτροπή του διαγωνισμού με πρόεδρο τον Roland Dyens δεν έδωσε φέτος σε κανένα διαγωνιζόμενο της μεγάλης Κατηγορίας το Α΄ Βραβείο και έτσι η κιθάρα των €4.500 που είχε προσφέρει ως έπαθλο ο Παύλος Γύπας, επεστράφη στον ίδιο.
Αντιθέτως, το Α΄ Βραβείο στη Κατηγορία μέχρι 16 ετών κατέκτησε ο ταλαντούχος Θοδωρής Θεοδωρούδης που η απόδοσή του εξασφάλισε τα εχέγγυα για ένα ρεσιτάλ στο 26ο Φεστιβάλ της Πάτρας.

Τα Βραβεία και τους Επαίνους αξίας 3.000 Ευρώ για όλες τις Κατηγορίες είχε αθλοθετήσει ο Μουσικός Οίκος Παπαγρηγορίου – Νάκας, Πανεπιστημίου 39, Αθήνα.

Τα αναλυτικά αποτελέσματα των διαγωνισμών και στις τρεις Κατηγορίες έχουν ως εξής:

Κατηγορία Α΄ (για σπουδαστές ηλικίας μέχρι 12 ετών)
1. Ντρίτσος Ανδρέας                                             Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2. Ματθαίου Θεοδώρα                                         Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3. Παστός Αναστάσιος                                         Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4. Αντωνιάδης Δημήτρης                                     Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

5. Βουτυράς Άγγελος                                            Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

6. Καραγιωργάκη Μαργαρίτα                            Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

7. Ζήκος Ευάγγελος                                               ΕΠΑΙΝΟΣ

8. Καννά Μαγδαληνή-Μαρία                              ΕΠΑΙΝΟΣ

9. Καραγιωργάκη Κατερίνα                                 ΕΠΑΙΝΟΣ

ΣΗΜ: Τα ονόματα των σπουδαστών που πήραν Β΄& Γ΄ Βραβεία καθώς και Επαίνους είναι καταχωρημένα κατά αλφαβητική σειρά.

Κατηγορία Β΄ (για σπουδαστές ηλικίας μέχρι 16 ετών)
1. Θεοδωρούδης Θοδωρής                                     Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2. Βούζης Αλέξης                                                      Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3. Καρούμπαλος Γεώργιος                                      Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4. Νικολακοπούλου Κωνσταντίνα                         Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

5. Ζαχαράκης Παναγιώτης                                     ΕΠΑΙΝΟΣ

6. Κρέτση-Σιαμπαλιώτη Αικατερίνη-Ζωή            ΕΠΑΙΝΟΣ

7. Τζανής Παναγιώτης                                              ΕΠΑΙΝΟΣ

ΣΗΜ: Τα ονόματα των σπουδαστών που πήραν Γ΄ Βραβεία καθώς και Επαίνους είναι καταχωρημένα κατά αλφαβητική σειρά.

Κατηγορία Γ΄ (για κιθαριστές κάθε ηλικίας)
1. Μητρούσης Ιωάννης                                              Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

2. Καμπύλης Χαράλαμπος                                        Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

3. Μουρκούσης Γεώργιος                                         Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

4. Αγιάνογλου Σαράντης                                          ΕΠΑΙΝΟΣ

5. Καρώκης Αθανάσιος-Αλέξανδρος                      ΕΠΑΙΝΟΣ

ΣΗΜ: Τα ονόματα των σπουδαστών που πήραν Γ΄ Βραβεία καθώς και Επαίνους είναι καταχωρημένα κατά αλφαβητική σειρά.

Η Λίζα κι εγώ νοιώθουμε απέραντη χαρά επειδή το Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα μπορεί και προσφέρει σε όλους τους συμμετέχοντες αυτές τις ποιοτικές εκδηλώσεις μέσα από ρεσιτάλ, διαλέξεις και μαθήματα ενώ παράλληλα δίνει την ευκαιρία και σε νέους ταλαντούχους κιθαριστές να γίνουν ευρύτερα γνωστοί μέσα από διαγωνισμούς και ρεσιτάλ.
Στα 25 χρόνια του θεσμού έχουν παρελάσει ηχηρά ονόματα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών και επιστημόνων οι οποίοι προσφέροντας αφιλοκερδώς τις γνώσεις και την εμπειρία τους σε ρεσιτάλ και διαλέξεις, έχουν συντείνει όχι μόνο στην καθιέρωση αλλά και στην φήμη αυτού του θεσμού.
Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θέλω όπως πάντα να ευχαριστήσω τη Διεύθυνση της Φιλαρμονικής Εταιρίας Ωδείου Πατρών για τη συμμετοχή της στη διοργάνωση καθώς και την Γραμματεία, τους Καθηγητές και όλους όσοι με τη βοήθειά τους συνέβαλαν στην επιτυχία του 25ου Φεστιβάλ Κιθάρας, να ευχηθούμε δε, για μια νέα επιτυχία στο προσεχές Φεστιβάλ στην Πάτρα τον Απρίλιο του 2017.

 

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                         (Αθήνα, 29 Απριλίου 2016)
 
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε