Σχεδόν κανένα σχόλιο δεν έγινε από τα ΜΜΕ για την αποχή των ψηφοφόρων στις πρόσφατες εκλογές. Κάτι μισόλογα ακούστηκαν την πρώτη μέρα πως το πρώτο κόμμα ήταν η αποχή, πως μόνον το 65% του εκλογικού σώματος έφθασε μέχρι την κάλπη, πως ο ελληνικός λαός σε ποσοστό πάνω από το 1/3 δεν πήγε να ψηφίσει κι αυτό ήταν όλο. Ούτε και δόθηκε στη συνέχεια καμιά ιδιαίτερη σημασία και έκταση στο γεγονός, γιατί φαίνεται πως το ζήτημα αυτό δεν έχει τηλεθέαση και ακροαματικότητα, δεν ‘πουλάει’.
Αντίθετα, όλα σχεδόν τα κανάλια και οι εφημερίδες ασχολήθηκαν τις επόμενες ημέρες με τα αναλυτικά αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης, τις μετρήσεις και τα συμπεράσματα, τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών – νικητών και ηττημένων – και φυσικά, όπως γίνεται πάντοτε, με τα ποσοστά του κάθε κόμματος και την καινούργια σύνθεση της Βουλής.
Δεν ξέρω πόσοι ψηφοφόροι ασχολήθηκαν με το γεγονός της αποχής. Στα δικά μου μάτια όμως αυτά τα νούμερα είναι πρωτοφανή και δυσεξήγητα: απ’ ό,τι διαβάζω, επί 9.949.401 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν μόνον 6.476.751 δηλαδή το 65,10%, ενώ απείχαν 3.472.650 άτομα ήτοι το 34,90% των Ελλήνων!
Σκέφτεται κανείς αλήθεια αυτά τα ποσοστά?
Έχουμε καταλάβει πως ο ένας στους τρείς συμπατριώτες μας δεν πήγε να ψηφίσει?
Και ποια άραγε να είναι η εξήγηση για τη στάση του αυτή?
Δεν τον κάλυπτε μήπως κανένα από τα 36 κόμματα που κατέβηκαν στις εκλογές? Γύρισε την πλάτη απογοητευμένος από την όλη κατάσταση, αφήνοντας όλους εμάς τους υπόλοιπους να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα? Μήπως δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με την πολιτική με αποτέλεσμα όλα αυτά να του φαίνονται ασήμαντα και ακαταλαβίστικα?
Ή μήπως θεωρεί πως το παιχνίδι είναι ‘σικέ’ και πως χάνει το χρόνο του αφού ό,τι και να ψηφίσει στο τέλος πάλι τα ίδια θα γίνουν?
Όπως και να έχει το ζήτημα θέλω να υπενθυμίσω πως στην αρχαία Ελλάδα, οι πρόγονοί μας τιμωρούσαν παραδειγματικά – ακόμα και με εξορία – όσους δεν λάβαιναν μέρος στα κοινά.
Ο ένας στους τρεις λοιπόν!
Πολύ θα με ενδιέφερε να μπορούσα να κάνω μια συζήτηση μ’ αυτόν τον ένα. Να μάθω πως σκέπτεται. Να δω τι ξέρει. Να καταλάβω πόσο νοιάζεται για το γάλα και το ψωμί που αγοράζει καθημερινά, τα χρήματα που ξοδεύει για τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ, για το νοίκι που πληρώνει. Πολύ θα μ’ ενδιέφερε αυτός ο ένας να δω πώς θα αντιδρούσε αν μάθαινε πως ο συγγενής ή ο φίλος του έχασε το μεροκάματο. Ακόμα καλύτερα: αν ο πατέρας του έκλεινε το μαγαζί του ή η κόρη του έχανε τη δουλειά της.
Ποιος είναι τελικά αυτός ο ένας? Είναι ο ασυνείδητος, ο αμοραλιστής, ο φαύλος, το λούμπεν στοιχείο της κοινωνίας, το παράσιτο ή μήπως απλά ο απογοητευμένος?
Έχω εκφράσει την άποψή μου σε προηγούμενα άρθρα, πως μια από τις παθογένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι η αδιαφορία της για τα πολιτικά δρώμενα. Είχα γράψει για μια απέραντη ‘νιρβάνα’ που διακατείχε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Νέοι άνθρωποι, το υγιέστερο υποτίθεται κομμάτι του τόπου, ήταν ανιστόρητοι, αδιάφοροι και έφθαναν στην κάλπη χωρίς να ξέρουν πρόσωπα και πράγματα. Είχα επισημάνει το κόλλημα των ‘ώριμων’ ηλικιών στο ανταγωνιστικό παιχνίδι Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός που μετέφεραν στις εκλογικές αναμετρήσεις. Και είχα τέλος ξεκαθαρίσει πως στην ιστορία του ‘ποιος μας κυβερνά’, υπεύθυνοι είμαστε εμείς και μόνον εμείς. Εμείς επιλέγουμε αυτούς που μας κυβερνούν, εμείς αντιμετωπίζουμε τους ξένους, εμείς καθορίζουμε την τύχη μας και την τύχη των παιδιών μας.
Από το 1961 που πρωτοψήφισα – εκλογές βίας και νοθείας τότε – μέχρι σήμερα, ήταν δεκάδες οι φορές που βρέθηκα στο παραβάν για αναμετρήσεις βουλευτικές, ευρωβουλής ή δημοτικές.
Πάντοτε ένιωθα μια συγκίνηση για την μεγάλη στιγμή του αποτελέσματος που θα καθόριζε εν πολλοίς τη ζωή μας τα προσεχή χρόνια. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν τα μέσα για την σωστή και έγκαιρη μετάδοση των αποτελεσμάτων – τηλεόραση δεν υπήρχε, ούτε ‘γκάλοπ’ φυσικά – και η αγωνία μου έφτανε στο κατακόρυφο μη μπορώντας να ξεκολλήσω το αφτί μου από το ραδιόφωνο για την τελική έκβαση που ερχόταν την επομένη ή μεθεπομένη των εκλογών.
Θυμάμαι μάλιστα την απογοήτευσή μου για τα αλλοιωμένα εξ αιτίας του εκλογικού συστήματος αποτελέσματα, ενός συστήματος που ήταν πάντοτε κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κυβερνώντος κόμματος.
Τα χρόνια πέρασαν και η ζωή μας άλλαξε. Άλλες φορές προς το καλύτερο και άλλες προς το χειρότερο.
Μετά την Γερμανική Κατοχή και το τέλος του δεύτερου Εμφυλίου το 1949, η χώρα μάζευε τις πληγές της μέσα από μια διακυβέρνηση αστυνομικού κράτους της Δεξιάς, πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, άγριας καταδίωξης των αντιφρονούντων, μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό και ερήμωσης της επαρχίας.
Το 1964, η μικρή ανάσα ελευθερίας με την Ένωση Κέντρου, διακόπηκε από την Αποστασία και τη δικτατορία δυο χρόνια αργότερα.
Η μεταπολίτευση που ήλθε με την πτώση της χούντας το 1974, σημαδεύτηκε από την προδοσία της Κύπρου αλλά και το οριστικό τέλος της μοναρχίας με το δημοψήφισμα και τη διαπόμπευση του βασιλιά.
Λίγο αργότερα η χώρα μπήκε στη ΕΟΚ ενώ η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε το 1981 στο σοσιαλιστικό τότε ΠΑΣΟΚ. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια, που η διοίκηση του κράτους περνούσε σε άλλα χέρια.
Την ίδια εποχή ένας πακτωλός χρημάτων άρχισε σιγά-σιγά να εισρέει στη χώρα μας από την Ευρώπη για μεγάλα αναπτυξιακά έργα, τα περισσότερα από τα οποία δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, όπως ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και κάποιο σημαντικό σχέδιο ανάλογο με τις προεκλογικές εξαγγελίες.
Με την κατάρρευση της σοβιετικού μοντέλου το 1989 κλονίστηκαν και οι ιδεολογίες.
Χρόνο με το χρόνο άρχισε να διαβρώνεται ο κρατικός μηχανισμός, οι συνειδήσεις να αλλοτριώνονται, να απλώνεται το τέρας του ‘λαϊκισμού’ και να γίνεται πια ιδανικό και όραμα ζωής το κυνήγι του χρήματος σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα.
Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας έχοντας εξασφαλίσει, μέσω του κόμματος, τη σιγουριά του βολέματος σε κάποια δημόσια υπηρεσία, οριζοντιώθηκαν στους αναπαυτικούς τους καναπέδες βλέποντας τηλεόραση. Άλλοι πάλι άδραξαν την ευκαιρία να πλουτίσουν μέσα από το Χρηματιστήριο και τις πιστωτικές τους κάρτες. Πίνοντας το ουισκάκι τους και έχοντας τον μετανάστη να εργάζεται γι’ αυτούς, απολάμβαναν έναν επίπλαστο παράδεισο κάνοντας όνειρα για μεγάλη ζωή με εξοχικά 300 τετραγωνικών, για βόλτες με Καγιέν, για αγορές από τους Selfridges του Λονδίνου.
Πριν τέσσερα χρόνια όταν έσπασε η φούσκα και ήλθαν τα πάνω κάτω, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και η αναζήτηση ευθυνών για το κακό που μας βρήκε. Η χώρα μπήκε σε λίγο στη δίνη της χρεοκοπίας, του δανεισμού και των εκβιασμών από τους τοκογλύφους.
Σ’ αυτά τα χρόνια της αναστάτωσης, της αγανάκτησης και του θυμού, πίστευα πως ο λαός μας θα ξυπνούσε από τον λήθαργο, θα αποκτούσε πολιτική συνείδηση και ωριμότητα.
Ειδικά αυτή τη φορά, που η χώρα περνά μια από τις δραματικότερες στιγμές της ιστορίας της, που επί τρία χρόνια το οικονομικό είναι το κυρίαρχο θέμα συζήτησης, που η ανεργία έχει φτάσει σε πρωτοφανή ύψη, που δεν υπάρχει ούτε η δικαιολογία του ‘δεν ήξερα’, ειδικά αυτή τη φορά λέω, θεωρούσα αδιανόητη μια αποχή από τις κάλπες, μια λάθος εκτίμηση, μια λανθασμένη επιλογή.
Η αποχή από τη μια μεριά και το ‘αλαλούμ’ των αποτελεσμάτων από την άλλη, με προσγείωσαν την ίδια βραδιά!
Ευάγγελος Ασημακόπουλος (12 Μαΐου 2012)


















