Η αποχή

Σχεδόν κανένα σχόλιο δεν έγινε από τα ΜΜΕ για την αποχή των ψηφοφόρων στις πρόσφατες εκλογές. Κάτι μισόλογα ακούστηκαν την πρώτη μέρα πως το πρώτο κόμμα ήταν η αποχή, πως μόνον το 65% του εκλογικού σώματος έφθασε μέχρι την κάλπη, πως ο ελληνικός λαός σε ποσοστό πάνω από το 1/3 δεν πήγε να ψηφίσει κι αυτό ήταν όλο. Ούτε και δόθηκε στη συνέχεια καμιά ιδιαίτερη σημασία και έκταση στο γεγονός, γιατί φαίνεται πως το ζήτημα αυτό δεν έχει τηλεθέαση και ακροαματικότητα, δεν ‘πουλάει’.
Αντίθετα, όλα σχεδόν τα κανάλια και οι εφημερίδες ασχολήθηκαν τις επόμενες ημέρες με τα αναλυτικά αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης, τις μετρήσεις και τα συμπεράσματα, τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών – νικητών και ηττημένων – και φυσικά, όπως γίνεται πάντοτε, με τα ποσοστά του κάθε κόμματος και την καινούργια σύνθεση της Βουλής.

Δεν ξέρω πόσοι ψηφοφόροι ασχολήθηκαν με το γεγονός της αποχής. Στα δικά μου μάτια όμως αυτά τα νούμερα είναι πρωτοφανή και δυσεξήγητα: απ’ ό,τι διαβάζω, επί 9.949.401 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν μόνον 6.476.751 δηλαδή το 65,10%, ενώ απείχαν 3.472.650 άτομα ήτοι το 34,90% των Ελλήνων!

Σκέφτεται κανείς αλήθεια αυτά τα ποσοστά?
Έχουμε καταλάβει πως ο ένας στους τρείς συμπατριώτες μας δεν πήγε να ψηφίσει?
Και ποια άραγε να είναι η εξήγηση για τη στάση του αυτή?
Δεν τον κάλυπτε μήπως κανένα από τα 36 κόμματα που κατέβηκαν στις εκλογές? Γύρισε την πλάτη απογοητευμένος από την όλη κατάσταση, αφήνοντας όλους εμάς τους υπόλοιπους να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα?  Μήπως δεν έχει ασχοληθεί ποτέ με την πολιτική με αποτέλεσμα όλα αυτά να του φαίνονται ασήμαντα και ακαταλαβίστικα?
Ή μήπως θεωρεί πως το παιχνίδι είναι ‘σικέ’ και πως χάνει το χρόνο του αφού ό,τι και να ψηφίσει στο τέλος πάλι τα ίδια θα γίνουν?
Όπως και να έχει το ζήτημα θέλω να υπενθυμίσω πως στην αρχαία Ελλάδα, οι πρόγονοί μας τιμωρούσαν παραδειγματικά – ακόμα και με εξορία – όσους δεν λάβαιναν μέρος στα κοινά.

Ο ένας στους τρεις λοιπόν!
Πολύ θα με ενδιέφερε να μπορούσα να κάνω μια συζήτηση μ’ αυτόν τον ένα. Να μάθω πως σκέπτεται. Να δω τι ξέρει. Να καταλάβω πόσο νοιάζεται για το γάλα και το ψωμί που αγοράζει καθημερινά, τα χρήματα που ξοδεύει για τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ, για το νοίκι που πληρώνει. Πολύ θα μ’ ενδιέφερε αυτός ο ένας να δω πώς θα αντιδρούσε αν μάθαινε πως ο συγγενής ή ο φίλος του έχασε το μεροκάματο. Ακόμα καλύτερα: αν ο πατέρας του έκλεινε το μαγαζί του ή η κόρη του έχανε τη δουλειά της.
Ποιος είναι τελικά αυτός ο ένας? Είναι ο ασυνείδητος, ο αμοραλιστής, ο φαύλος, το λούμπεν στοιχείο της κοινωνίας, το παράσιτο ή μήπως απλά ο απογοητευμένος?

Έχω εκφράσει την άποψή μου σε προηγούμενα άρθρα, πως μια από τις παθογένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι η αδιαφορία της για τα πολιτικά δρώμενα. Είχα γράψει για μια απέραντη ‘νιρβάνα’ που διακατείχε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Νέοι άνθρωποι, το υγιέστερο υποτίθεται κομμάτι του τόπου, ήταν ανιστόρητοι, αδιάφοροι και έφθαναν στην κάλπη χωρίς να ξέρουν πρόσωπα και πράγματα. Είχα επισημάνει το κόλλημα των ‘ώριμων’ ηλικιών στο ανταγωνιστικό παιχνίδι Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός που μετέφεραν στις εκλογικές αναμετρήσεις. Και είχα τέλος ξεκαθαρίσει πως στην ιστορία του ‘ποιος μας κυβερνά’, υπεύθυνοι είμαστε εμείς και μόνον εμείς. Εμείς επιλέγουμε αυτούς που μας κυβερνούν, εμείς αντιμετωπίζουμε τους ξένους, εμείς καθορίζουμε την τύχη μας και την τύχη των παιδιών μας.

Από το 1961 που πρωτοψήφισα – εκλογές βίας και νοθείας τότε – μέχρι σήμερα, ήταν δεκάδες οι φορές που βρέθηκα στο παραβάν για αναμετρήσεις βουλευτικές, ευρωβουλής ή δημοτικές.
Πάντοτε ένιωθα μια συγκίνηση για την μεγάλη στιγμή του αποτελέσματος που θα καθόριζε εν πολλοίς τη ζωή μας τα προσεχή χρόνια. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν τα μέσα για την σωστή και έγκαιρη μετάδοση των αποτελεσμάτων – τηλεόραση δεν υπήρχε, ούτε ‘γκάλοπ’ φυσικά – και η αγωνία μου έφτανε στο κατακόρυφο μη μπορώντας να ξεκολλήσω το αφτί μου από το ραδιόφωνο για την τελική έκβαση που ερχόταν την επομένη ή μεθεπομένη των εκλογών.
Θυμάμαι μάλιστα την απογοήτευσή μου για τα αλλοιωμένα εξ αιτίας του εκλογικού συστήματος αποτελέσματα, ενός συστήματος που ήταν πάντοτε κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κυβερνώντος κόμματος.

Τα χρόνια πέρασαν και η ζωή μας άλλαξε. Άλλες φορές προς το καλύτερο και άλλες προς το χειρότερο.
Μετά την Γερμανική Κατοχή και το τέλος του δεύτερου Εμφυλίου το 1949, η χώρα μάζευε τις πληγές της μέσα από μια διακυβέρνηση αστυνομικού κράτους της Δεξιάς, πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, άγριας καταδίωξης των αντιφρονούντων, μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό και ερήμωσης της επαρχίας.
Το 1964, η μικρή ανάσα ελευθερίας με την Ένωση Κέντρου, διακόπηκε από την Αποστασία και τη δικτατορία δυο χρόνια αργότερα.
Η μεταπολίτευση που ήλθε με την πτώση της χούντας το 1974, σημαδεύτηκε από την προδοσία της Κύπρου αλλά και το οριστικό τέλος της μοναρχίας με το δημοψήφισμα και τη διαπόμπευση του βασιλιά.
Λίγο αργότερα η χώρα μπήκε στη ΕΟΚ ενώ η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε το 1981 στο σοσιαλιστικό τότε ΠΑΣΟΚ. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια, που η διοίκηση του κράτους περνούσε σε άλλα χέρια.
Την ίδια εποχή ένας  πακτωλός χρημάτων άρχισε σιγά-σιγά να εισρέει στη χώρα μας από την Ευρώπη για μεγάλα αναπτυξιακά έργα, τα περισσότερα από τα οποία δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, όπως ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και κάποιο σημαντικό σχέδιο ανάλογο με τις προεκλογικές εξαγγελίες.
Με την κατάρρευση της σοβιετικού μοντέλου το 1989 κλονίστηκαν και οι ιδεολογίες.
Χρόνο με το χρόνο άρχισε να διαβρώνεται ο κρατικός μηχανισμός, οι συνειδήσεις να αλλοτριώνονται, να απλώνεται το τέρας του ‘λαϊκισμού’ και να γίνεται πια ιδανικό και όραμα ζωής το κυνήγι του χρήματος σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα.
Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας έχοντας εξασφαλίσει, μέσω του κόμματος, τη σιγουριά του βολέματος σε κάποια δημόσια υπηρεσία, οριζοντιώθηκαν στους αναπαυτικούς τους καναπέδες βλέποντας τηλεόραση. Άλλοι πάλι άδραξαν την ευκαιρία να πλουτίσουν μέσα από το Χρηματιστήριο και τις πιστωτικές τους κάρτες. Πίνοντας το ουισκάκι τους και έχοντας τον μετανάστη να εργάζεται γι’ αυτούς, απολάμβαναν έναν επίπλαστο παράδεισο κάνοντας όνειρα για μεγάλη ζωή με εξοχικά 300 τετραγωνικών, για βόλτες με Καγιέν, για αγορές από τους Selfridges του Λονδίνου.
Πριν τέσσερα χρόνια όταν έσπασε η φούσκα και ήλθαν τα πάνω κάτω, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και η αναζήτηση ευθυνών για το κακό που μας βρήκε. Η χώρα μπήκε σε λίγο στη δίνη της χρεοκοπίας, του δανεισμού και των εκβιασμών από τους τοκογλύφους.

Σ’ αυτά τα χρόνια της αναστάτωσης, της αγανάκτησης και του θυμού, πίστευα πως ο λαός μας θα ξυπνούσε από τον λήθαργο, θα αποκτούσε πολιτική συνείδηση και ωριμότητα.
Ειδικά αυτή τη φορά, που η χώρα περνά μια από τις δραματικότερες στιγμές της ιστορίας της, που επί τρία χρόνια το οικονομικό είναι το κυρίαρχο θέμα συζήτησης, που η ανεργία έχει φτάσει σε πρωτοφανή ύψη, που δεν υπάρχει ούτε η δικαιολογία του ‘δεν ήξερα’, ειδικά αυτή τη φορά λέω, θεωρούσα αδιανόητη μια αποχή από τις κάλπες, μια λάθος εκτίμηση, μια λανθασμένη επιλογή.

Η αποχή από τη μια μεριά και το ‘αλαλούμ’ των αποτελεσμάτων από την άλλη, με προσγείωσαν την ίδια βραδιά!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                                 (12 Μαΐου 2012)
Posted in Uncategorized | 3 σχόλια

Η διάλεξη στην Πάτρα

Στο 21ο Φεστιβάλ της Πάτρας που πραγματοποιείται σε τρεις βδομάδες, είναι προγραμματισμένη μια διάλεξή μου με τίτλο ‘όσα ξέρουμε και δεν ξέρουμε για την κιθάρα’.
Έχω την αίσθηση πως θα είναι μια διάλεξη που θα προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών σπουδαστών αλλά και γενικότερα όσων ακροατών θα θελήσουν να παρακολουθήσουν την εκδήλωση αυτή είτε έχουν σχέση με το όργανο είτε όχι.
Την κιθάρα λοιπόν θα ψάξουμε να δούμε πόσο την ξέρουμε, τη διαδρομή της, τους συνθέτες της, τους εκτελεστές της αλλά και τα προβλήματα των σπουδαστών, τους αγώνες, τα όνειρα και τις προοπτικές.
Η ιδέα μιας τέτοιας διάλεξης – συζήτησης ξεκίνησε από μια πρώην μαθήτριά μας, που με διαβεβαίωσε πως μια τέτοια πρόταση θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
– “Συνήθως μιλάτε, μου είπε, για συγκεκριμένα θέματα και οι διαλέξεις σας στο τέλος κλείνουν με 2-3 ερωτήσεις που σας απευθύνει το κοινό. Γιατί δεν κάνετε μια συνομιλία με το ακροατήριο για τόσα και τόσα θέματα που το απασχολούν?  Μια ‘εφ’ όλης της ύλης’ αναφορά γύρω από τη κιθάρα. Έχετε γνωρίσει τόσους ανθρώπους και σας έχουν συμβεί τόσα γεγονότα στην σταδιοδρομία σας που είμαι σίγουρη πως οι σπουδαστές θα απολάμβαναν μια συζήτηση μαζί σας λύνοντας συγχρόνως πολλές απορίες που έχουν ή που σίγουρα θα προκύψουν μέσα από τις ερωταποκρίσεις”.

Η αλήθεια είναι – και πολλές φορές μένω κατάπληκτος  γι’ αυτό – πως υπάρχουν θέματα στοιχειώδη που πολλοί από μας θεωρούν δεδομένα ενώ για κάποιους σπουδαστές παραμένουν άγνωστα.
Θυμάμαι φερ’ ειπείν την κοπέλα που πριν κάποια χρόνια μου χτύπησε την πόρτα της τάξης μου στο Ωδείο για να πάρει, όπως είπε, μαζί μου το Πτυχίο της, εξηγώντας μου μάλιστα πως στον Βόλο που σπούδασε για 9 χρόνια, είχε δώσει με επιτυχία εξετάσεις για την δεύτερη Ανωτέρα. Στην εξέλιξη της συζήτησης και πριν καν ακούσω το παίξιμό της, διαπίστωσα πως το κορίτσι αυτό ήταν εντελώς αστοιχείωτο γύρω από το όργανο που κρατούσε στα χέρια της. Δεν είχε ακούσει ένα δίσκο ή CD κλασικής κιθάρας, δεν είχε παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, δεν είχε πάει ούτε καν σε μια συναυλία, δεν ήξερε κανέναν ξένο σολίστα δεν είχε ακούσει ποτέ της τη λέξη Σεγκόβια!
Ένας άλλος πάλι σπουδαστής που μου ήρθε από Ωδείο της Αθήνας σε επίπεδο δεύτερης Μέσης και όταν τον ρώτησα τι θα μου παίξει, μου απάντησε πως δεν καλοθυμόταν τον τίτλο του κομματιού αλλά ο συνθέτης ήταν ο Μαξ Εσίγκ. Σάστισα προς στιγμήν, γιατί κάτι μου θύμιζε το όνομα αυτό και αμέσως μετά έμεινα με το στόμα ανοιχτό όταν ο νεαρός άρχισε να παίζει το πρώτο Πρελούντιο του Villa-Lobos, έχοντας προφανώς συγκρατήσει στη μνήμη του αντί για το όνομα του συνθέτη, το όνομα του εκδοτικού οίκου που ήταν γραμμένο στην πρώτη σελίδα της παρτιτούρας του.
Δεν είναι λίγες πάλι οι φορές που ξαφνιάζομαι από την έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων ακόμη και τελειόφοιτων σπουδαστών της κιθάρας σε θέματα βασικών κανόνων της θεωρίας της μουσικής και του ρυθμού, γνώσεων της ιστορίας της εξέλιξης του οργάνου, ονόματα συνθετών με τα έργα τους, ονόματα σύγχρονων σολίστ και ένα σωρό άλλα θέματα που αν μη τι άλλο αποδεικνύουν πόσο στ’ αλήθεια έχουν προσεγγίσει με το ανάλογο ενδιαφέρον το όργανο με το οποίο ασχολούνται και πόσο έτοιμοι είναι να αποκτήσουν ένα εφόδιο και έναν τίτλο για την ιδιότητα και το λειτούργημα του μουσικού.

Νομίζω πως δεν χρειάζεται να παραθέσω ένα σωρό ακόμη περιστατικά που μου έχουν συμβεί και είναι ενδεικτικά μιας  άγνοιας, μιας αμάθειας και μιας προχειρότητας γύρω από τις γνώσεις που οι σπουδαστές μας (δεν) αποκτούν μέσα από τα Ωδεία. Ούτε χρειάζεται νομίζω να επαναλάβω εδώ, για την ευθύνη της Πολιτείας που ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα της Μουσικής Παιδείας στον έρμο αυτόν τόπο. Χρειάζεται ωστόσο να επισημάνω, για μια ακόμα φορά, την ευθύνη όλων μας σε ένα ζήτημα που παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις, όταν τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά καταλήγουν μια μέρα να γίνονται επαγγελματίες ‘καθηγητές’ που θα μεταλαμπαδεύσουν τις ‘γνώσεις’ τους στις επερχόμενες γενιές.
Δεν τρέφω βέβαια αυταπάτες, πως μέσα από μια διάλεξη-συζήτηση μπορεί αυτόματα να αλλάξει το σκηνικό ως δια μαγείας. Δεν έχω την ψευδαίσθηση πως οι γνώσεις που θα αποκτήσουν οι σπουδαστές του Φεστιβάλ θα έχουν ως αποτέλεσμα να μετατραπούν οι ίδιοι ξαφνικά σε φωτισμένους δασκάλους, άξιους για την αποστολή τους. Ελπίζω όμως και εύχομαι αυτή η συνάντηση κι αυτές οι συζητήσεις να αποτελέσουν μια αφετηρία για έναν προβληματισμό της πορείας που ακολουθούν αλλά και έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με το όργανο.
Έστω κι έτσι, το κέρδος θα είναι μεγάλο.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                            (18 Μαρτίου 2012)
Posted in Uncategorized | 2 σχόλια

Φεστιβάλ Κιθάρας – Πάτρα 2012

ΠΑΤΡΑ 6-9 Απριλίου 2012:

 21ο  Φεστιβάλ Κιθάρας

Διδασκαλία-Διαλέξεις-Συναυλίες-Διαγωνισμοί

Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

με τη συμμετοχή του Marcin Dylla ο οποίος θα διδάξει, θα δώσει ρεσιτάλ και θα προεδρεύσει του Διαγωνισμού στην Κατηγορία Γ’.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες που όλοι μας βιώνουμε, είμαστε συνεπείς και πάλι φέτος στο γνωστό ραντεβού μας στην Πάτρα για το 21ο Φεστιβάλ Κιθάρας. Προσκαλεσμένος μας αυτή τη χρονιά ο Πολωνός Marcin Dylla που χαρακτηρίστηκε πρόσφατα από την έγκυρη Αμερικανική εφημερίδα Washington Post ως “ο πλέον ταλαντούχος κιθαριστής του πλανήτη”. Ο χαρισματικός καλλιτέχνης των 19 Α΄Βραβείων σε Διεθνείς διαγωνισμούς – περιλαμβανομένου και αυτού του GFA – θα δώσει ρεσιτάλ, θα διδάξει και θα προεδρεύσει του διαγωνισμού κιθάρας.

Στα υπόλοιπα ρεσιτάλ θα εμφανισθούν οι περσινοί νικητές Αντώνης Λιοπύρης και Βασίλης Δίγκος, ο διακεκριμένος σολίστ Μανώλης Βροντινός, το ντουέτο Ana Tejedor – Γιάννης Σοφός και ο φλαμεγκίστας Χρίστος Τζιφάκις που εκτός από ρεσιτάλ θα κάνει και μαθήματα για την τεχνική του φλαμέγκο.

Στις φετινές διαλέξεις έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τον διαπρεπή καρδιολόγο του Ωνάσειου Κ.Κ. – συνθέτη Θανάση Δρίτσα και τον γνωστό κατασκευαστή Γιάννη Παλαιοδημόπουλο. Θέλουμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς όλους τους συμμετέχοντες στο Φεστιβάλ για την αφιλοκερδή προσφορά τους, την Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών για τη φιλοξενία της και τέλος όλους όσοι στηρίζουν με τον τρόπο τους την προσπάθειά μας αυτή.

Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

————————————————————–

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Παρασκευή 6 Απριλίου
 
11:00  Λ. Ζώη – Ε. Ασημακόπουλος Διδασκαλία
16:00 Διδασκαλία ειδικού τμήματος μικρών μαθητών Προκαταρκτικής – Κατωτέρας
16:00 Χρίστος Τζιφάκις  Διδασκαλία κιθάρας Φλαμέγκο 
18:30 Γιάννης Παλαιοδημόπουλος  Διάλεξη με θέμα “Η κατασκευή της Κιθάρας” 
20:30 Βασίλης Δίγκος: Ρεσιτάλ κιθάρας με έργα Narvaez, Dowland, Aguado, Piazzolla, Assad, Δίγκου
21:30 Αντώνης Λιοπύρης: Ρεσιτάλ κιθάρας με έργα Roland Dyens
 
 
 
Σάββατο 7 Απριλίου
 
11:00  Λ. Ζώη – Ε. Ασημακόπουλος  Διδασκαλία
16:00 Διδασκαλία ειδικού τμήματος μικρών μαθητών Προκαταρκτικής – Κατωτέρας
16:00 Χρίστος Τζιφάκις  Διδασκαλία κιθάρας Φλαμέγκο 
18:30 Θανάσης Δρίτσας διάλεξη με θέμα “Μουσική θεραπεία: η ζωή μας ως μουσικός αυτοσχεδιασμός”
20:30 Μανώλης ΒροντινόςΡεσιτάλ κιθάρας με έργα Sor, Barrios, Castelnuovo-Tedesco, Piazzolla
21:30 Marcin DyllaΡεσιτάλ κιθάρας με έργα Ponce, Takemitsu
 
 
 
Κυριακή 8 Απριλίου
 
11:00  Λ. Ζώη – Ε. Ασημακόπουλος  Διδασκαλία
11:00  Marcin Dylla Διδασκαλία
16:00 Διδασκαλία ειδικού τμήματος μικρών μαθητών Προκαταρκτικής – Κατωτέρας
18:30 Ευάγγελος Ασημακόπουλος  διάλεξη με θέμα “Οσα ξέρουμε και δεν ξέρουμε για την κιθάρα”
20:30 Α.Tejedor – Ι. ΣοφόςΡεσιτάλ μαντολίνου – κιθάρας με έργα Scarlatti, Piazzolla, Munier, Calace
21:30 Χρίστος Τζιφάκις: Ρεσιτάλ κιθάρας Φλαμέγκο 
Στο Καχόν συνοδεύει ο Βαλέριος Ιωαννίδης
 
 
  
Δευτέρα 9 Απριλίου
 
11:00  Λ. Ζώη – Ε. Ασημακόπουλος  Διδασκαλία
11:00  Marcin Dylla Διδασκαλία
15:00 Διαγωνισμοί κιθάρας
20:00 Απονομή βραβείων και διπλωμάτων στους σπουδαστές του Φεστιβάλ
 
 
 
Στα πλαίσια του 21ου Φεστιβάλ Κιθάρας διοργανώνονται 3 διαγωνισμοί, αποκλειστικά για τους σπουδαστές του Φεστιβάλ.
 
 
 
 

Διαγωνισμοί

Διαγωνισμός για σπουδαστές έως 12 ετών (γεννημένους μετά την 1 Ιανουαρίου 2000)
Κατηγορία Α
Έργα:
α) μια Σπουδή για κιθάρα ή ένα έργο συνθέτη παλιάς μουσικής
β) ένα κομμάτι ελεύθερης επιλογής
 
 
  
Διαγωνισμός για σπουδαστές έως 16 ετών(γεννημένους μετά την 1 Ιανουαρίου 1996) 
Κατηγορία Β
Έργα:
α) ένα κομμάτι (Σπουδή, Μινουέτο, Μαζούρκα, Πρελούδιο κ.λ.π.) 
β) ένα κομμάτι ελεύθερης επιλογής
 
 
 
Διαγωνισμός για σπουδαστές κάθε ηλικίας
Κατηγορία Γ
Έργα:
α) ένα ή περισσότερα έργα συνθέτη παλιάς μουσικής ( Αναγέννηση ή Μπαρόκ )
β) ένα ή περισσότερα κομμάτια ελεύθερης επιλογής
(συνολική διάρκεια προγράμματος: έως 12′)
 
 
  

Ο νικητής του διαγωνισμού της κατηγορίας Γ  θα δώσει ρεσιτάλ στα πλαίσια του 22ου Φεστιβάλ Κιθάρας.

Όσοι απέσπασαν πρώτα βραβεία σε προηγούμενους διαγωνισμούς δεν έχουν δικαίωμα να λάβουν μέρος στην ίδια κατηγορία του φετινού διαγωνισμού.
 

Λήξη προθεσμίας δηλώσεων συμμετοχής στο Φεστιβάλ: Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Το Δελτίο συμμετοχής κατατίθεται στη Γραμματεία της Φιλαρμονικής Εταιρίας Ωδείο Πατρών
Ρήγα Φεραίου 7, Πάτρα 26223
Τηλέφωνο & Φαξ: (+30) 2610 277740
e-mail: fe.odeiopatron@gmail.com
website: http://www.fe-odeiopatron.gr
ή στον τραπεζικό λογαριασμό της ALPHA BANK 
αριθμός: 653002002004341
 
 
 Κάντε κλικ εδώ για να δείτε ολόκληρο το φυλλάδιο του Φεστιβάλ:
 21ο Φεστιβάλ Κιθάρας
 
 
Posted in Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Το Ακροατήριο

Με ευχές σε όλους τους αναγνώστες μου για μια χρονιά – αν μη τι άλλο – τουλάχιστον πιο αισιόδοξη απ’ την προηγούμενη, έκανα με το μυαλό μου μια αναδρομή στο παρελθόν, καταλήγοντας σε κάποιες συγκρίσεις που για πολλούς είναι άγνωστες και γι’ άλλους οδυνηρές.
Θυμήθηκα λοιπόν αυτές τις μέρες, πως στη δεκαετία του 1950 η κυριότερη αίθουσα συναυλιών της Αθήνας ήταν ο ‘Παρνασσός’. Όχι πως δεν υπήρχαν άλλες, ίσως ομορφότερες, όπως τα θέατρα ‘Κεντρικόν’ και ‘Γκλόρια’ ή και μεγαλύτερες, όπως τα κινηματοθέατρα ‘Παλλάς’, ‘Rex’ και ‘Ορφέας’. Μα να, ο ‘Παρνασσός’ ήταν που είχε καθιερωθεί ως η πιο σημαντική αίθουσα μια και οι άλλες δεν είχαν συνδέσει αποκλειστικά το όνομά τους με μουσικές εκδηλώσεις.
Στον ‘Παρνασσό’ λοιπόν έλεγες πως έδωσες ρεσιτάλ και είχες μια απήχηση και μια καταξίωση ανάλογη με αυτήν του Μεγάρου στις μέρες μας.
Ήταν βλέπετε το κτήριο αρκούντως επιβλητικό για να φιλοξενεί τη ‘σοβαρή’ μουσική όπως την αποκαλούσαν τότε, βρίσκεται και στο κέντρο της πρωτεύουσας, είχε και ο χώρος μια ιδανική για ρεσιτάλ χωρητικότητα 500 θέσεων και αν στα παραπάνω προσθέσουμε την εξαιρετική ακουστική και το γεγονός πως είχε φιλοξενήσει κορυφαίους σολίστ της εποχής, μπορεί κανείς να φανταστεί γιατί απολάμβανε αυτής της αίγλης.
Θυμάμαι ένα ακροατήριο διψασμένο για μουσική, να κατακλύζει την αίθουσα αυτή ακόμα και σε μαθητικές συναυλίες. Χωρίς ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, δίσκους, κασετόφωνα, οι φιλόμουσοι Αθηναίοι έβρισκαν καταφύγιο στον ‘Παρνασσό’ για να απολαύσουν μια μουσική βραδιά. Ένα κοινό χωρίς ακούσματα πολλά, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, χωρίς παραξενιές. Με αγάπη υποδέχονταν τον καλλιτέχνη. Κι όταν αυτός σκορπούσε τη συγκίνηση με το παίξιμό του, εισέπραττε ως ανταμοιβή ένα ατέλειωτο χειροκρότημα, χαρίζοντας στο τέλος με ευχαρίστηση αλλεπάλληλα ‘μπιζ’. Δυο ώρες περίπου η διάρκεια του ρεσιτάλ, πολλές φορές με 2 διαλείμματα. Χορταστικό ακρόαμα που γενναιόδωρα προσφερόταν σε ένα στερημένο από ακούσματα αλλά καλοπροαίρετο ακροατήριο, που ήταν έτοιμο μάλιστα να δεχθεί και κάποια ψεγάδια. Ήταν η συναυλία μια έξοδος του Αθηναίου, η φυγή του από τη μονοτονία του σπιτιού και η επαφή του με χώρους συγκίνησης και απόλαυσης.

Με το πέρασμα των δεκαετιών, την εξέλιξη της τεχνολογίας, τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, άλλαξαν πολλά. Δεν είμαι βέβαιος αν όλα στη σωστή κατεύθυνση. Είναι φαίνεται μοιραίο στη ζωή να υπάρχει πάντα ένα τίμημα, ένα κόστος σε κάθε επίτευγμα, σε κάθε επιτυχία. Είναι αν θέλετε η άλλη όψη του νομίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το επίτευγμα ήταν ο δίσκος και η διάδοση της μουσικής σε κάθε σπίτι, σε κάθε νοικοκυριό. Ακόμα κι ο πιο φτωχός μεροκαματιάρης στις δεκαετίες που ακολούθησαν είχε την ευκαιρία με τα στερεοφωνικά μηχανήματα να απολαμβάνει σπίτι του πια, τα καλύτερα συγκροτήματα, τους διασημότερους σολίστ, τις επιφανέστερες ορχήστρες. Με τον καιρό έπαψε να πηγαίνει στις συναυλίες με δίψα να απολαύσει αυτό που του έλλειπε. Η αφθονία της μουσικής τον περιτριγύριζε τώρα πια όπου κι αν βρισκόταν. Στο σπίτι, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο, στο αεροπλάνο, ‘στον ύπνο και τον ξύπνιο του’. Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές που δεν τον χόρταινε το πρόγραμμα των δυο ωρών ζητώντας με επιμονή τα αλλεπάλληλα μπιζ. Τώρα πια, τα αγαπημένα του κομμάτια είχε την ευκαιρία να τα ακούει από δεκάδες εκτελεστές. Και όχι μόνο να τα ακούει, αλλά παράλληλα να τα βλέπει από το internet σε ποικίλες εκτελέσεις.
Έτσι οι αίθουσες χρόνο με το χρόνο άδειαζαν όλο και περισσότερο ενώ πλήθαιναν οι καλλιτέχνες. Μοιραία ανατράπηκε η σχέση ‘προσφορά – ζήτηση’.

Ο σημερινός ακροατής όταν βρίσκεται στην αίθουσα συναυλιών σπάνια απολαμβάνει τη μουσική, σπάνια συγκινείται. Δεν ανήκει πια στην κατηγορία των φιλόμουσων γιατί είναι ο ίδιος ‘γνώστης’. Δεν χώνεται στο κάθισμά του χαλαρός να εισπράξει αυτό που του προσφέρεται, δεν έχει διάθεση να δικαιολογήσει κάποια ψεγάδια στο παίξιμο, δεν αντέχει κάτι λιγότερο από την αρτιότητα του CD και του YouTube που βλέπει στο σπίτι του.
Από την άλλη μεριά – σαν σε συγκοινωνούντα δοχεία – ο καλλιτέχνης βιώνει έντονα το πιεστικό κλίμα του ακροατηρίου, μια νοθευμένη μουσικά ατμόσφαιρα. Γνωρίζει όσο κανείς άλλος, πως η πλειονότητα των ακροατών είναι γνωστοί, φίλοι και συγγενείς, άσχετοι με το περιβάλλον, που θα τον χειροκροτήσουν έτσι κι αλλιώς. Γνωρίζει όμως ακόμη πως θα παρευρίσκονται και οι ‘επαΐοντες’ – συνήθως σπουδαστές ή ημιμαθείς – που στο διάλειμμα θα κάνουν μικρά πηγαδάκια για σύντομα σχόλια, ατάκες ή σπόντες – σπανίως θετικές – και μια τελική κατά κανόνα αρνητική κριτική κατά την αποχώρησή τους. Είναι ο καλλιτέχνης που όρθιος στα παρασκήνια, σαν σε εδώλιο κατηγορουμένου, δευτερόλεπτα πριν έχει δεχθεί τα ενθουσιώδη συγχαρητήρια και τους επαίνους για την εμφάνισή του από τους επαΐοντες με τα πηγαδάκια, που δεν κρύβουν μάλιστα και τον ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό τους για την ‘υπέροχη βραδιά’ που τους χάρισε.

Συγκρίνοντας εκείνο το ‘αμόλυντο’, το πηγαίο και αυθόρμητο κοινό άλλων εποχών που κατέκλυζε τον ‘Παρνασσό’ με το μπουχτισμένο από ακούσματα ακροατήριο των ημερών μας, δεν μπορώ αλήθεια να βρω αν κάτι πήγε στραβά ή αν αυτό είναι τελικά το αποτέλεσμα της ‘εξέλιξης’ που συνοδεύτηκε από υπεραφθονία και υπερπροσφορά.
Αναλογίζομαι μόνο πόσο ψυχικό σθένος και πόσες αντοχές πρέπει να διαθέτουν σήμερα τα νέα παιδιά που αφιερώνουν ατέλειωτες ώρες μελέτης κλεισμένα σε 4 τοίχους για να ολοκληρώσουν ένα πρόγραμμα ρεσιτάλ. Και με τι κουράγιο ξεκινούν έναν αγώνα για μια – δυο εμφανίσεις το χρόνο κι αυτές μάλιστα χωρίς οικονομική απολαβή, έχοντας επί πλέον να αντιμετωπίσουν δυστυχώς ένα απαιτητικό, επιθετικό και κακοπροαίρετο πολλές φορές ακροατήριο που βρίσκεται στην αίθουσα όχι για να απολαύσει αλλά περισσότερο για να κρίνει, να εγκρίνει, να συγκρίνει, να επικρίνει, να κατακρίνει…

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                           (7 Ιανουαρίου 2012)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Ένας επίκαιρος διάλογος

Μέρες που βιώνουμε, με το πολιτικό βαρόμετρο στο φόρτε του, την αγωνία για το μέλλον της χώρας, τις αλλαγές στη ζωή μας, τους κλυδωνισμούς στους ρυθμούς της καθημερινότητας, δεκάδες είναι τα mail με πολιτικό περιεχόμενο και όχι μόνο.
Ένα από αυτά που έλαβα και το προώθησα σε κάποιους γνωστούς και φίλους, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας επίκαιρος και θάλεγα εποικοδομητικός διάλογος με τον Μανώλη Βροντινό, τον γνωστό σολίστ και καθηγητή κιθάρας που είχα τη χαρά να διδάξω στη δεκαετία του ’90.
Θεώρησα πως άξιζε τον κόπο να ανεβάσω στο blog μου δυο αντίθετες αλλά σεβαστές απόψεις και γι αυτό παραθέτω αυτούσια, τόσο το mail που μου προώθησαν και με τη σειρά μου προώθησα, όσο και τα mail που αντήλλαξα με τον αγαπημένο μου μαθητή.

Αγαπητέ Αγανακτισμένε που απεργείς και φωνάζεις: Φταις

Οκτωβρίου 19, 2011
Κάνε πορείες. Βρίσε τον Πάγκαλο, αν θες. Βρίσε και το Βενιζέλο. Βρίσε τον Καραμανλή, τον Αντρέα, τον Τσοβόλα, πήγαινε και πιο πίσω (γιατί όχι), βρίσε τη χούντα, τον εμφύλιο, το Βενιζέλο (όποιο Βενιζέλο), τον Καποδίστρια, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, το Ρήγα το Φεραίο.
Βρίσε όποιον να ‘ναι.
Βρίσε την τρόικα, τη Μέρκελ και τους Αμερικάνους.
Αλλά ό,τι και να κάνεις, όσους κι αν τσουβαλιάσεις στο τσουβάλι της ευθύνης, η πραγματικότητα δεν αλλάζει.
Φταις.
ΕΣΥ, φταις.
Κι ο Πάγκαλος, κι η Μέρκελ και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, κι αυτοί φταίνε, πάρα πολύ. Αλλά φταις κι εσύ.
Αν διορίστηκες σε κάποια από τις εκατοντάδες υπηρεσίες του Δημοσίου χωρίς αντικείμενο, και πληρώνεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα, φταις.
Αν παίρνεις δεκαέξι μισθούς για να δουλεύεις στη Βουλή, φταις
Αν πληρώνεσαι για πάντα χωρίς να ελέγχει κανένας την παραγωγικότητά σου, φταις
Αν έχεις πάρει χαμηλότοκο δάνειο από τράπεζα επειδή δουλεύεις στο δημόσιο, φταις.
Αν παίρνεις επιδόματα που δεν δικαιούσαι, φταις.
Αν δεν ζητάς απόδειξη, φταις
Αν δεν κόβεις απόδειξη, φταις
Αν έχεις φέρει αυτοκίνητο απ’ έξω για να γλιτώσεις δασμούς, φταις.
Αν έχεις γράψει τα σπίτια σου σε off-shore για να μην πληρώνεις φόρους, φταις.
Αν έχεις κρύψει έστω και ένα ευρώ από την εφορία, φταις
Αν έχεις ψηφίσει με αντάλλαγμα διορισμούς ή διευκολύνσεις, φταις
Αν έχεις λαδώσει σε εφορίες, τελωνεία, πολεοδομίες «για να κάνεις τη δουλειά σου»,φταις
Αν έχεις βάλει μέσον να σου σβήσουν την κλήση, φταις
Αν έχεις χτίσει αυθαίρετο, φταις
Αν έχεις πληρωθεί «μαύρα», φταις
Αν έχεις πληρώσει «μαύρα», φταις
Αν εισπράττεις σύνταξη πεθαμένου, φταις
Αν πήρες φακελάκι, φταις
Αν έδωσες φακελάκι, φταις
Αν απεργείς για να πας για καφέ, κι ενώ απεργείς πληρώνεσαι, φταις
Αν είσαι στο δρόμο αυτή τη στιγμή και διεκδικείς κεκτημένα που αδικούν κι επιβαρύνουν όλη την υπόλοιπη κοινωνία, φταις.
Η κατάρρευση της Ελλάδας δεν είναι συνομωσία των ξένων ούτε μια περίπλοκη οικονομικοτεχνική συγκυρία. Είναι η ολοκληρωτική, παταγώδης αποτυχία μιας κοινωνίας να ζήσει ορθολογικά. Είναι κοινωνική αποτυχία, και είναι δικιά μας. Εμείς αποτύχαμε. Εμείς φταίμε.
Σου είναι δύσκολο να το χωνέψεις, το ξέρω, η μανούλα σου σ’ έχει διδάξει καλά ότι είσαι ένα ενάρετο αγγελούδι που αξίζει όλα τ’ αγαθά του Θεού μόνο και μόνο επειδή αναπνέεις, και ξέρω ότι το πρώτο ένστικτό σου είναι να αντιδράσεις σε όλα τα παραπάνω και να απαντήσεις με ένα «ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΙ ΦΤΑΙΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ» και είναι κατανοητή αυτή η ανάγκη, να στρέψεις όλα τα βέλη προς τα έξω, κανένα να μη μπηχτεί προς τα μέσα (γιατί τσούζει), μια αντίδραση εξίσου ώριμη μ’ αυτό που λέγαμε στο προαύλιο του δημοτικού, «καθρεφτάκι».
Φυσικά και φταίνε αυτοί, φυσικά φταίνε περισσότερο (και ποιος τους ψήφισε, αλήθεια; Α ναι: ΦΤΑΙΣ).
Το ‘παμε, φταίνε, είναι άχρηστοι, να πάνε στα σπίτια τους, να φέρουμε άλλους. Το ξαναείπαμε. Συνέχεια το λέμε. 15 μήνες τώρα όλο αυτό λέμε. Σύμφωνοι.
Μα κάποτε πρέπει να καταλάβεις ότι φταις κι εσύ. Να επιμείνεις λίγο σ’ αυτό, πριν σπεύσεις στα φωναχτά «ΝΑΙ ΑΛΛΑ». Να το σκεφτείς λιγάκι.
Τους τελευταίους 15 μήνες, αντί να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή αυτογνωσίας και αυτοκριτικής, εξαπλώνεται όλο και περισσότερο το κύμα της αγανάκτησης ενός «αγνού», «ανεύθυνου» λαού, που είναι (ήταν, και θα είναι) θύμα των άλλων, που δε φταίει σε τίποτα. Εγκαθιδρύεται αυτή η αυτοαθώωση του λαού ως το νέο Εθνικό κόμπλεξ που θα γαλουχήσει τις επόμενες γενιές, κι έτσι περνάμε τις μέρες μας βρίζοντας Πάγκαλους, Βενιζέλους και Σαμαράδες (δημιουργήματα ατόφια δικά μας, όλοι τους), αλλά χωρίς να μαθαίνουμε απολύτως τίποτα για τους εαυτούς μας και για το μέλλον.
Ποιο είναι το μάθημα αυτής της καταστροφής; Τί μάθαμε, δηλαδή, ως Έλληνες, για να μη την ξαναπατήσουμε έτσι;
Κοίταξέ τους στους δρόμους. Κοίτα τους. Άκου τί φωνάζουν, αφουγκράσου τί λένε.
(να φύγουν οι πολιτικοί, να γίνουν εκλογές, να μην πληρώσουμε το χρέος, να μην αλλάξει τίποτα, να ξαναγίνει ξαφνικά, μαγικά, 2002 και να πληρωνόμαστε όλοι από το κράτος και να μην πληρώνει κανένας φόρους για πάντα)
Τί έχουν μάθει οι Έλληνες από την Ελληνική Πτώχευση;
Απολύτως τίποτα.
Η διαλυμένη κοινωνία μας, αυτή ή μη-κοινωνία εγωιστών που τα ξέρουν όλα και μισιούνται με πάθος, φτάνει πλέον στο τέλος της. Δεν έχει άλλο. Ό,τι κι αν γίνει με την έκτη δόση και με τις απεργίες (θα κάψουν τα σκουπίδια τα σκουπίδια;), και με το αν θα πέσει η κυβέρνηση και με το κούρεμα (μήπως μας συμφέρει να το πάμε στο 130% ας πούμε, να μας χρωστάνε κιόλας;), εμείς εδώ τελειώνουμε.
Και το χειρότερο είναι πως την «επόμενη μέρα», όπως κι αν θα είναι αυτή, εμείς θα την υποδεχτούμε με τα ίδια μυαλά που είχαμε πριν, χωρίς να έχουμε διδαχτεί τίποτα.
Και γι’ αυτό δεν φταίει κανείς άλλος.
 
 

Δάσκαλε επιτρέψτε μου να είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν φταίνε!..
Δηλαδή πρέπει με το ζόρι να πιστέψω ότι φταίω? Τι είναι αυτό πάλι? καινούργια μόδα?
Στο κάτω κάτω τι ποσοστό ευθύνης έχω? Αν με το ίδιο ποσοστό ευθύνης ζούσα σε άλλη χώρα (για σοβαρή χώρα μιλάω πάντα) θα είχα την ίδια αντιμετώπιση?
Ακόμα και σ’ αυτές τις χώρες δεν γίνονται κομπίνες ή αντίστοιχα κατεβατά όπως στο μέιλ που στείλατε?
Γιατί όμως ο εκεί τυχαίος πολίτης νοιώθει ότι μπορεί να εμπιστευτεί το κράτος του?
Δεν σας κάνει εντύπωση που δεν έχει μπει κανείς φυλακή ακόμα? Τελικά για μένα δεν είναι ο λαός το πρόβλημα (άλλωστε οι λαοί δεν νομίζω να έχουν τόση διαφορά πια στη συμπεριφορά τους) αλλά στην ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ που επικρατεί στην Ελλάδα. Είναι δηλαδή πόσο σε παίρνει να κάνεις ό,τι κάνεις γιατί αν πιαστείς την έβαψες. Άλλωστε σε τελική ανάλυση η εφαρμογή του νόμου ισότιμα χαρακτηρίζει ένα σοβαρό κράτος από μια μπανανία)
Όλοι οι εθνοπροδότες λοιπόν που κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια μπορούν να πάρουν άφεση αμαρτιών μόνο αν μας πουν που πήγαν τα λεφτά. Θα μας χάλαγε ένα ωραίο μπιλιετάκι στη SIEMENS για τις μίζες και τις υπερχρεώσεις? Ας μαζέψουν όλα αυτά τα ασυμμάζευτα και μετά ας πάνε στους μισθούς και τις συντάξεις.
Πολύ φοβάμαι ότι τα ανώνυμα αυτά μέιλ συντάσσονται από κύκλους που θέλουν να συντηρήσουν το σαθρό αυτό σύστημα, ότι φταίμε και από πάνω οπότε ας ξαναψηφίσουμε τους ίδιους και ας γίνουμε μια ωραία αποικία στο τέλος με τις περικοπές με μισθούς Βουλγαρίας.
Η ευθύνη λοιπόν είναι πάντα στον καπετάνιο και ο μόνος τρόπος για να τον αλλάξεις είναι να πειστείς ότι δεν φταις εσύ ως επιβάτης που αυτός έριξε το πλοίο στο βράχο! (άσχετα αν τον εμπιστεύτηκες).
Ας φύγουν λοιπόν αυτοί κι ας έρθουν άλλοι να μας κυβερνήσουν, ακόμα και ξένοι!
Άρα δάσκαλε συγγνώμη αλλά δεν φταίω!!
Πολλά φιλιά!

Προφανώς Μανώλη μου δεν απευθύνομαι σε σένα προσωπικά. Άλλωστε το mail που έστειλα δεν απευθυνόταν μόνο σε σένα, αλλά το έκανα forward σε καμιά δεκαριά ακόμα, που όλοι τους – μα όλοι τους περιέργως – συμφώνησαν με όσα γράφει!
Οι απόψεις μου Μανώλη για την κρίση που βιώνουμε είναι γνωστές και στις έχω κατ’ επανάληψη συζητήσει. Αναφέρομαι στον τρόπο ζωής των συμπατριωτών μας που αν δεν αλλάξουν συμπεριφορά δεν θα σωθεί η Ελλάδα έστω κι αν έλθει να μας κυβερνήσει ο καλύτερος ηγέτης του πλανήτη. Πιθανώς εδώ να ταιριάζει το γνωστό ερώτημα αν “η κότα γέννησε τ’ αβγό ή το αβγό την κότα”. Φταίνε τελικά οι κυβερνήσεις που κακομαθαίνουν τους λαούς ή οι λαοί που επιλέγουν τους κυβερνήτες τους? Εγώ πιστεύω το δεύτερο.
Αν πάρω τα πράγματα από μηδενική βάση σου ξεκαθαρίζω πως εγώ είμαι φανατικός υποστηρικτής του Κοινοβουλίου. Κάθετα, οριζόντια και διαγώνια.
Η εναλλακτική λύση είναι η δικτατορία σε οποιαδήποτε μορφή της: Στάλιν, Χίτλερ, Καντάφι, Τσαουσέσκου, Παττακοπαπαδόπουλοι, Χουσεϊν, Κάστρο, Άσαντ, Μουμπάρακ, έτσι για να αναφέρω κάποιους γνωστούς χασάπηδες που κάθισαν στο σβέρκο των λαών και κυβερνήσανε ερήμην του με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα.
Με αυτό το δεδομένο, με αυτό το σκεπτικό, με την παραδοχή δηλαδή του Κοινοβουλίου και της Δημοκρατίας ως μοναδικού και αναντικατάστατου πολιτεύματος, αν συνεχίσουμε τη συζήτησή μας θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να ασχοληθούμε σοβαρά με το ποιους επιλέγουμε να μας κυβερνήσουν! Αυτή πιστεύω πως είναι και η μόνη δικλείδα ασφαλείας για να πάει η χώρα μπροστά. Αλλά είναι δυστυχώς και η ρίζα του κακού απ’ την άλλη, όταν υπερισχύσει – όπως μέχρι πριν από λίγο – ο απολιτικός, ο ανιστόρητος, ο αδιάφορος πολίτης. Αυτός, που όταν έλθει η ώρα, θα ψηφίσει χωρίς άποψη, χωρίς γνώση, χωρίς ενδιαφέρον για την κοινωνία και την πατρίδα. Είναι ο ίδιος που θα πάρει το φακελάκι, που δεν θα κόψει απόδειξη, που θα λαδώσει για να κάνει τη δουλίτσα του, που δεν θα αποδώσει το ΦΠΑ στο κράτος αλλά θα εισπράξει τη σύνταξη του πεθαμένου και θα κρύψει τα έσοδά του από την εφορία. Είναι αυτός που στις μέρες μας εύχεται – αγωνίζεται θα έλεγα – να πτωχεύσει η Ελλάδα για να αξιοποιήσει τις καταθέσεις του που φρόντισε να έχει στο εξωτερικό. Είναι ίσως κάποιο απ’ τα λαμόγια που σήμερα μας κυβερνά. Είναι ένας απ’ αυτούς που ΕΜΕΙΣ ψηφίσαμε Μανώλη και σήμερα μας κυβερνά…
Είναι επομένως πολύ εύκολο και θα έλεγα αφόρητα απλουστευτικό, να μεταθέτουμε πάντοτε τις ευθύνες μας σε κάποιους άλλους. Έτσι γενικά και αόριστα στο Κράτος, την Πολιτεία, την Κυβέρνηση, την ‘πρόστυχη την Κενωνία’…
Μανώλη μου έχω ως αρχή μου όταν ο μαθητής μου δεν πάει καλά, να ψάχνω πρώτα απ’ όλα να δω τι ΕΓΩ δεν κάνω καλά!
Μήπως ωστόσο έχεις εσύ κάποια καλύτερη πρόταση για να διορθωθεί το κακό και δεν την ξέρω?
Σε φιλώ

Δάσκαλε το ξέρω ότι δεν είναι προσωπικό το μέιλ, ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό, απλά επειδή νοιώθω πολύ άνετα μαζί σας εξέφρασα κάποιες απόψεις μου, όχι από προσωπική αντίδραση ή έκρηξη, αλλά γιατί πιστεύω ότι τις ενστερνίζεται πολύς κόσμος όταν του λένε ότι φταίει.
Αν φταίνε λοιπόν οι λαοί που επιλέγουν τις κυβερνήσεις τους τότε φταίει όλος ο αμερικανικός λαός για την πυρηνικές βόμβες που έριξαν στην Ιαπωνία, για το Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, κλπ. Δηλαδή όταν βλέπουμε αμερικάνο πολίτη πρέπει να τον φτύνουμε. Πιστεύω λοιπόν ότι ο έχων την εξουσία έχει και τα μέσα να διαμορφώνει συνειδήσεις και να παραπλανεί τον λαό.
Σε τι άραγε φταίει ο λαός όταν ψηφίζει κάποιον πού άλλα λέει πριν βγει και άλλα κάνει μετά? (να μην αναφερθώ στα όργια δηλώσεων και αναιρέσεων που βιώσαμε τον προηγούμενο μήνα..) Μα και η αντιπολίτευση όταν βγει κάνει ακριβώς τα ίδια και αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες που εγώ θυμάμαι.
Όταν στο σχολείο είπα σε κάποιους συναδέλφους ότι όποιος πολιτικός δεν εφαρμόζει αυτά που λέει να του δημεύουν ας πούμε το 10% της περιουσίας του για κάθε αναληθή δήλωσή του, ο φιλόλογος μου απάντησε ότι στην αρχαία Ελλάδα δήμευαν ολόκληρη την περιουσία αν κάποιος έκανε άλλα από αυτά που υποσχόταν!!
Για ποιο δημοκρατικό πολίτευμα λοιπόν μιλάμε όταν οι ίδιοι που το υπηρετούν καταστρατηγούν βασικές αρχές του? Μήπως ο λαός είναι εγκλωβισμένος και όποιον και αν ψηφίσει δεν θα λυτρωθεί?
Φτάνουμε στο συμπέρασμα να νοιώθει κανείς προδομένος για τον όποιο χρόνο τούς έχει αφιερώσει, να τους παρακολουθεί και να νομίζει ότι έχει να κάνει με σοβαρούς ανθρώπους. Όπως στο ποδόσφαιρο σπανίζει ο ηγέτης έτσι και στην πολιτική κυριαρχούν ανδρείκελα που παίζουν άσχημη μπάλα (χωρίς διαιτητή να σφυρίξει κάνα φάουλ μάλιστα!) και δεν αξιώνω από τον εργάτη, τον μεροκαματιάρη, την κυρά Κατίνα της γειτονιάς και την πλατιά μάζα του πληθυσμού να μου επιλέξει σωστή κυβέρνηση, όπως ακριβώς δεν περιμένω να εκτιμήσει την κλασική μουσική, γιατί όταν ανοίγει την τηλεόραση δεν την βλέπει καν να υπάρχει!
Εν αναμονή του ηγέτη λοιπόν η πρότασή μου είναι όπως και στο προηγούμενο μέιλ να ασχοληθούν με το πού πήγαν τα λεφτά και να εφαρμοστεί επιτέλους ο νόμος, να μπουν φυλακή όσοι καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα: βουλευτές, μεγαλοπρομηθευτές, μεγαλοεργολάβοι, επιστροφή κλοπιμαίων από ξένους προμηθευτές (ζίμενς, υποβρύχια) κλπ. Να ξεδιπλωθεί σιγά σιγά το κουβάρι να δούμε πού είναι το μαύρο χρήμα και ποιοι εμπλέκονται και πόσο είναι επιτέλους? Φτάνει να σωθούμε όπως πιστεύουν πολλοί? Γιατί δεν το ψάχνουν? Μήπως έχουν λερωμένη τη φωλιά τους? Υποθέτω ότι θα λέτε ότι είναι ουτοπικά όλα αυτά αλλά σε τελική ανάλυση πόσο ουτοπικό είναι εσύ να ψηφίζεις και να σε κυβερνάνε το χρήμα και τα συμφέροντα που κρύβονται από πίσω?
Επειδή λοιπόν τη σήμερον ημέρα δεν υπάρχουν «Πυθαγόρειοι» για να αυτοκαταστραφούν δεν ξέρω πώς θα εμφανιστεί αυτός ο ηγέτης. Γιατί αλλιώς θα βγει ο λαός στους δρόμους προς αναζήτηση. (είναι ένας λόγος που δεν με χαλάνε οι αγανακτισμένοι!)
Ίδωμεν!
Πολλά φιλιά

Μανώλη μου,
Φαίνεται πως διαφωνούμε βλέποντας τα γεγονότα από άλλη οπτική γωνιά.
Η διαφορά μας είναι ακριβώς σ’ αυτό που σου έγραψα για το αν “η κότα γέννησε το αβγό ή το αβγό την κότα.”
Εσύ με λίγα λόγια ισχυρίζεσαι πως όταν και εάν βρεθεί ο τίμιος, ο σωστός κυβερνήτης, τότε μόνον τα πράγματα θα μπουν σε μια τάξη και η κοινωνία θα αλλάξει προς το καλύτερο. Ένας Μεσσίας δηλαδή! Άπαξ και δεν βρίσκεται, εσύ γυρίζεις την πλάτη στην πολιτική και τους πολιτικούς, ρίχνεις μαύρη πέτρα πίσω σου, τους περιφρονείς και παύεις να ασχολείσαι με δαύτους!
Εγώ αντίθετα λέω πως οι κυβερνήτες μας είναι κάποιοι από εμάς.
Δεν γυρίζω την πλάτη στην πολιτική και προσπαθώ στο μέτρο των δυνατοτήτων μου να ευαισθητοποιήσω και να πολιτικοποιήσω – όχι να κομματικοποιήσω – όσους μπορώ να επηρεάσω.
Πιστεύω πως ο υπεύθυνος, ο ενεργός πολίτης κυβερνιέται από τους ανάλογους ηγέτες. Και το αντίθετο: o αδιάφορος, αμέτοχος, ο ανεύθυνος πολίτης επιλέγει και εκλέγει τους ομοίους του. Έχεις προσέξει πόσοι άσχετοι βρίσκονται στο κοινοβούλιο? ηθοποιοί, ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, γόησσες κλπ. Αυτοί φταίνε?
Δεν έχει σημασία που δεν συμφωνούμε. Έτσι κι αλλιώς, κέρδος είναι ο διάλογός μας και η ανταλλαγή απόψεων.
Πολλά φιλιά κι από μένα!


Το ότι έχω άλλη άποψη δάσκαλε (το λευκό δε με χαλάει, ίσως είναι η μόνη ειρηνική επανάσταση), δε σημαίνει ότι δεν ασχολούμαι με δαύτους (άλλωστε τόσες αράδες γιατί τις γράφουμε?) και δε σημαίνει επίσης ότι δεν επεξεργάζομαι και τη δική σας γνώμη, η οποία πιστεύω ότι είναι πολύ σωστή αλλά με άλλες προϋποθέσεις..
Πολλά φιλιά!

Κλείνοντας αυτόν τον διάλογο θεωρώ πως θα είχε πολύ ενδιαφέρον κάποια συνέχεια αυτής της αντιπαράθεσης απόψεων, με την συμμετοχή και την κατάθεση της γνώμης από τους φίλους αναγνώστες του blog μου.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                           (19 Νοεμβρίου 2011)
Posted in Uncategorized | 6 σχόλια

Δημήτρης Φάμπας

Με τη συμπλήρωση φέτος 90 χρόνων από τη γέννησή του και 15 από τον θάνατό του, σκέφθηκα να αφιερώσω αυτό το άρθρο στον Δημήτρη Φάμπα, τον δάσκαλο και Μέντορά μου.
Και δεν σας κρύβω, πως αν για μένα αυτά που γράφω πηγάζουν από μια διάθεση, από μια ανάγκη θα έλεγα, δημόσιας ευγνωμοσύνης σ’ έναν παιδαγωγό που δεν έπαψα να θυμάμαι, για τα νέα παιδιά – που δεν το συνηθίζουν και πολύ να ασχολούνται με το παρελθόν – ίσως αποτελέσουν μια χρήσιμη προσέγγιση στην ιστορία της κιθάρας ή έστω μια επαφή με την ξεχασμένη εικόνα του ‘κάποτε’.

Τον Δημήτρη Φάμπα τον συνάντησα για πρώτη φορά τον Μάη του 1954 στο πατρικό του σπίτι στη Δάφνη, σε μια μονοκατοικία τότε στη συμβολή των οδών Μελαντίας 41 και Αναξάνδρου. Ήταν μια ανοιξιάτικη βραδιά που ακόμα παραμένει ζωντανή στη μνήμη μου αφού για μένα, αυτή ακριβώς η βραδιά, υπήρξε καθοριστική στη μετέπειτα διαδρομή μου. Ήταν, σκέπτομαι τώρα, μια ευτυχής συγκυρία συμπτώσεων, ήταν μια αναπάντεχη εύνοια της τύχης να χτυπήσω απ’ ευθείας την πόρτα του Δημήτρη Φάμπα, μολονότι εκείνο τον καιρό πρόθεσή μου ήταν να γνωρίσω κάποιον δάσκαλο που θα με μάθαινε να παίζω το ‘άστα τα μαλάκια σου ανακατεμένα’, τον ‘τρίτο άνθρωπο’ και τα άλλα ακομπανιαμέντα που τα πάλευα ένα ολόκληρο μήνα σε μια φτηνο-κιθάρα με συρμάτινες χορδές και δεν έβγαζα άκρη.
Δεκατεσσάρων χρονών εγώ, χωρίς μουσική παιδεία, χωρίς γνώσεις, χωρίς πληροφορίες, με τη σύσταση – τρέχα γύρευε – ενός φίλου του ξάδερφου του γείτονα, έμελλε από τύχη να πέσω ξαφνικά στα χέρια ενός δάσκαλου κιθάρας που τηρουμένων των αναλογιών δεν είναι υπερβολή αν σήμερα τον κατέτασσα στους κορυφαίους του κόσμου εκείνης της εποχής. Εξοικειωμένος με τους ακατέργαστους και σκληρούς ήχους της πένας πάνω στις συρμάτινες χορδές αλλά και συνηθισμένος να ακούω το όργανο που αγαπούσα μόνο στο μίζερο ρόλο της συνοδείας, βρέθηκα ξαφνικά εκείνο το βράδυ σε μια πανδαισία πολυφωνίας και μουσικής έκφρασης, με τα δάχτυλα του Φάμπα να χορεύουν ασταμάτητα πάνω στην ταστιέρα, βγάζοντας με τις νάιλον χορδές έναν ήχο πρωτόγνωρο και μαγικό πάνω σ’ ένα άγνωστο για τα αμάθητα αυτιά μου ρεπερτόριο.

Νεαρός τότε ο Φάμπας – μόλις είχε πάρει το Δίπλωμά του – αμφιβάλλω αν είχε περισσότερους από 3-4 μαθητές. Τα μαθήματα γινόντουσαν σπίτι του δυο φορές την εβδομάδα.
Άλλες εποχές τότε, άλλες συνθήκες διαβίωσης, άλλοι άνθρωποι. Φανταστείτε μια ζωή χωρίς τηλεόραση, χωρίς κομπιούτερ και κινητά, χωρίς την τρέλα του παρκινγκ. Φανταστείτε μια Αθήνα ανθρώπινη που χαιρόσουν να την περπατάς.
Σε αντίθεση με το σημερινό τρέξιμο, την αφόρητη πίεση του χρόνου, το συνεχές κοίταγμα του ρολογιού, παιδάκι τότε εγώ με κοντά παντελόνια, ξεκινούσα από την οδό Κομνηνών στα Εξάρχεια και, αλλάζοντας 2 συγκοινωνίες, έφτανα στη Δάφνη, όπου δύο ολόκληρα απογεύματα την εβδομάδα πλούτιζα τα ψυχικά μου αποθέματα με μουσική, με συζήτηση, με ακούσματα. Έφευγα, θυμάμαι, για το μάθημα της κιθάρας το μεσημέρι, αμέσως μετά το σχολείο και γύριζα στο σπίτι μου το σούρουπο.
Δεν σε άφηνε να φύγεις ο Φάμπας. Μετά το μάθημα σε κρατούσε να ακούσεις και τον άλλον. Και όταν έφευγες και σ’ έβγαζε στην πόρτα, πάλι σε κρατούσε κι εκεί ατέλειωτη ώρα για να σου μιλήσει για την κιθάρα, τον Σεγκόβια, την καριέρα.

Είχε μεράκι με τη κιθάρα ο Φάμπας, ένα πάθος, μια φλόγα που διαρκώς έκαιγε μέσα του κι αυτή τη φλόγα ήταν που σου μεταλαμπάδευε όταν σου ξεσήκωνε τα μυαλά για σταδιοδρομίες, για δόξες και μεγαλεία. Από τα πρώτα μαθήματα, από τον πρώτο κιόλας χρόνο, και τι δεν έκανε ο άνθρωπος για να με φέρει κοντά του, για να με μυήσει στο κλασικό ρεπερτόριο του οργάνου. Πόσες φορές δεν κάθισε, θυμάμαι, να μου γράψει ευχάριστες μελωδίες ή μικρά βαλς επειδή αντιδρούσα με τις κλίμακες, τις ασκήσεις και τις Σπουδές. Και πόσες άλλες φορές δεν με στήριζε, δίνοντάς μου δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια ενός αγώνα που, εδώ που τα λέμε, δεν είχε και κάποια προοπτική εκείνες τις μέρες. Ντροπή άλλωστε ήταν να λες ότι σπουδάζεις κλασική κιθάρα. Ντροπή και τα νύχια στο δεξί χέρι και ακόμα πιο ντροπή και αφέλεια να κάνεις όνειρα για επαγγελματισμό. Σε μια εποχή δύσκολη και με στερήσεις, σ’ ένα περιβάλλον άγνοιας και αμφισβήτησης υπήρχε αυτός ο δάσκαλος, που ήταν πάντα έτοιμος να σου τονώσει το ηθικό και να σε γεμίσει αισιοδοξία. Έστω κι αν έπαιζες δυο κομματάκια σε κάποια αίθουσα στην άλλη άκρη της Αθήνας, ο Φάμπας παρατούσε τις δουλειές του κι έτρεχε για συμπαράσταση.
Κι εσύ, ο μαθητής των 2 ετών, είχες πάντα δίπλα σου το δάσκαλο που σε φρόντιζε λες και είναι ο μάνατζερ που σου δίνει οδηγίες, σε εμψυχώνει, σε επιβραβεύει, σε ενθαρρύνει για κάτι μεγαλύτερο, σε γεμίζει όνειρα.
Ποιος από τους μαθητές του δεν θυμάται την εμμονή του πάνω στην τεχνική και τις ερμηνείες του Σεγκόβια, που τον είχε μοναδικό και αξεπέραστο σημείο αναφοράς.
Ποιος ξέχασε τα τραπεζώματα και τη γενναιόδωρη φιλοξενία σπίτι του, με την ευκαιρία της επίσκεψης κάποιου επώνυμου κιθαριστή κι ακόμα ποιος δεν θυμάται τις ετήσιες μαθητικές συναυλίες της σχολής του και τις πρόβες που διοργάνωνε πριν απ’ αυτές, έτσι που χαιρόταν να μας έχει όλους μαζί. Ο Δημήτρης Φάμπας ένιωθες πως δεν ζούσε από τους μαθητές του, αλλά ζούσε με τους μαθητές του και για τους μαθητές του. Άλλωστε η φιλοδοξία που κουβαλούσε μέσα του, να δημιουργήσει στον τόπο του την καλύτερη σχολή κιθάρας διεθνώς, ήταν κάτι που ποτέ δεν έκρυψε.

Η Λίζα κι εγώ, είχαμε το προνόμιο και την τύχη να είμαστε τα 2 πρώτα διπλώματα του Φάμπα πριν μισό αιώνα ακριβώς. Θυμάμαι, πως για να σε παρουσιάσει για δίπλωμα, απαιτούσε να έχεις τελειώσει όλη σχεδόν την ύλη της κιθάρας, ένα απέραντο ρεπερτόριο με ασκήσεις, Σπουδές, κομμάτια, σουίτες, κονσέρτα κι όταν έφτανες πια στο τέλος σε φόρτωνε να παίξεις ένα πρόγραμμα μιάμισης ώρας με τα δυσκολότερα έργα. Ήταν βλέπετε τέτοια η εποχή, που μέσα από την απονομή ενός καλού διπλώματος κιθάρας, δεν δικαιωνόταν μόνο το έργο του καθηγητή στο Εθνικό Ωδείο, αλλά και το ίδιο το όργανο. Και σκέπτομαι τώρα, μετά από τόσα χρόνια, πως ο Φάμπας, πέρα από την επιδίωξη της προσωπικής του καταξίωσης ως δασκάλου, έδινε παράλληλα κι έναν αγώνα για την καθιέρωση της κιθάρας, αυτού του ‘λαϊκού’ οργάνου, που στα αυτιά ενός Καλομοίρη, ενός Βούρτση ή ενός Κολάση, ασφαλώς φάνταζε φτωχό κι ασήμαντο.
Αναλογίζομαι πως μέχρι το 1987, χρονιά που η κιθάρα αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα ως όργανο συναυλιών παίρνοντας επίσημα τη θέση της στα ωδεία, αναλογίζομαι λέω, πόσο σημαντικό αγώνα έκανε αυτός ο άνθρωπος με το να συνθέτει έργα σολιστικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα, να δίνει ρεσιτάλ, να συμμετέχει σε ηχογραφήσεις, να διοργανώνει μαθητικές συναυλίες, να παίρνει μέρος σε σεμινάρια του εξωτερικού, να αλληλογραφεί με ξένα έντυπα, να δημοσιεύει και να δίνει έκταση σε κάθε του δραστηριότητα.
Με την λατρεία που είχε στην κιθάρα, σε συνδυασμό με τα καλλιτεχνικά του οράματα και την προσήλωσή του στον αγώνα για την καθιέρωση του οργάνου, ο Δημήτρης Φάμπας σήκωσε από την πρώτη στιγμή πολύ ψηλά τον πήχη, με αποτέλεσμα πράγματι να πετύχει να δημιουργήσει, τηρουμένων των αναλογιών, μια από τις κορυφαίες Σχολές κιθάρας στον κόσμο.
Χρωστάμε πολλά στον Φάμπα. Όχι μόνον εμείς οι μαθητές του που είναι το αυτονόητο. Πιστεύω πως γενικότερα ο κόσμος της κιθάρας στην Ελλάδα χρωστά πάρα πολλά σ’ αυτόν τον καλλιτέχνη που αφιέρωσε κυριολεκτικά τη ζωή του στο όργανο που αγάπησε με πάθος.

Κλείνοντας, θεωρώ απαραίτητο, να γράψω – για τους νεότερους κυρίως – ένα σύντομο βιογραφικό του, παραθέτοντας τα κυριότερα από τη καλλιτεχνική του διαδρομή:
Ο Δημήτρης Φάμπας λοιπόν γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1921 στη Μηλίνα του Βόλου από πατέρα ναυτικό και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου του 1996. Σπούδασε κιθάρα με τον Νίκο Ιωάννου, ενώ παράλληλα μελέτησε θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών με τον Κώστα Κυδωνιάτη. Πήρε το Δίπλωμα της κιθάρας το 1953 από το Εθνικό Ωδείο αλλά συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στην Ακαδημία Κιτζάνα της Σιένα στην Ιταλία κοντά στον Αντρές Σεγκόβια και στην Ισπανία με τον Αιμίλιο Πουζόλ.
Μοναδικός λάτρης του οργάνου και ακούραστος εργάτης της Τέχνης, ο Δημήτρης Φάμπας έδωσε πολλά ρεσιτάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ηχογράφησε μουσική σε δίσκους, συνεργάστηκε κατ’ επανάληψη με τους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη σε ηχογραφήσεις για το θέατρο και τον κινηματογράφο και δίδαξε για 4 δεκαετίες στο Εθνικό Ωδείο αναδεικνύοντας πολλούς από τους κιθαριστές που σήμερα διαπρέπουν. Στη δραστηριότητα αυτή αλλά και τη γενικότερη προσφορά του Φάμπα στον παιδαγωγικό τομέα, αναφέρθηκε με κολακευτικά σχόλια σε ιδιόχειρη επιστολή του και ο μεγάλος Αντρές Σεγκόβια.
Ο Δημήτρης Φάμπας έκανε πολλές μεταγραφές και έγραψε πάνω από 200 συνθέσεις για κιθάρα, οι περισσότερες από τις οποίες εκδόθηκαν από γνωστούς εκδοτικούς οίκους της Ελλάδας και του εξωτερικού. Ανάμεσα στα πιο δημοφιλή έργα του είναι οι Ελληνικοί χοροί και οι Ελληνικές Σουίτες.

Ευάγγελος Ασημακόπουλος
(25 Σεπτεμβρίου 2011)
Posted in Uncategorized | Γράψτε ένα σχόλιο

Γονείς και μουσική

Άκουγα πριν λίγες μέρες τα βάσανα διπλωματούχου μαθητή μου που τρέχει από σπίτι σε σπίτι για ιδιαίτερα μαθήματα και αηδίασα με τη συμπεριφορά ορισμένων γονιών.
Προσπαθούσε ο δυστυχής να ρυθμίσει την ώρα του μαθήματος έτσι ώστε να ταιριάζει και με το δικό του πρόγραμμα, η κυρία όμως που κι αυτή ρύθμιζε το ωράριο του 11χρονου γιού της ήταν ανυποχώρητη. Έχοντας στη συζήτηση το πάνω χέρι – όποιος πληρώνει έχει εξουσία βλέπετε – απαιτούσε από τον δάσκαλο να βρει κάποια συγκεκριμένη μέρα και ώρα της εβδομάδας έτσι ώστε το καμάρι της να κάνει το μάθημα της κιθάρας μια ώρα που δεν έπρεπε να συμπέσει με τα Αγγλικά του, τα Γερμανικά, το χαντ-μπολ, το κολυμβητήριο, το μπάσκετ, το τένις, τη γυμναστική και την ώρα με τους φίλους του. Με άλλα λόγια, το μάθημα της κιθάρας έπρεπε να βολευτεί κάπου μεταξύ όλων των άλλων της απασχόλησης ή της διασκέδασης, να είναι μια σφήνα δηλαδή “για να γεμίζει το παιδί τις ώρες του”. Για ώρα μελέτης στο όργανο ούτε λόγος…

Δυστυχώς αυτή η νοοτροπία των γονιών στις μέρες μας, δεν είναι πια η εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Διαβαθμίζοντας οι ίδιοι τις προτεραιότητες για τη ‘μόρφωση’ του παιδιού τους, αποφασίζουν ανάλογα με τα γούστα και τις γνώσεις που κουβαλάνε στο κεφάλι τους. Οι περισσότεροι, για να μην πω όλοι, ταυτίζουν τη μουσική με τη διασκέδαση, νιώθουν πως υπάρχουν άλλα ‘σοβαρότερα πράγματα’ που πρέπει να τους προσφέρουν και φροντίζουν πάση θυσία ‘να μη τους λείψει τίποτε’ ώστε να βγουν μια μέρα στην κοινωνία με όλα τα ‘εφόδια’, αφού στο κάτω-κάτω της γραφής ‘…κι εμείς που δεν ασχοληθήκαμε με τις Τέχνες δεν πάθαμε και τίποτε, μια χαρά άνθρωποι γίναμε.”

Από την άλλη πάλι βλέπω με πόση αδιαφορία και προχειρότητα κάποιοι γονείς αποφασίζουν να γράψουν τα παιδιά τους στο Ωδείο. Χωρίς να ρωτήσουν και να πάρουν πληροφορίες για ένα καλό ωδείο, χωρίς να ψάξουν να βρουν ένα σωστό δάσκαλο της μουσικής, σπεύδουν να εμπιστευθούν το παιδί τους στον πρώτο τυχόντα. Έτσι, γιατί “το ωδείο είναι απέναντι από το Lidl που διαθέτει parking και την ώρα του μαθήματος επωφελούμαι να κάνω και τα ψώνια μου…”. Έτσι, “…για να απασχολείται κάπου και να μη γυρνάει δεξιά κι αριστερά…” Έτσι, γιατί “…εμείς δεν θέλουμε να το πάρει για επάγγελμα. Λίγη κιθαρίτσα να μάθει, βρε αδερφέ, έτσι για την παρέα…”

Ως γνωστόν, στην Αρχαία Ελλάδα το μάθημα της Μουσικής ήταν πρωτεύον. Οι γονείς, μετά από πολλή έρευνα, εμπιστευόντουσαν τα παιδιά τους στον άριστο παιδαγωγό της μουσικής γιατί ήξεραν ότι μέσα από τη σωστή καθοδήγηση, αυτά θα αποκτήσουν μια πλατειά καλλιέργεια και κυρίως θα αναπτύξουν την αισθητική τους, θα βρουν την ψυχική τους ισορροπία, θα πετύχουν την φυσική τους διάπλαση. Είχαν κατανοήσει ότι η επίδραση της καλής μουσικής στον ψυχισμό του ανθρώπου έχει ευεργετικές επιπτώσεις. Έδιναν στη λέξη Ψυχαγωγία τη σωστή της διάσταση (αγωγή της ψυχής) ενώ όλοι τους παρακολουθούσαν ανελλιπώς τις εκδηλώσεις του θεάτρου και της μουσικής.

Στην εποχή μας, εποχή της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας, του καιροσκοπισμού και του εύκολου κέρδους, της μοναξιάς, των νευρώσεων και της βίας, η μοναδική άμυνα που έχουμε είναι η επιστροφή στα διδάγματα των προγόνων μας.
Η ενασχόληση με την μουσική, δίνει την ευκαιρία στο παιδί να αναπτύξει την προσωπικότητά του και να μπει στη τροχιά της δημιουργίας. Στην προσπάθεια του να κατακτήσει και να ερμηνεύσει ένα απλό έργο, μαθαίνει να επιμένει, να πειθαρχεί, να επαναλαμβάνει. Κάτω από μια σωστή καθοδήγηση το παιδί συνηθίζει να συγκεντρώνεται, να διεισδύει στη λεπτομέρεια, να αναλύει. Μαθαίνει να συμφιλιώνεται με την αποτυχία και να μην πανικοβάλλεται από τη μοναξιά. Αργότερα, θα μπορέσει να προσεγγίσει με ανάλογο ενδιαφέρον και τις άλλες μορφές της Τέχνης που είναι αδελφές με τη μουσική: τη ζωγραφική, την ποίηση, το θέατρο, την γλυπτική, τη λογοτεχνία. Τα ενδιαφέροντά του θα πολλαπλασιασθούν και θα του επιτρέψουν να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του, να εκλεπτύνει το γούστο του, να βελτιώσει τη κοινωνική του συμπεριφορά.

Αλλά στο σημείο αυτό, πρέπει να υπογραμμίσω για μια ακόμα φορά πως η κυρίως υπεύθυνη για τον αποπροσανατολισμό τού μέσου πολίτη στη χώρα μας είναι η Πολιτεία.
Δεν ξέρω αν οι ίδιοι που μας διοικούν (και πόσοι απ` αυτούς) έχουν ενδιαφέροντα για τις καλές Τέχνες ή την ανάλογη αισθητική για να τις προσεγγίσουν. Δικηγόροι οι περισσότεροι μέσα στη Βουλή, μηχανικοί και γιατροί οι υπόλοιποι, αποτελούν τους ‘μορφωμένους’, τους ‘καλλιεργημένους’ του συνόλου. Αλλά και στα τόσα χρόνια που παρακολουθώ την πολιτική, θυμάμαι ελάχιστους καλλιτέχνες να έχουν καθίσει σε υπουργικά έδρανα: τη Μελίνα, τον Μίκη, τον Μικρούτσικο, ακριβώς γιατί τούτος ο λαός δεν έχει ανάγκη από πνευματική τροφή, δεν του ταιριάζει να διοικείται από τους ‘ψωνισμένους’, δεν χαμπαριάζει από τέχνες και τέτοια περίεργα.
Έτσι σε ρυθμούς Andante sostenuto συστήνονται χρόνια τώρα επιτροπές από ανευθυνοϋπεύθυνους του Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και συμβούλια ‘αρμοδίων’ στα οποία συζητούνται και κατατίθενται προγράμματα, εισηγήσεις, προσχέδια, αναφορές, γνωμοδοτήσεις, πορίσματα, ανακοινώσεις, που αποσκοπούν δήθεν στην αναβάθμιση της μουσικής Παιδείας, σχέδια μεγαλειώδη που μας ξεφουρνίζουν κάθε τόσο από τα ΜΜΕ για το θεαθήναι, σχέδια που στο τέλος χώνονται πάλι και ξεχνιούνται σε κάποια συρτάρια τους, έτσι για να επιβεβαιώνεται νυν και αεί η άγνοια και η αδιαφορία τους γι αυτή την περίφημη ‘αναβάθμιση της μουσικής Παιδείας’.

Δεκαετίες τώρα όλα κυλούν ήρεμα, όλα αφημένα στη μοίρα τους σαν μια απέραντη Νιρβάνα. Με τον ανύποπτο πολίτη να εντυπωσιάζεται από τη φωτεινή πινακίδα ‘Ωδείο Τάδε, Αναγνωρισμένο από το Κράτος’ αριθμός αδείας τάδε, κάθετος τάδε, στο μπαλκόνι κάποιου διαμερίσματος, τον νοικοκύρη που αισθάνεται μάλιστα τυχερός που θα γράψει το παιδί του εκεί στη γειτονιά κοντά στο σπίτι του. Δεν διανοείται πώς είναι δυνατόν η Πολιτεία να δίνει άδειες χωρίς να ελέγξει ποτέ την ποιότητα των παρεχομένων σπουδών. Δεν του περνάει απ’ το μυαλό ότι οι τίτλοι (Πτυχία και Διπλώματα) που στο τέλος απονέμονται από τα ωδεία και τις μουσικές σχολές δεν ελέγχονται από το Κράτος. Ο απροστάτευτος, ο ανενημέρωτος πολίτης, δεν έχει ποτέ του πληροφορηθεί ότι σύμφωνα με το ισχύον νομοσχέδιο, είναι πανεύκολο αυτές τις άδειες λειτουργίας ωδείων και μουσικών σχολών ‘Αναγνωρισμένων από το Κράτος αριθμός αδείας τάδε, κάθετος τάδε’ μπορεί να τις αποκτήσει ο οποιοσδήποτε άσχετος με τη μουσική, ο επιχειρηματίας που θα στήσει το μαγαζάκι του στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας και θα πουλάει μουσική Παιδεία χωρίς ποτέ να τον ελέγξει κανείς!

Κάτω από αυτές τις τριτοκοσμικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, θα πρότεινα στον γονιό που πράγματι ενδιαφέρεται να παράσχει μια αληθινή καλλιέργεια στα παιδιά του, να τα ενθαρρύνει να ασχοληθούν σοβαρά με την καλλιτεχνία παράλληλα με τις άλλες σπουδές τους. Όχι ως επαγγελματικό προσανατολισμό αλλά ως μόρφωση. Και αν τα ίδια επιλέξουν τελικά να ακολουθήσουν τη μουσική, που είναι και η μητέρα των τεχνών, ο γονιός ας σταθεί δίπλα τους με αληθινό ενδιαφέρον για την πρόοδό τους.
Πρώτα απ’ όλα όμως ας ασχοληθεί πολύ σοβαρά με το θέμα της ανεύρεσης σωστού παιδαγωγού στη μουσική. Ας αντιμετωπίσει το θέμα σαν να πρόκειται να εμπιστευθεί το παιδί του στα χέρια ενός γιατρού για μια λεπτή εγχείρηση. Γιατί το ζήτημα της διαμόρφωσης του ψυχισμού και της αισθητικής μέσω της μουσικής, είναι εξ ίσου σοβαρό!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                           (17 Σεπτεμβρίου 2011)
Posted in Uncategorized | 3 σχόλια