Η Κλασική Κιθάρα

Καταγραφή 5_000003 2_000000

 

 

 

Διάλεξη του Ευάγγελου Ασημακόπουλου 

στην Ημερίδα του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Καθηγητών Κιθάρας (EGTA – Κύπρου)
Λευκωσία, Σάββατο 15 Μαρτίου 2014 

 

Αγαπητοί φίλοι,

Είναι μεγάλη η χαρά μου που βρίσκομαι ξανά την Κύπρο. Τα τελευταία 30 χρόνια, επισκέπτομαι συνεχώς τη μεγαλόνησο για συναυλίες με την Λίζα, για εξετάσεις ή σεμινάρια, πάντα μετά από πρόσκληση του Εθνικού Ωδείου Κύπρου.
Το ταξίδι μου ωστόσο αυτή τη φορά, γίνεται στα πλαίσια της ημερίδας του EGTA- Κύπρου, καλεσμένος από τον κ. Δημήτρη Ρεγγίνο και τα υπόλοιπα μέλη του Συνδέσμου που, πέρα από την διάλεξη, μου έκαναν την τιμή να με ανακηρύξουν Επίτιμο Μέλος του EGTA Κύπρου “ως ελάχιστη αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς μου στο χώρο της Κιθάρας” όπως χαρακτηριστικά μού έγραψαν στην πρόσκλησή τους.
Θέλω λοιπόν πριν αρχίσω την ομιλία μου, να τους ευχαριστήσω όλους θερμά για την απόφαση που πήραν να με τιμήσουν με αυτή την διάκριση.
Στη σημερινή μου διάλεξη και με άξονα φυσικά την κιθάρα, σκέπτομαι να επεκταθώ και σε άλλα θέματα που νομίζω πως λίγο ως πολύ μας ενδιαφέρουν όλους. Μπορούμε μάλιστα στο τέλος να κάνουμε και κάποια συζήτηση αν χρειασθεί ή αν προκύψουν ερωτήματα.

Θα ξεκινήσω λοιπόν πρώτα με την ερώτηση: τι είναι η κλασική κιθάρα?
Γιατί λέμε πως παίζουμε κλασική κιθάρα και όχι σκέτα κιθάρα? Γιατί εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό ‘κλασική’ όταν μας ρωτούν με τι ασχολούμαστε? Και όταν λέμε πως παίζουμε κλασική κιθάρα, τι ακριβώς εννοούμε και πού αναφερόμαστε? Αναφερόμαστε στην κατασκευή του οργάνου, αναφερόμαστε στην ιστορία του, στην τεχνική του, στους συνθέτες που ερμηνεύουμε ή που αλλού? Ή απλά εμείς διαχωρίζουμε τη θέση μας από την ‘ηλεκτρική’ την ‘ακουστική’, την ‘μπάσο’ κιθάρα ή την κιθάρα φλαμένκο? Γιατί δεν μιλάμε για κλασικό βιολί, κλασικό τσέλο ή κλασικό πιάνο? Από πότε η κιθάρα έγινε κλασική? Και τη σημαίνει ο όρος ‘κλασική’? Και τέλος πού βρίσκονται οι διαφορές μας με τα αντίστοιχα όργανα που ονομάζονται κιθάρες?

Ας πω λοιπόν πρώτα λίγα λόγια για το χαρακτηρισμό ‘κλασική’ και στη συνέχεια θα αναφερθώ και στην κιθάρα.
Όπως ξέρετε ‘κλασική’ ονομάζουμε μια καλλιτεχνική δημιουργία που έχει αξία διαχρονική και οικουμενική. Είναι δυο στοιχεία εντελώς απαραίτητα για να χαρακτηρίσουμε ως ‘κλασικό’ κάποιο έργο τέχνης. Ο Παρθενώνας, η ποίηση του Γκαίτε, μια σύνθεση του Μότσαρτ, ένας πίνακας του ντα Βίντσι, ένα έργο του Σαίξπηρ ή μια τραγωδία του Αισχύλου, άντεξαν τη φθορά του χρόνου, θαυμάστηκαν και αγαπήθηκαν από τους λαούς στο πέρασμα των αιώνων, έπαψαν να έχουν πατρίδα, γι’ αυτό και τα ονομάζουμε κλασικά έργα τέχνης που ανήκουν πια στην ανθρωπότητα.
Όσο για την κιθάρα, όλοι ξέρουμε πως είναι ένα όργανο που έλκει την καταγωγή του από την Ανατολή και πως το όνομα κιθάρα προέρχεται από το αρχαίο περσικό τζσεταρ που σημαίνει τρεις χορδές (τζσε είναι το τρία και ταρ η χορδή). Πράγματι το έγχορδο που κυριάρχησε για πολλούς αιώνες στον αρχαίο περσικό πολιτισμό ήταν τρίχορδο. Αργότερα προστέθηκε μία ακόμα χορδή και ως τετράχορδo πλέον μεταφέρθηκε στην αρχαία Ελλάδα από τους σκλάβους της Ανατολής. Όταν οι Ρωμαίοι λίγο μετά κυριάρχησαν στα πέρατα της Δύσης, υποδουλώνοντας και την Ελλάδα, διδάχθηκαν αλλά και υιοθέτησαν πολλά από τα επιτεύγματα του πολιτισμού των προγόνων μας. Είναι αμφίβολη επομένως η άποψη ότι στην Ευρώπη η κιθάρα εισήλθε για πρώτη φορά τον 8ο αιώνα όταν οι Άραβες κατέκτησαν την Ισπανία, γιατί έτσι κι αλλιώς η κιθάρα ήταν γνωστή εκεί, αφού ο ρωμαϊκός πολιτισμός έφτανε σε όλη την Ιβηρική Χερσόνησο. Ωστόσο αυτή η εγκατάσταση των Μαυριτανών στην Ισπανία έδωσε μια καινούργια πνοή στο έγχορδο, που ακόμα και στις μέρες μας θεωρείται ότι γεννήθηκε στη χώρα αυτή.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, η κιθάρα δεν έπαψε να αλλάζει σχήμα και μορφή. Υπάρχουν γλυπτά, παραστάσεις ή τοιχογραφίες όχι μόνο στην Ισπανία  αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου εμφανίζεται να παίζεται με δάχτυλα, με πένα ή με δοξάρι.

Picture2Στις αρχές του 16ου αιώνα η κιθάρα έχει τέσσερις διπλές χορδές. Picture1Στον ίδιο αιώνα όμως ακμάζει παράλληλα το λαούτο ενώ στην Ισπανία και Πορτογαλία κάνει την εμφάνισή της η βιχουέλα, όργανο κυρίως της αριστοκρατίας, που έχει έξι διπλές χορδές  και παίζεται περισσότερο με τα δάχτυλα.
Τον 17ο αιώνα η κιθάρα παίζεται πια με πέντε διπλές χορδές, ενώ στα τέλη του αιώνα αυτού, τόσο η βιχουέλα όσο και το λαούτο βρίσκονται σε παρακμή.
O 18ος αιώναs πρέπει να θεωρηθεί μια σημαντική περίοδος στην εξέλιξη της κιθάρας για δύο λόγους: ο πρώτος είναι η οριστική καθιέρωση των 6 χορδών στα Picture3μέσα του αιώνα και ο δεύτερος, η εμφάνιση λίγο αργότερα του Φερνάντο Σορ που υπήρξε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες στην τρισχιλιετή διαδρομή της. Ο Σορ αλλά και ο συμπατριώτης και φίλος του Ντιονίσιο Αγουάδο, έχουν δίκαια θεωρηθεί ως οι  ιδρυτές και θεμελιωτές της μεγάλης ισπανικής Σχολής, χάρη στο πολύτιμο έργο που άφησαν πίσω τους.
Την ίδια περίπου εποχή, τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα, στην Ιταλία, ακμάζει μία επίσης σημαντική Σχολή κιθάρας  με κυριότερους εκπροσώπους τους Καρούλι, Καρκάσι και admin-ajaxΤζουλιάνι με τον τελευταίο να αποσπά τον θαυμασμό και την εκτίμηση του μουσικού κόσμου για την δεξιοτεχνική του ικανότητα και τις περίτεχνες συνθέσεις του. Στην περίοδο αυτή, τον 19ο αιώνα δηλαδή, εμφανίζονται ένα σωρό νέοι δεξιοτέχνες όπως ο Γάλλος Κοστ, ο Ούγγρος Μερτζ, ο Ισπανός Άρκας, ο Ιταλός Ρεγκόντι, αλλά και ο Νικολό Παγκανίνι, που ασχολήθηκε για μερικά χρόνια με την κιθάρα αφήνοντας πίσω του αρκετές συνθέσεις.  

Εδώ πρέπει να επισημάνει κανείς πως στον 19ο αιώνα η διάθεση του κοινού άρχισε να στρέφεται περισσότερο σε όργανα με δυνατό ήχο. Η Όπερα βρίσκεται στη μεγαλύτερή της άνθιση και οι συνθέτες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ηχητικό όγκο μέσα από τις ορχήστρες και τις χορωδίες. Αυτή η τάση του γιγαντισμού στη μουσική, είχε ως αποτέλεσμα να παρακμάσουν έως και να εξαφανισθούν όργανα με αδύναμο ήχο που κυριάρχησαν τους τρεις προηγούμενους αιώνες όπως ήταν η λύρα, το λαούτο, η βιχουέλα, το τσέμπαλο και η κιθάρα. Η κιθάρα ωστόσο παρέμεινε ζωντανή στην Ισπανία χάρη στα φλαμένκο, τη λαϊκή παραδοσιακή μουσική.
downloadΈτσι η εμφάνιση του Φρανθίσκο Τάρρεγκα στα μέσα του 19ου αιώνα, βρίσκει την κιθάρα χωρίς ουσιαστικό ρεπερτόριο, αφού οι σπουδαιότεροι συνθέτες της Ευρώπης είχαν ασχοληθεί με άλλα όργανα. Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ, Σούμαν, Τσαϊκόφσκι, Σοπέν, Μέντελσον και τόσοι άλλοι ακόμη, δεν σκέφθηκαν να γράψουν για ένα όργανο που δεν γνώριζαν, ένα όργανο συνοδείας, ένα όργανο φτωχό και λαϊκό. Μοιραία λοιπόν το καλλιτεχνικό ανάστημα του Σορ, του Αγουάδο, του Καρούλι και του Τζουλιάνι είναι ό,τι πιο αξιόλογο έχει να επιδείξει ως εκείνη την περίοδο η κιθάρα.
Ο Τάρρεγκα, διπλωματούχος τόσο στο πιάνο όσο και στην αρμονία, ασχολήθηκε σε βάθος με την d5185536lτεχνική της κιθάρας και κατάφερε να δημιουργήσει μια πραγματική επανάσταση: επέβαλε την τεχνική του μπαρέ, χρησιμοποίησε το απογιάντο, αξιοποίησε τον παράμεσο του δεξιού χεριού, καθιέρωσε το κράτημα του οργάνου στο αριστερό πόδι και ακόμη βοήθησε τον ιδιοφυή κατασκευαστή Αντόνιο Τόρρες να ολοκληρώσει τις έρευνες για ένα νέο μοντέλο κιθάρας. Αυτές οι καινοτομίες του Τάρρεγκα στην τεχνική, αλλά και η Σχολή των μαθητών του, οι συνθέσεις του, οι πολυάριθμες μεταγραφές του, καθώς και η Μέθοδος Κιθάρας που εξέδωσε, τον κατατάσσουν, όπως και τον Φερνάντο Σορ πριν έναν αιώνα, στο πάνθεον των κορυφαίων της ιστορίας του οργάνου.

Μετά το θάνατο του Τάρρεγα στις αρχές του 20ου αιώνα, ο πιο ταλαντούχος μαθητήςdownload (1) του, ο Μιγέλ Λιομπέτ, πραγματοποιεί περιοδείες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική δίνοντας πολυάριθμα ρεσιτάλ. Από τους δίσκους του Λιομπέτ που διασώθηκαν αλλά και από τις εξαίρετες μεταγραφές του, διαπιστώνει κανείς το επίπεδο της τεχνικής του. Ακόμη ο Ντανιέλ Φορτέα που ίδρυσε την  γνωστή Βιβλιοθήκη Φορτέα καθώς και ο Αιμίλιο Πουζόλ με την πιο imagesολοκληρωμένη στην εποχή μας μέθοδο, θεωρούνται συνεχιστές του έργου του δασκάλου τους.
Την ίδια εποχή στη Λατινική Αμερική ο Αγκουστίν Μπάρριος Μανγκορέ από την Παραγουάη θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της ηπείρου. Ο ίδιος, υπήρξε ο πρώτος κιθαριστής στην ιστορία του οργάνου που ηχογράφησε δίσκους και παρά το γεγονός ότι ήταν πασίγνωστος στη Νότιο Αμερική, στην Ευρώπη έγινε γνωστός αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Σήμερα τα έργα του  παίζονται διαρκώς και το όνομά του έχει πάρει τη θέση που του αξίζει.

Picture9Λίγο αργότερα στην κεντρική Ευρώπη η σημαντικότερη παρουσία ήταν αυτή της Ίντα Πρέστι, που ως ‘παιδί-θαύμα’ κατέπληξε το Παρίσι και το Λονδίνο όταν σε ηλικία 9 μόλις ετών έκανε την πρώτη εμφάνισή της. Αργότερα, μαζί με τον Αλέξανδρο Λαγκόγια, αποτέλεσαν το κορυφαίο ντουέτο κιθάρας στον κόσμο.

Εδώ πρέπει να σταθεί κανείς στο γεγονός πως ένα από τα χαρακτηριστικά του 20ου αιώνα είναι και η εξειδίκευση. Το μοντέλο συνθέτης-εκτελεστής με τον καιρό εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνουν δύο διαφορετικές ειδικότητες που μοιάζουν να μην έχουν σχέση μεταξύ τους: ο εκτελεστής δεν ασχολείται με τη σύνθεση ενώ ο συνθέτης δεν εμφανίζεται δημόσια! Ο εκτελεστής κατά συνέπεια ασκείται στο να παρουσιάζει στο κοινό  έργα που ανήκουν σε συνθέτες παλιούς ή καινούργιους, ενώ από την άλλη ο συνθέτης δεν έρχεται καθόλου πια σε επαφή με το κοινό, νιώθει εξαρτημένος από τον εκτελεστή και ασχολείται μόνο με το συνθετικό του έργο.
Ο Αντρές Σεγκόβια που έζησε σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα – τον 20όν – ακολούθησε το ρεύμα της εποχής, αναδείχθηκε σε κορυφαίο εκτελεστή και υπήρξε χωρίς Picture10αμφιβολία ο τρίτος μεγάλος σταθμός στην ιστορία της κιθάρας και για πολλούς, η κορυφαία προσωπικότητα στη μακραίωνη διαδρομή της. 
Περισσότερο από κάθε προηγούμενο κιθαριστή, o Σεγκόβια έβλεπε την κιθάρα ως όργανο συναυλιών, ανάλογο με αυτά που ήδη μεσουρανούσαν και έδινε συνεχώς τις μάχες του για να την επιβάλει. Είχε να αντιμετωπίσει ένα αρνητικό κλίμα προκατάληψης για το ρόλο της κιθάρας, επειδή ο περισσότερος κόσμος την ήθελε ή τη γνώριζε ως όργανο συνοδείας, διασκέδασης και ισπανικού φολκλόρ. Συνειδητοποίησε από νωρίς τη γύμνια του ρεπερτορίου της και φρόντισε να επηρεάσει αξιόλογους συνθέτες της εποχής του όπως ήταν ο Βίλα-Λόμπος, ο Ροδρίγο, o Τουρίνα, ο Καστελνουόβο-Τεντέσκο, ο Πόνσε, o Τόρρομπα, ο Τάνσμαν, ο Μομπόου να γράψουν για την κιθάρα, ενώ παράλληλα έκανε πολλές μεταγραφές τις οποίες παρουσίαζε στις εμφανίσεις του. 

Ο Αντρές Σεγκόβια που υπήρξε ο εμπνευστής χιλιάδων κιθαριστών σ’ ολόκληρο τον 20
ο αιώνα, καθιέρωσε ένα σύγχρονο τρόπο παιξίματος χρησιμοποιώντας νάιλον χορδές στην κιθάρα και νύχια στα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Η φήμη που απέκτησε μέσα από τις αδιάκοπες περιοδείες σε όλο τον κόσμο και τις ηχογραφήσεις, άρχισε να παίρνει μυθικές διαστάσεις σε σημείο που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 – που ήταν και η χρυσή εποχή της κιθάρας – η λέξη “Σεγκόβια” να σημαίνει “κιθάρα” και το αντίστροφο.
Η προσφορά του Ισπανού καλλιτέχνη στο όργανο υπήρξε ανεκτίμητη αφού αυτός πρώτος το επέβαλε στη συνείδηση του κοινού ως όργανο μεγάλων ερμηνευτικών δυνατοτήτων, με αποτέλεσμα να διδάσκεται σήμερα στις πιο έγκυρες Μουσικές Σχολές, Ακαδημίες και Πανεπιστήμια σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

 Στη “μετασεγκοβιανή” περίοδο, συνεχίζουν με βελτιωμένη τώρα τεχνική και νέες μουσικές αντιλήψεις δεκάδες κιθαριστών, των οποίων τα ονόματα είναι αδύνατο να αναφέρω, πόσω μάλλον όταν είναι και παρακινδυνευμένο να γίνει αναφορά σε ζώντες εκτελεστές προτού ολοκληρώσουν τον κύκλο της καλλιτεχνικής τους Picture11δραστηριότητας. Ωστόσο θα περιορισθώ στην προσφορά του Άγγλου Τζούλιαν Μπρημ, του Αυστραλού Τζον Γουίλιαμς και του Βενεζουελάνου Αλίριο Ντίαζ, όχι μόνο γιατί οι αμέτρητες συναυλίες και οι ηχογραφήσεις τους είχαν ως συνέπεια το όργανο να αποκτήσει εκατομμύρια φίλους, αλλά κυρίως γιατί πολλοί σύγχρονοι συνθέτες αφιέρωσαν έργα τους σ’ αυτούς, χωρίς ωστόσο να παραλείψω και τα ονόματα του Ισπανού Ναρθίθο Γιέπες ή του Ουρουγουανού Άμπελ Καρλεβάρο που υπήρξαν δυο κιθαριστές με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

Στις μέρες μας – αυγή της τρίτης μ.Χ. χιλιετηρίδας – η κιθάρα είναι αναμφισβήτητα το πιο δημοφιλές και διαδομένο όργανο: διδάσκεται σε πολλές μουσικές Ακαδημίες συγκεντρώνοντας εντυπωσιακό αριθμό σπουδαστών, οι σύγχρονοι συνθέτες γράφουν πρωτότυπα έργα γι’ αυτήν και οι επαγγελματίες κιθαριστές είναι πλέον αναρίθμητοι. Ακόμη, δεκάδες περιοδικά και εκδόσεις με θέμα την κιθάρα κυκλοφορούν παντού, οι πωλήσεις οργάνων, δίσκων και βιβλίων βρίσκονται στην πρώτη θέση, ενώ για κανένα άλλο όργανο δεν υπάρχουν τόσα σωματεία και σύλλογοι και δεν διοργανώνονται τόσα πολυάριθμα φεστιβάλ, σεμινάρια, διαλέξεις, διαγωνισμοί, συναυλίες και ρεσιτάλ. Πέρα όμως από όλα αυτά, η κιθάρα διατηρώντας τη λαϊκή καταγωγή της, το χαμηλό κόστος της, την ευκολία της μετακίνησης αλλά και τη δυνατότητα της συνοδείας χάρη στην πολυφωνία της, είναι προσιτή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και έχει την ευχέρεια να μετέχει σε κάθε μουσικό σχήμα.

Αγαπητοί φίλοι,

Έδωσα όσο μπορούσα πιο συνοπτικά την εικόνα της κιθάρας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Μίλησα για την καταγωγή της, την ιστορική της διαδρομή μέσα από τους αιώνες, τους συνθέτες και τους εκτελεστές της που έπαιξαν βασικό ρόλο στην εξέλιξή της.
Ο 20ος αιώνας ωστόσο, με αυτή τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, έχει ανοίξει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην πορεία του οργάνου. Αναφέρομαι στην παρεμβολή του ηλεκτρισμού στα έγχορδα για την ενίσχυση του ήχου τους.
Πράγματι, τα πρώτα πειράματα με τον ηλεκτρισμό έγιναν από τον Αμερικανό κιθαριστή Λες Πωλ τη δεκαετία του ’30 για μια ηλεκτρική κιθάρα όπως ονομάστηκε στο τέλος. Το όργανο αυτό χρησιμοποιήθηκε αρχικά από μουσικούς της τζαζ ως ένα κούφιο όργανο, ηλεκτρικώς ενισχυμένο για μεγαλύτερη ένταση κατά την περίοδο της άνθησης του σουίνγκ.
Οι πρώτες ηλεκτρικές κιθάρες διέθεταν κούφιο σώμα, ατσάλινες χορδές και ηλεκτρομαγνήτες με σπείρες από βολφράμιο που κατασκεύαζε η εταιρία Rickenbacker τοSMG_Frying_Pan - Αντίγραφο 1931.
Το 1934 η ίδια εταιρεία, η Rickenbacker παρουσίασε το τηγάνι – the frying pan – έναν μεταλλικό δίσκο σχήματος οβάλ που συνδεόταν με μια φαρδιά ξύλινη τραβέρσα που το όλο σχήμα έμοιαζε με τηγάνι.
Στα μέσα του 1940, πάλι ο Λες Πωλ που τότε εργαζόταν στην εταιρία Epiphone Guitar κατασκεύασε ένα όργανο με συμπαγές σώμα που ονομάστηκε log-guitar,        download (2)         κιθάρα-κούτσουρο δηλαδή, καθώς αποτελείτο από ένα απλό τετράγωνο ξύλινο σώμα, με δύο κούφιες διακοσμητικές τομές από σουηδικό ξύλο, από ένα μπράτσο, και από χειροποίητους μαγνήτες και ηλεκτρικά συστήματα.

Δέκα χρόνια αργότερα οι εταιρείες Fender και Gibson παρουσίασαν βελτιωμένα όργανα που έμοιαζαν περίπου με κιθάρες, όργανα που σε λίγο διάστημα πλημμύρισαν την παγκόσμια αγορά ως ιδανικοί εκφραστές της μουσικής τζαζ, μπλουζ και ροκ, μουσικής που τραγουδιέται και χορεύεται σήμερα από τη νεολαία όλου του κόσμου.
Να ήταν άραγε σημείο των καιρών, να ήταν η ανάγκη της επικοινωνίας με τις μάζες, να ήταν μια επανάσταση στα καθιερωμένα, ό,τι κι αν ήταν, με τη διάδοση του μοντέλου αυτού, το όργανο που υπέστη την μεγαλύτερη ζημιά έμελλε δυστυχώς να είναι η κιθάρα. Έτσι, αναγκαστικά πλέον χρησιμοποιούμε το επίθετο ‘κλασική’ για να προσδιορίσουμε ένα όργανο παραδοσιακό με ιστορία τριών χιλιετηρίδων.
Ήταν δυστύχημα τελικά πως, με τη χρήση του ονόματος και του σχήματος της κιθάρας, δημιουργήθηκε η ‘ηλεκτρική’ η ‘ακουστική’ η ‘ηλεκτροακουστική’ το ‘μπάσο’ κι ένα σωρό άλλα όργανα εντελώς διαφορετικά από την κιθάρα, τόσο στην τεχνική όσο και στο ρεπερτόριο, μα ακόμα περισσότερο στον ήχο, έναν ήχο που δεν έχει καμία συγγένεια με αυτόν της κιθάρας, έναν ήχο που μάλιστα δεν παράγεται ούτε καν από το ηχείο των οργάνων αυτών, αφού ηχείο δεν υπάρχει.
Αναλογίζομαι σήμερα πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, αν αντί για το όνομα ‘ηλεκτρική κιθάρα’ είχε επικρατήσει η αρχική ονομασία δηλαδή τηγάνι ή κούτσουρο κι αν αυτό δεν θα ήταν και τόσο εύηχο μπορούσε να πάρει το όνομα των εταιρειών Fender ή Gibson, ό,τι δηλαδή έχει συμβεί στη σχέση τής κλαβινόβα με το πιάνο, ή του αρμόνιου με το πιάνο ή και του συνθεσάιζερ.
Πόσο παράξενο δηλαδή θα ήταν αν σήμερα λέγαμε τη φράση ‘αυτός είναι εξαιρετικός Φεντερίστας’ ή ‘θα δώσει συναυλία ο δεξιοτέχνης της Γκίμπσον με το συγκρότημά του’ αντί να διαβάζουμε στην εφημερίδα πως θα λάβει μέρος στο Φεστιβάλ ο Έντι Βαν Χάλεν, “ο καλύτερος κιθαρίστας του κόσμου”…
images (1) Με την ηλεκτρική ασχολήθηκαν και ασχολούνται αξιόλογοι καλλιτέχνες που κανείς δεν αμφισβήτησε τα τεχνικά και μουσικά τους προσόντα. Αντίθετα θα έλεγα πως είναι εντυπωσιακή η ικανότητά τους στην δεξιοτεχνία, στον αυτοσχεδιασμό, τις επινοήσεις, και τον ρυθμικό πλουραλισμό που εμφανίζουν είτε ως σολίστες είτε ως σύνολα πάνω στη μουσική της τζαζ, της ροκ και των μπλουζ. Παράλληλα όμως πρέπει να επισημάνω πως βασικός παράγοντας στην εκπληκτική διάδοση της ‘ηλεκτρικής’ υπήρξε το γεγονός ότι γεννήθηκε και ανδρώθηκε στις Ην. Πολιτείες, τη χώρα που κυριάρχησε οικονομικά στον πλανήτη μας τις τελευταίες δεκαετίες, της οποίας βεβαίως την μουσική εκφράζει κατά τον καλύτερο τρόπο το όργανο αυτό.1206643692 Ολοκληρώνοντας αυτή την παράγραφο, θέλω να υπογραμμίσω την απερίγραπτη σύγχυση που δημιουργείται στις μέρες μας ανάμεσα στην κιθάρα και την ‘ηλεκτρική’, οργάνων δηλαδή που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Εκτός από το χόρδισμα όλα τα υπόλοιπα κινούνται σε εντελώς διαφορετική τροχιά, σε άλλους ρόλους, με διαφορετικά ρεπερτόρια, με άλλη τεχνική το καθένα, με άλλες εντάσεις, με διαφορετική αισθητική και εν τέλει με μουσικές που απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια. Με άλλα λόγια αν η ‘ηλεκτρική’ είναι το μέσον για μια μουσική απελευθέρωση από τα καθιερωμένα και μια προσέγγιση στις πλατιές μάζες, η κιθάρα έχει να προσφέρει σε όσους ασχοληθούν μαζί της, την καλλιέργεια και την μουσική Παιδεία.

Αγαπητοί φίλοι,

Κλείνοντας, και για να μη κουράσω περισσότερο, θα κάνω μια προσπάθεια να δώσω, όσο πιο περιεκτικά μπορώ, την ταυτότητα της κλασικής κιθάρας. Είναι η ίδια απάντηση που έδωσα πριν κάποια χρόνια όταν στο διαδικτυακό περιοδικό TAR είχε ξεσπάσει μια έντονη συζήτηση – σχεδόν καυγάς – για το τι είναι η κλασική κιθάρα και οι εκδότες του περιοδικού ο Νότης Μαυρουδής και ο Κώστας Γρηγορέας μου είχαν ζητήσει να πω τη γνώμη μου για το ζήτημα αυτό. Τους έστειλα το παρακάτω κείμενο που θέλω να σας το διαβάσω επακριβώς: mastoras
“Η κιθάρα είναι το όργανο που κατασκευάζεται από έμπειρους τεχνίτες που χρησιμοποιούν ποικιλία ξύλων και βερνικιών και στη γνωστή της μορφή σήμερα παίζεται με 6 νάιλον χορδές. Είναι το palisadroχαμηλόφωνο, πολυφωνικό και δύσχρηστο όργανο που απαιτεί από εκείνον που θα το αγκαλιάσει, να αφιερώσει ατέλειωτες ώρες καθημερινής μελέτης, σπουδής και έρευνας. Παρουσιάζοντας μια μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων και μια πλατιά γκάμα συγκινησιακών στοιχείων, ο εκτελεστής ζυμώνει και πλάθει τον ήχο κυριολεκτικά με τα elatosδάχτυλα και των δυο χεριών του, καλλιεργώντας ο ίδιος με την πάροδο του χρόνου την προσωπική του αισθητική. Με αυτόν τον κομψό, βελούδινο και μαγικό ήχο που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα του σκάφους, η κιθάρα αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο όργανο στον πλανήτη. Χωρίς να χάσει ποτέ την ταυτότητα του ‘λαϊκού’ οργάνου, η κιθάρα τις τελευταίες δεκαετίεςΚαταγραφή διδάσκεται στις πιο έγκυρες Ακαδημίες, παίρνοντας μια θέση δίπλα στα υπόλοιπα όργανα συναυλιών, προσφέροντας έτσι κι skafosαυτή με τη σειρά της την βαθύτερη γνώση και τη μουσική Παιδεία. Τέλος, ο πολυδιάστατος και πολυσχιδής ρόλος της την έχει κάνει δημοφιλή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ενώ δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται στη συνοδεία του τραγουδιού όπου είναι αναντικατάστατη”.

Αγαπητοί φίλοι,

Θα μου άρεσε να κλείσω αυτή την ομιλία με την ιστορική φράση του μεγάλου πιανίστα Φρειδερίκου Σοπέν:

“Δεν υπάρχει ωραιότερο όργανο από μια κιθάρα, αν ίσως εξαιρέσουμε τις δύο!”

Σας ευχαριστώ!

Untitled_000005
Συνέχεια ανάγνωσης

Aside | Posted on by | 2 σχόλια

Το καλάμι

download (1)Όσο κι αν προσπάθησα μέσα από εγκυκλοπαίδειες και λεξικά να βρω κάποια άκρη, ομολογώ πως τελικά δεν κατάφερα να ανακαλύψω μια αξιόπιστη πηγή που να περιγράφει αλλά και να εξηγεί την προέλευση της έκφρασης ‘καβαλημένο καλάμι’.
Φαίνεται ωστόσο, πως η φράση πρωτακούστηκε αρκετούς αιώνες πριν και υπήρξε τόσο πετυχημένη, ώστε ακόμα και σήμερα να παραμένει μοναδική και αναντικατάστατη στην απεικόνιση του υπερόπτη, του υπερφίαλου, του επηρμένου, του φαντασμένου, του αλαζόνα, του ξιπασμένου.
Είναι μάλιστα τόσο πολύ διαδεδομένη, που απορεί κανείς τι ήταν αυτό που την έκανε να καθιερωθεί, έτσι ώστε να μην υπάρχει κάποια αντίστοιχη που να δίνει τόσο πιστά και ανάγλυφα την εικόνα του ατόμου  που απέκτησε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Από την άλλη πάλι απορώ πως ή γιατί η λαϊκή σοφία έχει συσχετίσει το αθώο καλαμάκι με τον αντιπαθητικό στην κοινωνία χαρακτήρα του ανθρώπου που συνήθως συμπεριφέρεται έτσι μετά από κάποια επιτυχία. Και γιατί να μιλάει για καλάμι και όχι ας πούμε για σανίδα ή σκούπα ή στυλιάρι ή ραβδί ή δεν ξέρω τι άλλο? Μήπως επειδή το στέλεχος του φυτού είναι κούφιο? Μήπως επειδή δεν επιδέχεται κανένα βάρος? Ή άραγε επειδή ο αναβάτης του καλαμιού έτσι κι αλλιώς γίνεται περίγελος στους γύρω?
Το πώς τελικά έχει προκύψει η λέξη ‘καλάμι’ ή με τι άλλους συνειρμούς έχει συνδυαστεί δεν έχει βέβαια και τόση σημασία, όση σημασία έχει το γεγονός ότι ειδικά στο χώρο της καλλιτεχνίας το ‘καβαλημένο καλάμι’ ευδοκιμεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Όπως δηλαδή είναι δεδομένο ότι τα μαρούλια ή οι ντομάτες ευδοκιμούν σε ορισμένο έδαφος και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι είναι διαπιστωμένο πως και για την ανάπτυξη του ‘καλαμιού ’ ο ιδανικός χώρος ως επί το πλείστον είναι το παλκοσένικο.

snobΕδώ ωστόσο θέλω να κάνω ένα διαχωρισμό και να προσδιορίσω δυο κατηγορίες ‘καλαμιών’ που κυκλοφορούν στους καλλιτεχνικούς χώρους. Την πρώτη κατηγορία θα την ονόμαζα ‘γραφικό καλάμι’ και τη δεύτερη ‘αντιπαθητικό’.
Στα ‘γραφικά καλάμια’ ανήκουν οι αφελείς εκείνοι τύποι που ουσιαστικά δεν ενοχλούν κανένα. Ζώντας σ’ έναν κόσμο εντελώς εξωπραγματικό, έχουν χάσει απόλυτα την αίσθηση του τι συμβαίνει γύρω τους, οραματίζονται δόξες και μεγαλεία, ενώ φαντασιώνονται τη μεγάλη στιγμή που θα τους αποθεώνουν οι εκατοντάδες θαυμαστές στη ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα.
Έχουν οικοδομήσει τον δικό τους κύκλο, ενίοτε από αμαθείς ή ημιμαθείς περί τα καλλιτεχνικά, ένα κύκλο που ενημερώνουν και πληροφορούν σύμφωνα πάντοτε με τα δικά τους κριτήρια. Παραμένουν γελαστοί, άκακοι, ευγενείς και καλοσυνάτοι, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς, οι επονομαζόμενοι και ‘ψώνια’, είναι μάλλον θύματα της τέχνης τους, γι’ αυτό και δεν θα ήθελα να τους σχολιάσω περισσότερο.

Η δεύτερη ωστόσο κατηγορία, η κατηγορία των ‘αντιπαθών’, προκαλεί και εκνευρίζει με την επιθετικότητα, την υπεροψία και την αλαζονεία. Αντίθετα με την πρώτη, δεν κουβαλάει ευγένεια και καλοσύνη αλλά στάζει χολή και δηλητήριο.
Είναι τα ‘καβαλημένα καλάμια’ που δεν θα πουν μια καλή κουβέντα για τον άλλον, που μονίμως βγάζουν μια πίκρα και ένα παράπονο, που το ξινό τους πρόσωπο απεικονίζει μια ανικανοποίητη φιλοδοξία. Είναι τα αγέλαστα πρόσωπα, η σοβαροφάνεια, το σηκωμένο φρύδι, το επιτηδευμένο ύφος, η πόζα. Είναι τα βαριάς μορφής συμπλεγματικά άτομα.

Θυμάμαι από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο Ωδείο,degas.singer-gloveτην εντύπωση που μου έκαναν οι ατέλειωτες κορώνες των υποψήφιων τενόρων και σοπράνο στις αίθουσες και τους διαδρόμους, αλλά και η δυσκολία που είχες να τους αποσπάσεις μια καλημέρα. Θυμάμαι το μεγαλοπρεπές ύφος στο πρόσωπό τους και τις βαριές, μετρημένες κινήσεις στο βάδισμά τους. Σε στιλ Φιόντορ Σαλιάπιν και Μαρίας Κάλας όλες και όλοι εν δυνάμει υποψήφιοι της Σκάλας του Μιλάνου, ζούσαν το υπέροχο όνειρό τους απαξιώνοντας κάποια προσέγγιση με άλλους σπουδαστές.

Αλλά και από τις άλλες τάξεις του πιάνου, του τσέλου, της κιθάρας ή του βιολιού, πρόσεχα πως συχνά όλο και κάποιο ‘καλάμι’ θα ξεπηδούσε μετά από μια επιτυχημένη εμφάνιση σε μαθητική συναυλία. Τα δυο-τρία κομμάτια στα οποία έπαιρναν μέρος, πλαισιωμένα από το ζεστό χειροκρότημα και τα θερμά συγχαρητήρια των γύρω, αποτελούσαν το έναυσμα του αποπροσανατολισμού τους, της απαρχής των ονείρων και των γενναίων αποφάσεων.
Την μεταστροφή του χαρακτήρα τους και την βαθμιαία αλλαγή της συμπεριφοράς τους μέσα σε ένα κλίμα αχαλίνωτης φαντασίωσης, επέτειναν τα αθρόα ‘Άριστα’ από την ‘επιτροπή’ του Ωδείου στις ετήσιες εξετάσεις, σε συνδυασμό βέβαια πάντοτε με τον καταιγισμό επαίνων που εισέπρατταν από τον δάσκαλό τους σε κάθε τους βήμα.

Αργότερα, επαγγελματίες πια, με ασήμαντη ή ελάχιστη προσφορά στη καλλιτεχνική τους διαδρομή, συντηρούν μια αρρωστημένη διάθεση απέναντι στους επιτυχημένους. Κλεισμένα στο δικό τους κόσμο, τα ‘καβαλημένα καλάμια’ εξαπολύουν μύδρους για άλλους συναδέλφους, στάζοντας το δηλητήριο της μικροψυχίας, της μιζέριας και του χαμηλού τους αναστήματος. Γαντζωμένοι επάνω στο ‘καλάμι’ τους και αδυνατώντας να το αποχωρισθούν, νοιώθουν αδικημένοι από την έλλειψη αναγνώρισης του ‘ταλέντου’ τους.
Μοιραία έρχονται συνεχώς σε σύγκρουση με την κοινωνία πουsnob1 τους τοποθετεί ακριβώς εκεί που ανήκουν και τους δίνει αυτό που δικαιούνται. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες να επιπλεύσουν με όσα θεμιτά ή αθέμιτα μέσα διαθέτουν, είναι και πάλι η ίδια η ζωή που τους αναγκάζει να προσαρμοστούν στην σκληρή πραγματικότητα.
Το ‘καβαλημένο καλάμι’ δεν έχει το θάρρος να δει μέσα του, να παραδεχθεί τα ελαττώματά του, να συμφιλιωθεί με τις αδυναμίες του. Δεν έχει το σθένος να αναγνωρίσει σε άλλους το κάτι περισσότερο, το κάτι παραπάνω από το ίδιο. Το ‘καβαλημένο καλάμι’ αποδίδει την αποτυχία του στην έλλειψη των γνωριμιών, των σχέσεων, των μέσων, των διασυνδέσεων που έχουν κάποιοι άλλοι.
Με τα χρόνια και τη συνεχή τριβή με την καθημερινότητα, κάποια από τα ‘καβαλημένα καλάμια’ αρχίζουν και ξεζεύουν!
Χαλαρώνουν και ηρεμούν. Αντιλαμβάνονται, έστω κι αργά, πως η υπεροψία, η επιθετικότητα και η αλαζονεία που σκόρπισαν στο περιβάλλον τους προκάλεσαν μόνον την αντιπάθεια και την αποστροφή. Και πως ο τίτλος ‘καβαλημένο καλάμι’ που κουβαλούσαν όλα αυτά τα χρόνια μόνο γέλιο προκαλούσε…

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (29 Οκτωβρίου 2013)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Η καραμπόλα

Η πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη καραμπόλα ήταν στα μπιλιάρδα του καφενείου της γειτονιάς μου όταν ήμουνα μικρός. Μπιλιάρδα και ποδοσφαιράκια κατεβαίναμε να παίξουμε στο υπόγειο του καφενείου τις Κυριακές και τις σχόλες ή τις μέρες που κάναμε σκασιαρχείο από το σχολείο.
Εκείνα τα χρόνια συνήθιζα να παίζω ποδοσφαιράκι ενώ αντίθετα δεν έμαθα ποτέ μου δυστυχώς να παίζω μπιλιάρδο. Οσάκις έπιανα τη στέκα στα χέρια μου, ο φόβος μου ήταν μη τυχόν και ξεσκίσω τη τσόχα με κάποια αδέξια κίνηση, αλλά το περισσότερο ήταν γιατί δεν κατάφερνα με τίποτε να πετύχω διαδοχικές καραμπόλες.2
Παρακολουθούσα ωστόσο με πολύ ενδιαφέρον και θαύμαζα όσους ήξεραν να παίζουν, γιατί οι καραμπόλες με τα μπαλάκια ήθελαν φαντασία, σχέδιο, ζύγισμα και δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Ο καλός ο μπιλιαρδόρος μπορούσε να πετύχει ένα σερί από καραμπόλες σε σημείο που απορούσαμε όλοι εμείς οι απέξω, πώς γίνεται και υπολογίζει με τέτοια ακρίβεια τις οριζόντιες, τις κάθετες και τις διαγώνιες γραμμές, τι είδους ενστικτώδη γεωμετρία και τριγωνομετρία διέθετε και πώς μπορούσε με μια στέκα μπουκωμένη κάθε φορά στο τεμπεσίρι, να δίνει κατεύθυνση στο μπαλάκι για δυο τρεις και τέσσερες σερί καραμπόλες, μέχρι κάποιο ή κάποια από αυτά να πέσουν στην τρύπα. Υπήρχε μια τεχνική στο λύγισμα του κορμιού, στο κράτημα της στέκας, στη δύναμη που θα κτυπήσει η στέκα το μπαλάκι, στη γωνία ή το ύψος του κτυπήματος κλπ.
Θυμάμαι ένα παλικάρι από τη γειτονιά, αληθινό βιρτουόζο. Ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο παίζοντας μπιλιάρδο και αφού πια είχε κατατροπώσει όλους όσοι από την συνοικία μας τόλμησαν να παίξουν μαζί του, βρήκε δυνατούς αντίπαλους μόνον από άλλη περιοχή της Αθήνας, έτσι που όταν τελικά στο υπόγειο του καφενείου γινόντουσαν μεταξύ τους αγώνες, υπήρχε το αδιαχώρητο από όλους εμάς που δεν θέλαμε με τίποτε να χάσουμε το ντέρμπυ.1
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνω πως στην καραμπόλα υπεισέρχεται μοιραία και ο παράγοντας ‘τύχη’ αφού έτσι κι αλλιώς σε κινούμενες μπάλες δεν υπάρχει ποτέ η απόλυτη, η εξασφαλισμένη επιτυχία του στόχου.

Αργότερα ξανάκουσα ή διάβασα τη λέξη σε κάποια τροχαία ατυχήματα: “Λόγω της πυκνής ομίχλης στο 42ο της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας έγινε σφοδρή καραμπόλα 8 αυτοκινήτων χωρίς ευτυχώς ανθρώπινα θύματα…”4
Καμία σχέση εδώ με φαντασία, σχέδιο, ζύγισμα και δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Καμιά σχέση με υπολογισμούς, τεχνική και μπαλάκια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη σύμπτωση. Εδώ έχουμε το εντελώς  τυχαίο περιστατικό. Η λέξη απλά υιοθετήθηκε για να καταδείξει το τελικό αποτέλεσμα μιας πολλαπλής πρόσκρουσης.
Στα τροχαία λοιπόν, καθιερώθηκε να λέγεται καραμπόλα, όταν ένα αυτοκίνητο πέσει επάνω σε ένα άλλο κι αυτό με τη σειρά του σε ένα τρίτο ή ακόμη σε ένα τέταρτο, πέμπτο κ.ο.κ
Στις μέρες μας καραμπόλες συνηθίζουμε να λέμε τις διαδοχικές αλλαγές που γίνονται χωρίς σχέδιο, εφ’ όσον όμως το αποτέλεσμα είναι πάντοτε οι αλλεπάλληλες μετατοπίσεις του αντικειμένου.

Θα απορήσεις φίλε αναγνώστη τι με έπιασε έτσι ξαφνικά και ασχολούμαι με τις καραμπόλες στα μπιλιάρδα και τα τροχαία. Τι είδους εισαγωγή και ανάλυση είναι αυτή που στα καλά καθούμενα βάλθηκα να κάνω για την καραμπόλα. Απλά ένοιωσα την ανάγκη να γράψω δυο αράδες αφού η είδηση γύρω από τη σύνθεση της νέας μας κυβέρνησης, αποδεικνύει πως η καραμπόλα πέρα από το μπιλιάρδο και τα τροχαία μπήκε φαίνεται πια οριστικά και στην πολιτική.

Ο νέος Υπουργός Πολιτισμού μας, λέει, τοποθετήθηκε από καραμπόλα! Μάλιστα! Ο Υπουργός όλων ημών που ασχολούμαστε με τον Πολιτισμό τοποθετήθηκε από καραμπόλα.1493773d55651951f400840851bd79a0_XL
Ακούστε τώρα πώς έχει η ιστορία: Ο αντιπρόεδρος της νέας κυβέρνησης απαίτησε, λέει, να αναλάβει το πρώτο ‘τη τάξει’ Υπουργείο, το Υπουργείο Εξωτερικών. Ο μέχρι προχθές Υπουργός ωστόσο θα έπρεπε να τοποθετηθεί σε άλλο αξιόλογο Υπουργείο, έτσι ώστε να μη θεωρηθεί ότι υποβαθμίζεται γι’ αυτό και του δόθηκε το Υπουργείο της Άμυνας. Ο υπό καθήλωση Υπουργός με τη σειρά του απαίτησε το Υπουργείο Εσωτερικών αλλά δεν του έγινε το χατίρι ενώ στη συνέχεια ζήτησε το Υπουργείο Υποδομών κι εδώ χωρίς επιτυχία και τέλος το Υπουργείο Περιβάλλοντος με το ίδιο πάντα αρνητικό αποτέλεσμα. Τελικά και προκειμένου να μην υπουργοποιηθεί ‘δέχτηκε’ να αναλάβει το Υπουργείο Πολιτισμού.

Στη ηγεσία αυτού του Υπουργείου λοιπόν θα έχουμε ένα πρόσωπο που ‘καταδέχτηκε’ να διοικήσει όλους εμάς τους άχρηστους: Συγγραφείς, αρχιτέκτονες, μουσικούς, ηθοποιούς, λογοτέχνες, ζωγράφους, γλύπτες κλπ. όλους δηλαδή τους δημιουργούς, όλους όσοι ασχολούμαστε με τον πολιτισμό αυτού του τόπου.
Αντί να τοποθετηθεί μια προσωπικότητα με την σοβαρότητα, την πνευματικότητα και το κύρος που επιβάλλει το αξίωμα, τα καθήκοντα ανέλαβε από καραμπόλα ένας πρώην δημοσιογράφος όχι ιδιαίτερου πνευματικού επιπέδου.
Το πρόσωπο και ο τρόπος επιλογής του – με την πολλαπλή καραμπόλα – δεν δείχνει μόνο εμπαιγμό και αδιαφορία για όλους εμάς, δείχνει απαξίωση και περιφρόνηση στον ίδιο τον Πολιτισμό.
Ζούμε δυστυχώς την απόλυτη παρακμή και χρεοκοπία τής χώρας, όχι μόνον την οικονομική!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (28 Ιουνίου 2013)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Ο προβολέας

images (8)–Είσθε η μητέρα του άτυχου νέου? Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για το πώς αισθάνεστε?
–Αχ, τι να σου πω παιδί μου, δεν βρίσκω λόγια, είναι τρομερό και φοβερό το κακό που μας βρήκε. Δεν μπορώ να πιστέψω η δόλια ότι έχασα το γιο μου…
Έμεινα για αρκετή ώρα αποσβολωμένος και σκεπτικός όχι μόνο για το περιστατικό του δυστυχήματος που είδα στις ειδήσεις, όσο κυρίως για την αντίδραση της μάνας, η οποία στην τραγικότερη στιγμή της ζωής της δεν δίστασε να απαντήσει στην πιο ηλίθια ερώτηση που της έκανε κάποιος ανεγκέφαλος ρεπόρτερ.
Έχει λοιπόν τόση μαγεία αυτό το ρημάδι το κουτί?23
Δηλαδή η χαροκαμένη μάνα ξέροντας πως θα εμφανισθεί στο ‘γυαλί’, είχε τη διάθεση να απαντήσει ακόμα κι εκείνη τη στιγμή?
Διερωτώμαι πολλές φορές αν η ζημιά τελικά προέρχεται από αυτό το μέσο προβολής που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι μας ή αν υπάρχει μέσα μας αυτή η διάθεση της προβολής και απλώς βγαίνει προς τα έξω σε δεδομένη στιγμή, έστω κι αν αυτή η στιγμή μπορεί να είναι και η χειρότερη της ζωής μας.

Αλήθεια, δυσκολεύομαι να θυμηθώ αν ήταν πάντοτε έτσι ή εάν αυτή η μανία προβολής είναι ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας, μιας εποχής που τα ΜΜΕ – και ειδικά η Τηλεόραση – κυριαρχούν παντού: στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καλλιτεχνία, στην καθημερινότητα.
3Μα τι είναι τέλος πάντων αυτός ο προβολέας που μας θαμπώνει κι αυτή η διάθεση για προβολή που κρύβεται μέσα μας? Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να ξεχωρίσουμε από τους άλλους, να διακριθούμε, να φανούμε? Είναι άραγε ένας υφέρπων εγωισμός, ένας ναρκισσισμός, ένα σύνδρομο επίδειξης ή μήπως κάποιο γονίδιο σφηνωμένο από τη βρεφική ηλικία στο κύτταρό μας που με την πάροδο του χρόνου σε άλλους μεγεθύνεται και σε άλλους ευτυχώς όχι?

Καταλαβαίνω βέβαια πως είναι φυσικό να μας κολακεύει μια καλή κουβέντα, μια αναγνώριση, ένα ‘μπράβο’ ως επιστέγασμα κάποιας επιτυχίας. Παραδέχομαι ακόμη πως η δικαίωση από τους γύρω μας, τονώνει το ηθικό μας, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησή μας γι’ αυτό και μας αρέσει η επιβεβαίωση της προσπάθειας από τους άλλους. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να κυνηγάμε την προβολή, που κάποιες φορές προσεγγίζει τα όρια της αρρώστιας, υπάρχει τεράστια απόσταση, υπάρχει χάσμα.

Ειδικά στο χώρο μας – το χώρο της καλλιτεχνίας – βρίθουν τα κρούσματα της αρρωστημένης συμπεριφοράς με το αδιάκοπο κυνήγι της προβολής.JensLarsenAFPOperaCopenhagen400
Πόσοι και πόσοι αιθεροβάμονες καλλιτέχνες, συνεπαρμένοι από τον προβολέα και τα πρώτα χειροκροτήματα, δεν θυσίασαν ολόκληρη ζωή στο βωμό μιας αμφίβολης επιτυχίας.
Πόσοι σπουδαστές ωδείων, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, δεν θαμπώνονται με το φως της δημοσιότητας που πρόσκαιρα πέφτει επάνω τους και αμέσως φαντασιώνονται γεμάτες αίθουσες, sold out εισιτήρια και υποκλίσεις σε ένα κοινό που τους αποθεώνει.7
Και πόσες ακόμα νεαρές κοπέλες γοητευμένες από την προβολή, δεν ακολουθούν έναν ασκητικό έως απάνθρωπο τρόπο ζωής για να καταλήξουν κάποια μέρα στη μοναξιά και τη νεύρωση.
standing-ovationΕίναι να απορεί κανείς με το μέγεθος της επιπολαιότητας και της απερισκεψίας όταν ακούς νέους ανθρώπους να επενδύουν το ίδιο τους το μέλλον επάνω σε αυταπάτες για σταδιοδρομίες, επιτυχίες και μεγαλεία, χωρίς ωστόσο να έχουν μετρήσει τις δυνάμεις τους, χωρίς να υπολογίσουν κάποια από τα μειονεκτήματά τους, χωρίς καν να έχουν κοιτάξει ποιες είναι οι αναλογίες που υπάρχουν γύρω τους.

images (5)Πέρα όμως από όλα αυτά υπάρχει και κάτι ακόμα χειρότερο: o προβολέας που θα πέσει επάνω στο νεαρό άτομο, σπάνια δεν θα επιδράσει αρνητικά στον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεσή του.
Με την εξαίρεση όσων βασίστηκαν σε γερά οικογενειακά θεμέλια ή στηρίχθηκαν στις δικές τους δυνάμεις απομυθοποιώντας έγκαιρα τη λάμψη του προβολέα, οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν τελικά να διασωθούν και να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα αισθήματα και τη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους.6
Δυστυχώς στην άκρως ανταγωνιστική εποχή μας, παιδιά που ξεκίνησαν σεμνά, με οράματα και ευγενικές προθέσεις για μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, γίνονται αγνώριστοι μετά από χρόνια. Είτε, στην περίπτωση επιτυχίας, κουβαλάνε μέσα τους ένα ύφος αλαζονικό και υπερφίαλο απαξιώνοντας τους πάντες, είτε αντίθετα, γίνονται μίζεροι, πικρόχολοι και ζηλόφθονες στην περίπτωση αποτυχίας – που είναι και η πιο συνηθισμένη.

αρχείο λήψης (1)Οι πρώτοι είναι οι απόντες, ενώ οι δεύτεροι οι κακοί ακροατές μιας συναυλίας…

Φαίνεται λοιπόν τελικά πως στις μέρες μας όλο και περισσότερο απουσιάζει το είδος του σεμνού χαρακτήρα. Φαίνεται ακόμα πως η ταπεινοφροσύνη και η απλότητα συναντάται ως εξαίρεση μόνο στους αληθινά ώριμους, στους πραγματικούς καλλιτέχνες.
Έναν τέτοιον συνάντησα προ ημερών, αλλά προτού σας εξιστορήσω το περιστατικό, θέλω να σας προϊδεάσω με το εξής:

Συνηθίζω να λέω στους μαθητές μου πολλά χρόνια τώρα, πως για να γίνει κάποιος σολίστας χρειάζεται να έχει εκατό προσόντα και πως με ενενήντα εννέα δεν γίνεται. Όλα αυτά βέβαια καθ’ υπερβολή.
Την περασμένη εβδομάδα λοιπόν, στο διάλειμμα ενός ρεσιτάλ πιάνου συνάντησα ένα παλιό μου μαθητή. Κάναμε και οι δυο μεγάλη χαρά γιατί είχαμε πολλά χρόνια να συναντηθούμε και μια και ήμασταν στο ‘φουαγιέ’ της αίθουσας, βρήκαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε πολύ γρήγορα ένα σωρό κουβέντες που μας ενδιέφεραν. Ο Γιώργος πρέπει να σας πω, αριστούχος με διάκριση στο δίπλωμά του, υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές μου, συνδυάζοντας άρτια τεχνική και ωριμότητα έκφρασης. Είχε κατά την άποψή μου όλες τις δυνατότητες να σταδιοδρομήσει ως σολίστας στην κιθάρα.
Την ώρα που χτύπησε το κουδούνι για να αρχίσει το δεύτερο μέρος της συναυλίας, πρόλαβα και τον ρώτησα:
- Γιώργο, δεν σε ακούω τελευταία, τι γίνεται παίζεις καθόλου?
- Παίζω και μάλιστα πολύ δάσκαλε, σπίτι μου όμως.
- Μα γιατί μόνο σπίτι σου, εσύ με τόσα προσόντα?
- Μου λείπει όμως ένα …

Σκεπτόμουνα αμέσως μετά, πόσοι άραγε ‘σολίστες’ – με εισαγωγικά ή χωρίς – διαθέτουν στην εποχή μας, στην εποχή του προβολέα, το καλλιτεχνικό ήθος, την αξιοπρέπεια και το γνώθι σ’ αυτόν του Γιώργου!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (13 Μαρτίου 2013)
Posted in Uncategorized | 3 σχόλια

Το απόλυτο αυτί

Ένας απρόσμενος καβγάς ξέσπασε πριν λίγες μέρες ανάμεσα σε τέσσερις κοπέλες, απόφοιτες Ωδείων. Η συζήτηση που ξεκίνησε ήρεμα και κατέληξε σε έντονη φιλονικία, περιστρεφόταν γύρω από το ‘απόλυτο μουσικό αυτί’. Συγκεκριμένα η μια εξ αυτών, που είναι και διπλωματούχος βιολιού, ισχυρίστηκε πως οι σπουδαστές της μουσικής που έχουν ‘απόλυτο αυτί’ διαθέτουν μεγαλύτερη μουσικότητα και μουσική αντίληψη από τους άλλους.  Οι υπόλοιπες κοπέλες διαφώνησαν με αυτή την άποψη, οι τόνοι σιγά-σιγά ανέβηκαν, ανταλλάχτηκαν κουβέντες με αιχμές και υπαινιγμούς σε σημείο που η συζήτηση πήρε κάποια στιγμή διαστάσεις έντονης αντιπαράθεσης ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε ατμόσφαιρα μεγάλου εκνευρισμού.

Εμμένοντας η βιολονίστα στην θέση της, επικαλέστηκε το επιχείρημα πως οι Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν κλπ. διέθεταν απόλυτο μουσικό αυτί, γι’ αυτό άλλωστε και άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο πάνθεον της μουσικής και κατέληξε πως το απόλυτο αυτί είναι το σημαντικότερο στοιχείο για κάποιον που θα αποφάσιζε να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα και πως ένα σωρό εκτελεστές, δάσκαλοι ή συνθέτες που δεν το διαθέτουν είναι χαμηλότερου επιπέδου μουσικοί από τους άλλους. Το συμπέρασμά της αυτό, έδωσε τροφή για καινούργιες εντάσεις και διαφωνίες με αποκορύφωμα κάποιες προσωπικές επιθέσεις και προσβολές και από τις δυο πλευρές που τελικά χάλασαν τη βραδιά.

Ο απόηχος του καβγά κράτησε κάμποσες ακόμα ημέρες και φαίνεται πως θεώρησαν σκόπιμο να αποταθούν σε μένα μήπως και η δική μου άποψη έδινε κάποια λύση στη διαφωνία τους.
Δεν σκέφτηκα καμιά στιγμή πως ήμουνα το καταλληλότερο πρόσωπο για να δώσω μια σφαιρική και εμπεριστατωμένη απάντηση. Ίσως ένας μουσικός αναλυτής ή ένας μουσικολόγος θα είχε μια εγκυρότερη άποψη από τη δική μου.
Η θέση που πήρα ήταν πως ο καβγάς τους είχε δυο παραμέτρους. Η πρώτη ήταν πως η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για ανάλυση και ανάπτυξη, ένα θέμα που αφορά πολλούς μουσικούς και η άλλη παράμετρος ήταν ο τρόπος που τη διαχειρίστηκαν τα τέσσερα κορίτσια.

Ξεκινώντας από το δεύτερο, βρίσκω πως μια συζήτηση έχει γόνιμο αποτέλεσμα όταν οι διαφωνούντες δεν καταφεύγουν σε προσωπικές αντιπαλότητες και αιχμές. Πιστεύω πως είναι απαραίτητο οι διαφωνίες να περιορίζονται μόνο στο υπό συζήτηση θέμα και πως η οποιαδήποτε παρέκκλιση και μετατόπιση στην προσωπικότητα του ‘αντιπάλου’ χαμηλώνει το επίπεδο, δημιουργεί εντάσεις, ανοίγει πληγές και καταλήγει άσχημα.
Πόσες φορές δεν έχουμε βρεθεί όλοι μας σε ανάλογες πολιτικές συζητήσεις που ξεκινάνε χαλαρά και με ήπια κριτική για τα κόμματα και τους βουλευτές, αλλά όταν κλιμακώνονται, μετατρέπονται σε κατά πρόσωπο επιθέσεις του ενός συζητητή εις βάρος του άλλου και στον δεύτερο μάλιστα ενικό:
“ – Εσύ τα λες αυτά γιατί είσαι βολεμένος, μένεις στην Κηφισιά, κυκλοφορείς με Μερσεντές και δεν νοιάζεσαι για τίποτε…”
“ – Δεν έχεις ιδέα από πολιτική. Πάρε  να διαβάσεις και κανένα βιβλίο για να μάθεις ιστορία…”
“ – Εσένα στα τριάντα σου σε ταΐζουν ακόμα οι γονείς σου. Όταν δουλέψεις, θα μάθεις να ψηφίζεις σωστά…”
Ανάλογες κόντρες και διαξιφισμοί – χαμηλότερου επιπέδου – μεταξύ  ποδοσφαιρόφιλων για την ομάδα που υποστηρίζουν:
“ – Δεν έχεις ομάδα ρε, κουρέλια είσαστε. Δεν την αλλάζεις όσο είναι καιρός για να βρεις την ησυχία σου?…”
“ – Καλά, θα σου πω εγώ την Κυριακή που θα σας σκίσουμε και δεν θα ξέρεις που να κρυφτείς…”
Κι ακόμα διαφωνίες φίλων για μια συγκεκριμένη παράσταση:
“ – Φαίνεται δεν ξέρεις τι σου γίνεται από θέατρο για να λες πως σου άρεσε αυτό το χάλι…”
“ – Ναι καλά, εσύ είχες και στο χωριό σου θέατρο και ξέρεις να κρίνεις καλύτερα…”
Κάτι ανάλογο προφανώς έγινε, σε ηπιότερους φαντάζομαι τόνους, μεταξύ των κοριτσιών, η συζήτηση διακόπηκε, το ενδιαφέρον θέμα δεν εξαντλήθηκε και συμπέρασμα τελικά δεν βγήκε.

Ας δούμε λοιπόν τώρα το πρόβλημα της διαφωνίας των κοριτσιών, τι εννοούμε με τη μουσική ορολογία ‘απόλυτο αυτί’ ή ‘απόλυτη ακοή’
και πόσο το στοιχείο αυτό που συναντάται σε ορισμένα άτομα είναι πράγματι καθοριστικής σημασίας για το επάγγελμα του μουσικού.
Απόλυτη ακοή λοιπόν ονομάζουμε τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε ή να αναπαραγάγουμε τον οποιονδήποτε ήχο χωρίς βοήθεια. Με απλά λόγια η ικανότητα να βρίσκουμε ποια νότα παράγεται ακόμα και με το… τρίξιμο της πόρτας. Το απόλυτο αυτί έχει την ικανότητα να διακρίνει τις απειροελάχιστες διαφορές μεταξύ των Ηz!
Η δική μου άποψη είναι, και το λέω χωρίς επιφύλαξη, πως πράγματι το  απόλυτο αυτί αποτελεί σπάνιο προσόν για ένα μουσικό. Ένα προσόν που του επιτρέπει να ξεχωρίζει ακαριαία τους ήχους, να διακρίνει αμέσως τα φάλτσα, να χορδίζει άψογα το όργανό του κλπ. Για τον λόγο αυτό θα ήταν πολύ κρίμα να μην ασχοληθεί με τη μουσική κάποιος που προικίστηκε από τη φύση με ένα τέτοιο χάρισμα.
Διαθέτοντας την ‘απόλυτη ακοή’ ο νέος που ξεκινά όργανο (και ειδικά έγχορδο χωρίς τάστα), έχει ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των μουσικών απαιτήσεων, αντιλαμβάνεται άμεσα τις σχέσεις και τις διαφορές των ήχων και τελικά παρουσιάζει θεαματική εξέλιξη στην πορεία του, σε αντίθεση με τον σπουδαστή της ‘σχετικής ακοής’ που συνεχώς καλλιεργεί αυτή την ιδιότητα ώστε να έχει – μετά από πολύ χρόνο και εξάσκηση – ένα ανάλογο αποτέλεσμα.
Ως εδώ η βιολονίστα είχε το δίκιο απόλυτα με το μέρος της.

Μιλώντας ωστόσο για ένα γενικότερο επίπεδο μουσικής καταξίωσης, φοβάμαι πως το απόλυτο αυτί δεν αρκεί, ούτε και αποτελεί το πλέον καθοριστικό στοιχείο για την επαγγελματική επιτυχία.
Το προσόν αυτό που βοηθάει ιδιαίτερα τους μαέστρους, τους εκτελεστές εγχόρδων και πνευστών οργάνων και φυσικά τους εξεταζόμενους στη dictée, εάν δεν συνοδεύεται με πολλά ακόμη στοιχεία, δεν εξασφαλίζει κάποια υπεροχή στoν μουσικό. Με άλλα λόγια οι σπουδαστές με το απόλυτο αυτί σίγουρα δεν υπερτερούν έναντι των άλλων σε μουσικότητα, εκφραστικότητα, καλλιέργεια, παιδεία κλπ. που θεωρούνται απαραίτητα χαρακτηριστικά για τη δικαίωση, την αναγνώριση και την καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου μουσικού.
Για ένα τέτοιο προφίλ– είτε στον ρόλο του συνθέτη, είτε του σολίστα, είτε του δασκάλου – θα έλεγα πως απαιτούνται και μια σειρά ακόμη προσόντων.
Σαν παράδειγμα αναφέρω μουσικούς εκτελεστές που διαθέτουν την ‘απόλυτη ακοή’ αλλά παρουσιάζουν μεγάλη δυσκολία όταν εμφανίζονται ενώπιον κοινού, σε αντίθεση με άλλους σολίστες της ‘σχετικής ακοής’ που γοητεύουν το ακροατήριο με τη χάρη και την εκφραστικότητα του παιξίματός τους…
Αλλά και στον τομέα της διδασκαλίας που τα πράγματα είναι αρκετά πολύπλοκα και δεν έχουν σχέση με την σκηνική παρουσία, το απόλυτο αυτί βοηθάει, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει τη σωστή διαπαιδαγώγηση και την αποτελεσματική διαμόρφωση του μουσικού χαρακτήρα του παιδιού.
Τέλος στον τομέα της σύνθεσης, που τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ή έμπνευση, η φαντασία, η γνώση ή το γούστο, πιστεύω πως η απόλυτη ακοή έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
Δεν είμαι βέβαιος πως όλοι οι επώνυμοι συνθέτες μέσα από τους αιώνες είχαν το απόλυτο αυτί, όπως δεν είμαι βέβαιος και για τους Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν που επικαλέστηκε η κοπέλα, αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις εποχές εκείνες. Αν ωστόσο πράγματι διέθεταν το απόλυτο αυτί, σίγουρα δεν είναι αυτό και μόνον το προσόν που τους έδωσε τη δυνατότητα να γράψουν τη μεγαλειώδη μουσική τους. Άλλωστε η ιδέα της απόλυτης ακοής άρχισε να απασχολεί τους ειδικούς στο τέλος του 19ου αιώνα αφότου ορίστηκε το μεσαίο ΛΑ στα 440 Hz ως συχνότητα της διαπασών, συχνότητα που εν τέλει καθιερώθηκε διεθνώς μόλις τον Μάιο του 1939 στο Λονδίνο.
Μια και αναφέρομαι στη διαπασών, θέλω να επισημάνω σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το θέμα, πως το ‘διαπασών’ (όργανο για να ελέγχεται η συχνότητα του Λα) βρέθηκε το 1711 από τον Άγγλο Mathias Shore, χωρίς ωστόσο να καθιερωθεί αμέσως διεθνώς, αλλά αντίθετα να κάνει μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα μια τεράστια διαδρομή με συνεχείς διακυμάνσεις και μεταβολές από εποχή σε εποχή, από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη αλλά και από Όργανο σε Όργανο!
Για παράδειγμα στη Γερμανία το Όργανο στη Μητρόπολη του Στρασβούργου το 1713 είχε ένα Λα συχνότητας 393 Hz  που αντιστοιχεί στο σημερινό Σολ, ενώ το Όργανο της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου στο Αμβούργο ήταν τονισμένο στα 489 Hz. που αντιστοιχεί με το σημερινό Σι.
Στο πέρασμα των αιώνων η διαπασών υπέστη ατέλειωτες αλλαγές από τους μουσικούς που αναζητούσαν πάντοτε έναν πιο λαμπρό πιο οξύ και πιο εντυπωσιακό ήχο.
Το 1859, με πρωτοβουλία των Γάλλων, η διαπασών καθορίστηκε στα 435 Hz για να συνεχίσει έκτοτε και πάλι την ανοδική της πορεία.
Στις μέρες μας έχει φτάσει αισίως στα 442 Hz αφού κρατήθηκε για αρκετές δεκαετίες στα 440 Hz μετά την καθιέρωσή της στο Λονδίνο το 1939.
Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση: αυτή η διακύμανση της διαπασών είναι και μια απάντηση σε όσους ισχυρίζονται πως στις μεταγραφές δεν είναι σωστό να αλλάζουμε τονικότητα για να μην παραβιάζεται δήθεν η αρχική έμπνευση του συνθέτη. Η τονικότητα του κομματιού έτσι και αλλιώς αλλάζει από την αρχική της γραφή αφού αλλάζει η διαπασών. Με άλλα λόγια μια Σονάτα του Σκαρλάτι που ο συνθέτης τη σκέφτηκε και την έγραψε για τη Μι μείζονα, ακούγεται στις μέρες μας στη Φα μείζονα.

Θεώρησα απαραίτητο να επισημάνω τις αλλαγές της διαπασών και τη σχέση της με το ‘απόλυτο αυτί’, το οποίο όπως αντιλαμβάνεται κανείς, είναι μοιραίο να προσκολλάται σε μια συγκεκριμένη συχνότητα Ηz χωρίς να προσαρμόζεται με ευκολία σε ‘ξένα’ ακούσματα. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί που υποστηρίζουν πως η ‘απόλυτη ακοή’ ενδέχεται να κάνει κάποιους μουσικούς δυστυχισμένους αφού, μη έχοντας αναπτύξει καθόλου τη ‘σχετική ακοή’, έχουν πάψει να απολαμβάνουν τη μουσική, με αποτέλεσμα να δυσφορούν ακούγοντας συνεχώς φάλτσα σε μια συναυλία, μια και η παραμικρή διαφορά από τη διαπασών τους είναι ενοχλητική.
Δεν λείπουν μάλιστα και ορισμένες επιφυλάξεις από κάποιους άλλους, μετά τις πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, που έδειξαν πως οι έχοντες ‘απόλυτη ακοή’ πάσχουν σε μεγάλο ποσοστό από διαταραχές του αυτιστικού φάσματος.

Εν τέλει, νομίζω πως η συζήτηση των κοριτσιών θα μπορούσε να έχει κάποια διαφορετική εξέλιξη και να καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα, αφού και οι δυο πλευρές είχαν εν μέρει δίκιο.
Ωστόσο φαίνεται πως πείσμωσαν και μένοντας στις θέσεις τους δεν μπόρεσαν να ‘ακούσουν’ την άλλη πλευρά.
Προφανώς εκείνη τη βραδιά έλλειψε από όλες τόσο η ‘απόλυτη’ όσο και η ‘σχετική’ ακοή!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (21 Νοεμβρίου 2012)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Η Παιδεία μας

Αντίθετα από τα κάθε λογής και προέλευσης αδιάφορα ή και ανόητα mail που σωρηδόν διοχετεύονται καθημερινά στο διαδίκτυο, αυτό που μου έστειλε ο γιος μου ο Μάριος είναι ένα από τα λίγα σημαντικά που αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς.
Είναι ένα κείμενο γραμμένο από τον καθηγητή Θ. Μαχαίρα και αναφέρεται στην αληθινή εικόνα της σημερινής εκπαίδευσης, που κατά τη γνώμη μου είναι και η ρίζα του κακού σ’ αυτόν τον τόπο!
Σας παραθέτω αυτούσιο το κείμενο.



Το συμπέρασμα που βγαίνει από το κείμενο του εκπαιδευτικού, είναι πως το Υπουργείο μας δεν νοιάζεται καθόλου εάν και κατά πόσο μαθαίνουν οι μαθητές, αλλά μόνο αν πηγαινοέρχονται καθημερινά στο σχολείο…
Με το σύστημα που ισχύει στο Λύκειο από το 2000 και μετά και με την ακόμα χειρότερη εκδοχή του που εφαρμόστηκε στην Α’ λυκείου από πέρυσι, οι μαθητές μπορούν να περνάνε τις τάξεις του λυκείου χωρίς κανένα πρόβλημα!
Έτσι γράφοντας 0 (μηδέν) – επαναλαμβάνω  μηδέν – στα 9 από τα 11 μαθήματα και μην παρακολουθώντας ή διαβάζοντας ποτέ και κανένα από αυτά, παίρνουν το απολυτήριό τους!..
Με το απερίγραπτο αυτό σύστημα αχρηστεύεται εντελώς ο ρόλος του εκπαιδευτικού, καθώς η πίεση που μπορεί να ασκήσει στους μαθητές του για να διαβάσουν έστω και μισή ώρα την ημέρα, είναι μηδαμινή.

Για να είμαι ειλικρινής τώρα, στο δικό μου το κεφάλι είναι δύσκολο να χωρέσουν όλα αυτά. Όχι πως δεν τα πιστεύω, απλά ανήκω σε μια άλλη γενιά και μου φαίνονται αλλόκοτα. Πολύ αλλόκοτα μάλιστα.
Σε γενικές γραμμές ωστόσο, δεν μπορώ να προσδιορίσω με σιγουριά αν ήταν καλύτερη ή χειρότερη εκείνη η εποχή από την τωρινή. Αναμφισβήτητα το περιβάλλον ήταν διαφορετικό, η τεχνολογία, τα ήθη, οι σχέσεις, η συμπεριφορά, το φιλότιμο, οι αντιλήψεις, οι ευαισθησίες.
Διαφορετική λοιπόν και η Παιδεία.

Ήταν μια γενιά που δεν υπήρχαν σύλλογοι γονέων για να ζητάνε το λόγο επειδή ο δάσκαλος έκανε παρατήρηση στο μαθητή.
Ήταν η γενιά, που όταν γυρίζαμε σπίτι με κλάματα, η μάνα μας έλεγε “καλά σου έκανε” ή “το καλό σου θέλει που σε μάλωσε”.
Ογδόντα μαθητές ήμασταν μέσα στην τάξη του 5ου Γυμνάσιου Αρρένων στη γωνία Τοσίτσα και Τσαμαδού στα Εξάρχεια.

Κάθε χρόνο οι 10 περίπου έμεναν στην ίδια τάξη και άλλοι τόσοι μετεξεταστέοι. Ο βαθμός που παίρναμε στα μαθήματα ήταν δικός μας, χωρίς βοήθεια από το γονιό ή το φροντιστήριο κι αυτό μας έκανε να τον διεκδικούμε με όλες μας τις δυνάμεις, έχοντας στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας το φόβο της ‘καμπάνας’, όπως την αποκαλούσαμε, που μας περίμενε στο τέλος της χρονιάς αν δεν διαβάζαμε.

Όταν χτυπούσε το κουδούνι μπαίναμε βιαστικά στην τάξη και καθόμασταν στα θρανία μας αμίλητοι και με τη σκέψη του μαθήματος, ενώ μια νεκρική σιγή επικρατούσε όταν έμπαινε στη αίθουσα ο καθηγητής που τον υποδεχόμασταν όρθιοι μέχρι να καθίσει στην έδρα του.
Ήταν ο σεβασμός στο δάσκαλο ή ο συντηρητισμός της εκπαίδευσης?
Ήταν η αγωγή απ’ το σπίτι μας ή ο φόβος της τιμωρίας?
Από την άλλη μεριά, άντρες πια στη τελευταία τάξη, ξυριζόμασταν το πρωί και πηγαίναμε στο σχολείο με την πιθανότητα να φάμε ξύλο ή και αποβολή αν κάναμε αταξία.
Ήταν η παραβίαση των κανόνων ή ο αυταρχισμός της εκπαίδευσης?
Η ασέβεια στους μεγαλύτερους ή ο μεσαιωνισμός των αντιλήψεων?

Το ζήτημα της Παιδείας είναι το πιο σοβαρό, το πιο σημαντικό στην ανάπτυξη και την προκοπή ενός τόπου.
Τα σημερινά παιδιά όταν μεγαλώσουν θα διεκδικήσουν και θα αποσπάσουν σημαντικές θέσεις μέσα στη κοινωνία. Μερικά απ’ αυτά στον κρατικό μηχανισμό ή στη διοίκηση.
Αγράμματα? Απαίδευτα? Αστοιχείωτα?
Σαν κακόγουστο αστείο μου μοιάζει· χώρια που δεν άκουσα και κανέναν να διαμαρτύρεται γι’ αυτό το κακόγουστο αστείο…

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (13 Οκτωβρίου 2012)
Posted in Uncategorized | 3 σχόλια

Γνώθι σαυτόν

Δυο λεξούλες που κρύβουν ολόκληρη φιλοσοφία.
Ένα γνωμικό που ειπώθηκε από τους προγόνους μας πριν χιλιάδες χρόνια μα δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρο κι αληθινό.
Μια ρήση που αν εφαρμοζόταν από όλους μας θα είχε ομορφύνει τη σχέση μας με τους γύρω, θα είχε βελτιώσει τη ίδια μας τη ζωή.
Το “γνῶθι σαὐτόν” που σημαίνει ‘να γνωρίσεις τον εαυτό σου’ μερικοί το αποδίδουν στον Πλάτωνα αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα απόφθεγμα του Χείλωνα του Λακεδαιμόνιου, ενός από τους επτά σοφούς.

Πάνω στη σκέψη αυτή δεν ήταν λίγα τα βιβλία που γράφτηκαν κατά καιρούς με άλλους τίτλους αλλά το ίδιο περιεχόμενο. Είναι ένα θέμα, μια μέθοδος ανάλυσης αν θέλετε, που έχει ως αντικείμενο την γνώση του χαρακτήρα μας, την αυτογνωσία.
Στο πέρασμα των αιώνων υπήρξαν διάφοροι φιλόσοφοι και στοχαστές που ασχολήθηκαν σε βάθος με το ‘γνώθι σαυτόν’. Το περιέγραψαν με δικά τους λόγια και το σκιαγράφησαν σαν μια σημαντική μέθοδο έρευνας και ανάλυσης της ανθρώπινης συνείδησης.

Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τη δυσκολία του εγχειρήματος της αυτογνωσίας (μηδέ του γράφοντος εξαιρουμένου), είναι προφανές πως αυτή η απόπειρα διείσδυσης στον χαρακτήρα μας, αυτή η προσπάθεια της αυτογνωσίας δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολη υπόθεση. Αντίθετα φαίνεται πως είναι μια δύσκολη τακτική που χρειάζεται μέθοδο, ρεαλισμό και κυρίως εντιμότητα και θάρρος. Ενδεικτικό άλλωστε της δυσκολίας μιας τέτοιας απόπειρας είναι το γεγονός πως σπάνια συναντούμε ανθρώπους που διαθέτουν αυτό το χάρισμα.
Όπως και να το κάνουμε χρειάζεται να καταβάλει κάποιος μεγάλη προσπάθεια για να ανακαλύψει ποια επιτέλους είναι τα αληθινά του προσόντα και οι πραγματικές του ικανότητες.
Απ’ την άλλη μεριά, φαίνεται πως χρειάζεται μπόλικο κουράγιο για να παραδεχθεί τα ελαττώματά του, να συμφιλιωθεί με την ανεπάρκειά του και με ρεαλισμό να αναγνωρίσει τις αδυναμίες του χαρακτήρα του. Ίσως γιατί κάνοντας σύγκριση με τον απέναντι και προκειμένου να δεχθεί τα δικά του μειονεκτήματα, του λείπει η ειλικρίνεια και η ταπεινοφροσύνη που πράγματι σπανίζει.
Στην εποχή μας, εποχή μοναξιάς, νευρώσεων, εγωισμού, αλαζονείας και επιθετικότητας, θεωρώ πως το ‘γνώθι σαυτόν’ είναι χρησιμότερο παρά ποτέ.

Με ένα προκλητικό κι αθεράπευτο ‘εγώ’ που σαν μάστιγα κυριαρχεί σήμερα παντού, σπάνια ακούμε γύρω μας τη φράση “το λάθος είναι δικό μου” ή “αυτός είναι καλύτερος από μένα ”.
Αντίθετα, αυτό που συχνά βλέπουμε είναι τον καυγά των δυο οδηγών για το τρακάρισμα που κανείς τους δεν φταίει, τη μάνα με τα προβληματικά παιδιά που σχολιάζει τη φίλη της για την ανατροφή που έδωσε στην κόρη της, τον γείτονα που βρίζει τον Δήμο γιατί δεν καθάρισαν το χιόνι ή τα σκουπίδια έξω από την πόρτα του.

Αν πάμε τώρα και στο δικό μας το σινάφι, στο χώρο της καλλιτεχνίας, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, πολλές φορές μάλιστα θα έλεγα λυπηρά έως αξιοθρήνητα.
Νέα παιδιά που κάνουν όνειρα για κατακτήσεις πέρα και πάνω από τις δυνάμεις τους, κακιώνουν εύκολα με την προβολή ή την επιτυχία κάποιου άλλου. Αλλά και ώριμοι επαγγελματίες αισθάνονται μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση μόλις ακούσουν κάποια αρνητική κριτική για τον συνάδελφο.
Καλλιτέχνες όλοι αυτοί – με ή χωρίς εισαγωγικά – που ξεκίνησαν με καθαρές ιδέες και ευγενικά αισθήματα, αλλοτριώθηκαν στην πορεία γιατί λάτρεψαν μόνον το χειροκρότημα και το φως του προβολέα, χωρίς να λογαριάσουν πως οι στόχοι που έβαλαν κι ο πήχης που τοποθέτησαν ήταν πολύ πιο πάνω από τις αντοχές τους.
Καμιά στιγμή δεν κοίταξαν μέσα τους, ποτέ δεν ζύγισαν τα ‘θέλω’ με τα ‘μπορώ’.

Αργότερα οι ίδιοι ένοιωσαν αποτυχημένοι γιατί δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν αυτό που ονειρεύτηκαν. Σαν να μην έφθανε αυτό, στο τέλος έστρεψαν τα βέλη τους στους γύρω, λες και οι άλλοι ήταν υπεύθυνοι για τα δικά τους σχέδια και τη δική τους διαδρομή.
Παραμένοντας επαγγελματικά στο χώρο τους οι περισσότεροι, αλλά παραιτημένοι από στόχους και προοπτικές, δεν αγαπάνε πια αυτό που κάνουν, δεν ασχολούνται καν μαζί του αφού δεν αντλούν την παραμικρή προσωπική ευχαρίστηση μέσα απ’ αυτό.
Συνηθισμένο φαινόμενο στο φινάλε κάποιας εκδήλωσης οι πιο πολλοί να δυσκολεύονται να πουν μια καλή κουβέντα για την προσπάθεια του συναδέλφου τους, ενώ πίσω τους αμέσως μετά, με ένα ξινισμένο χαμόγελο και μια υφέρπουσα ειρωνεία συμπληρώνουν τη μίζερη κριτική τους.
Σαν να νιώθουν ανακούφιση οι ίδιοι όταν εκτοξεύσουν ένα λεκτικό δηλητήριο για τον άλλον ή σάμπως να πρέπει ο ‘αντίπαλος’ να απαξιωθεί για να κοιμηθούν ήσυχοι το βράδυ.

Και τι δεν έχει ειπωθεί κατά καιρούς και τι δεν έχει ακουσθεί!
Από τον ηθοποιό που σαρκάζει, γιατί “ο ρόλος που δώσανε στον καινούργιο δεν του ταίριαζε καθόλου – χώρια που είναι και τελείως ατάλαντος”,
από τον πιανίστα, που “ας όψεται ο δάσκαλος που μονίμως προωθεί τους δικούς του που τον ξεσκονίζουν”,
από την τραγουδίστρια, που “δεν δέχτηκε να κάνει τις υποχωρήσεις που της ζήτησαν, όπως έκανε η άφωνη κουνιστή που προτιμήθηκε στη θέση της”,
από τον μαέστρο, γιατί “τις ορχήστρες σ’ αυτόν τον τόπο τις διευθύνουν μονίμως οι άρρυθμοι και οι κουφοί”…

Θέλετε η ματαιοδοξία, θέλετε η διεκδίκηση και η αντιπαλότητα, η δίψα για προβολή, θέλετε το ανικανοποίητο, θέλετε όλα αυτά μαζί, χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα εμφανίζουν όλο και πιο πολύ την εικόνα μιας γενικευμένης αλληλοεξόντωσης που αγγίζει τα όρια ενός ακήρυχτου πολέμου.

Πόσο πιο χαλαρά θα ένοιωθαν όλοι τους, πόσο καλύτερα θα απολάμβαναν τη τέχνη τους κι αυτό που κάνουν αν είχαν το ‘γνώθι σαυτόν’.
Αν έλεγαν πως αυτά μπόρεσαν να δώσουν, ως εκεί ήταν οι δυνάμεις τους.
Πως λίγο πάνω λίγο κάτω αυτές ήταν οι αντοχές και τα ταλέντα τους. Πως σε τούτη τη ζωή πάντα θα βρίσκονται οι ικανότεροι, ίσως οι πιο εργατικοί, ακόμη και – γιατί όχι – οι πιο τυχεροί.
Πως δεν είναι στο κάτω της γραφής λίγο αυτό που έκαναν, μια κι η Τέχνη τελειωμό δεν έχει και ο κόσμος είναι απέραντος.
Πως τελικά αυτό το ταξίδι ήταν όμορφο και πρέπει να είναι ευτυχισμένοι που το έζησαν.
Αυτό το ταξίδι για την Ιθάκη που λέει κι ο Καβάφης.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                          (26 Σεπτεμβρίου 2012)
Posted in Uncategorized | 4 σχόλια