Ιούνιος και εξετάσεις

Μέρες του Ιουνίου που διανύουμε, σκέφτηκα να γράψω λίγα λόγια για τις εξετάσεις στα Ωδεία, μια και ο Ιούνιος ήταν ανέκαθεν ο μήνας που συμπίπτει με τις εξετάσεις.
Πριν από τις ζέστες του καλοκαιριού και τις θερινές διακοπές, υπάρχει αυτή η περίοδος της δοκιμασίας των σπουδαστών, μια περίοδος που φορτίζεται με ιδιαίτερη ένταση.
Όπως κάθε χρόνο λοιπόν έτσι και φέτος, καλούμαι να βαθμολογήσω τους σπουδαστές της κιθάρας σε διάφορα μουσικά ιδρύματα της χώρας, είτε κάνοντας επιθεώρηση στην τάξη των δασκάλων, είτε ως μέλος επιτροπής σε απολυτήριες εξετάσεις πτυχίων και διπλωμάτων.
Είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται αρκετές δεκαετίες τώρα, γεγονός που μου έχει δώσει την ευκαιρία να αποκτήσω αρκετή εμπειρία γύρω από τα θέματα της λειτουργίας των Ωδείων και της μουσικής εκπαίδευσης γενικότερα. Είναι επίσης μια ευκαιρία για μένα να έλθω σε επαφή με νέα παιδιά που έγιναν καθηγητές και διδάσκουν, να γνωρίσω τη δουλειά τους και να συζητήσω μαζί τους.

Όπως είναι σε όλους γνωστό, μουσική εκπαίδευση στα σχολεία μας ουσιαστικά δεν υφίσταται. Η ώρα του μαθήματος της μουσικής είναι για τους μαθητές η ώρα του ‘χαβαλέ’ όπως την χαρακτηρίζουν. Δυστυχώς αυτή η αντίληψη επικρατούσε πάντοτε στα σχολεία μας και αυτή εξακολουθεί να υπάρχει.2
Έτσι, όσοι γονείς θελήσουν να προσφέρουν στα παιδιά τους μια στοιχειώδη μουσική καλλιέργεια, απευθύνονται σε κάποιο Ωδείο της γειτονιάς, μιας και η εξωσχολική μουσική εκπαίδευση στη χώρα μας είναι καθαρά ιδιωτική. Απλά για την ιστορία αναφέρω πως το μοναδικό Κρατικό Ωδείο που διαθέτουμε στεγάζεται σε ένα ερείπιο κτήριο της Θεσσαλονίκης που ιδρύθηκε προπολεμικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Τα ιδιωτικά λοιπόν μουσικά ιδρύματα που έχουν κατακλύσει κάθε γωνιά της Ελλάδας (υπολογίζονται περίπου χίλιες μουσικές σχολές και ωδεία) ουσιαστικά είναι επιχειρήσεις, ωστόσο θα έλεγα όχι ιδιαίτερα κερδοφόρες. Σε αντίθεση μάλιστα με τον παλιό καλό καιρό  η σημερινή οικονομική κατάσταση στα περισσότερα από αυτά είναι λίγο ως πολύ αξιοθρήνητη.
Έτσι ουσιαστικά η επιχείρηση λειτουργεί κυρίως χάρις στο μεράκι και ενίοτε το ‘ψώνιο’ της διεύθυνσης και των καθηγητών που στην πλειονότητά τους λιμοκτονούν.
Με τα δεδομένα αυτά, ωδείο και γονιός δημιουργούν μια πελατειακή σχέση, μια αμφίδρομη εξάρτηση χρήματος και ονείρων.
Δεν βασιλεύει πάντοτε η αλήθεια στα ωδεία.
Από τη μια μεριά οι υποχωρήσεις, οι συμβιβασμοί και οι ενδοτικότητες
για να μη δυσαρεστηθεί ο ‘πελάτης’ αποπροσανατολίζουν και νοθεύουν την αποστολή ενός πνευματικού ιδρύματος.
Από την άλλη η κατάχρηση της λέξης ‘ταλέντο’ με την οποία αποτιμάται το σύνολο σχεδόν των σπουδαστών, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και αργότερα οδηγεί σε αδιέξοδα.
Τέλος ο βαθμός του ‘Άριστα’ (για τη δήθεν ενθάρρυνση του μαθητή) που έχει πλέον γενικευθεί και καθιερωθεί σε όλες ανεξαιρέτως τις τάξεις και σε όλα τα ωδεία, καταστρατηγεί και αλλοιώνει κάθε έννοια αξιολόγησης και αξιοκρατίας.

αρχείο λήψηςΣε όλο αυτό το σκηνικό η Πολιτεία παραμένει προκλητικά απούσα!
Έχει ξεμπερδέψει με τις υποχρεώσεις της μια και καλή, όταν έδωσε την άδεια λειτουργίας στο Ωδείο. Αφού έλεγξε τις κτηριακές προδιαγραφές που απαιτούνται καθώς επίσης και τους τίτλους σπουδών του διδακτικού προσωπικού, έδωσε την έγκρισή της και πάει και τέλειωσε.
Το ωδείο λειτουργεί έκτοτε σαν το καραβάκι με τον αυτόματο πιλότο: Μόνο του θα καθορίσει την ύλη των σπουδών, μόνο του την ποιότητα των καθηγητών, μόνο του τη διεξαγωγή των εξετάσεων, μόνο του τις επιτροπές για την απονομή πτυχίων και διπλωμάτων αλλά και μόνο του θα αποφασίσει για το ύψος των διδάκτρων και τα ποσοστά των διδασκόντων.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και σε ένα καθεστώς που δεν υπάρχει ο στοιχειώδης έλεγχος απέναντι σ’ αυτή την αποσύνθεση, θα ήταν και περίεργο αν λειτουργούσαν ομαλά τα βασικότερα θέματα.
Ωστόσο εδώ πρέπει να επισημάνω πως υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Είναι τα – πολύ λίγα έστω – ωδεία που τα διακρίνει μια σοβαρή λειτουργία με αποτέλεσμα να διατηρούν ένα επίπεδο υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών, ένα επίτευγμα που οφείλεται κυρίως στον διευθυντή αλλά και στην αυστηρή επιλογή των διδασκόντων που έχουν όραμα και διάθεση προσφοράς.
Τέτοια ωδεία μπορεί να τα βρει κάποιος όχι μόνο στα γνωστά επώνυμα και με παράδοση ιδρύματα αλλά ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές ή συνοικίες, έτσι που τελικά είναι να χαίρεσαι όταν διαπιστώνεις πως πράγματι ακόμα και σε μικρούς χώρους μπορούν να γίνουν μεγάλα πράγματα.

images (1)Τον Ιούνιο επομένως που επισκέπτομαι διάφορα ωδεία ειδικά για τις απολυτήριες εξετάσεις πτυχίων-διπλωμάτων, αντιμετωπίζω με κάποια επιφύλαξη αυτό που πρόκειται να ακούσω. Μου έχει συμβεί κατ’ επανάληψη στο παρελθόν να εκπλαγώ ευχάριστα από την απόδοση του σπουδαστή ενός μικρού ωδείου ή αντίθετα να απογοητευτώ από τη διδασκαλία ενός επώνυμου καθηγητή.
Την εξήγηση και τα αίτια εδώ τα αποδίδω στους παράγοντες ‘δάσκαλος’ και ‘υλικό’.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι τύχη και ευλογία για τον καλό δάσκαλο να βρεθεί στα χέρια του το καλό υλικό, αλλά τύχη επίσης για τον ταλαντούχο μαθητή να πέσει στα χέρια ενός καλού δασκάλου.
Όταν προκύψει αυτός ο συνδυασμός, τότε έχουμε να κάνουμε με μια ιδανική περίπτωση συνεργασίας, οι εξετάσεις είναι μια απόλαυση, τα αποτελέσματα βγαίνουν χωρίς χρονοτριβή και η επιβράβευση έρχεται χωρίς ενδοιασμούς και με την καλύτερη βαθμολογία.
Τι γίνεται όμως όταν δεν έχουμε αυτόν τον συνδυασμό του καλού δασκάλου με τον ταλαντούχο μαθητή?
Εδώ τις περισσότερες φορές υπάρχει πρόβλημα. Και είναι ένα πρόβλημα περίπλοκο που κάθε φορά δημιουργεί δυσάρεστες καταστάσεις, τριβές του δάσκαλου με κάποια από τα μέλη της επιτροπής ή ακόμα και διαφωνίες μεταξύ των ίδιων των μελών που αρκετές φορές φθάνουν και σε προσωπικές μεταξύ τους αντεγκλήσεις ή προσβολές.
Δεν είναι μόνον οι συσχετισμοί που ποικίλουν (κακή διδασκαλία σε καλό υλικό ή το αντίθετο) αλλά και οι απόψεις των μελών της επιτροπής οι οποίες επίσης ποικίλουν.
Με τα σημερινά ωστόσο δεδομένα και πέρα από τη λανθασμένη, κατά την άποψή μου, διάταξη του τωρινού νομοσχεδίου που προβλέπει όχι μόνον να παρίσταται στη συζήτηση ο δάσκαλος αλλά και να ψηφίζει τον μαθητή του(!), θεωρώ πως ένα επί πλέον ακανθώδες πρόβλημα είναι η ψυχολογία των δασκάλων όταν παρουσιάζουν μαθητή σε απολυτήριες εξετάσεις.
Οι δάσκαλοι αυτοί ούτε λίγο ούτε πολύ νιώθουν σαν να δίνουν οι ίδιοι εξετάσεις. Αισθάνονται πως κάθε σχόλιο που κάνει η επιτροπή για την επίδοση του παιδιού, ουσιαστικά αφορά τους ίδιους. Σπανίως ο δάσκαλος θα συμφωνήσει με κάποια μειωμένη βαθμολογία ενώ οι παρεμβάσεις του θα είναι πάντα υπέρ του μαθητή του. Πολύ φυσικό βέβαια αφού νοιώθει πως εξεταζόμενος είναι ο ίδιος.

Πιστεύω πως η διαδικασία θα ήταν περισσότερο ομαλή αν είχε τηρηθεί το παλαιό περί μουσικής νομοσχέδιο, που προέβλεπε να μην παρευρίσκεται ο δάσκαλος ως μέλος της επιτροπής αλλά ούτε και να έχει δικαίωμα ψήφου.
Στην εποχή μου η διαδικασία των απολυτηρίων εξετάσεων ακολουθούσε πιστά το γράμμα του νόμου. Θυμάμαι συγκεκριμένα τις διπλωματικές μου εξετάσεις το 1961 στον ¨Παρνασσό¨ με πρόεδρο της επιτροπής του Εθνικού Ωδείου τον Μανώλη Καλομοίρη. Ο αείμνηστος μουσουργός κάλεσε τον δάσκαλό μου τον Δημήτρη Φάμπα να πει την γνώμη του για μένα αλλά και την άποψή του για την απόδοσή μου εκείνης της συγκεκριμένης ημέρας. Ο Φάμπας μπήκε θυμάμαι στην αίθουσα που θα συνεδρίαζε η επιτροπή, είπε όσα είχε να πει και μετά από 10 περίπου λεπτά βγήκε έξω και περίμενε μαζί μου με αγωνία το αποτέλεσμα και τον βαθμό που θα έβγαζε η πενταμελής επιτροπή.
Πιστεύω πως εκείνο το νομοσχέδιο ήταν σοφό όταν ζητούσε να απομακρύνεται ο δάσκαλος, ώστε να μένει η επιτροπή ανεπηρέαστη στη συζήτηση που κάποιες φορές ενδέχεται να εμπεριέχει και μια κριτική εις βάρος της διδασκαλίας του.
Προσωπικά τηρώ αυτή τη στάση ακόμα και σήμερα που έχουν αλλάξει οι συνθήκες και ο δάσκαλος παρίσταται: Δεν διαφωνώ, δεν αντιλέγω και δεν παρεμβαίνω στη αρνητική κριτική που ενίοτε κάποιο μέλος της επιτροπής θα κάνει εις βάρος του μαθητή μου.

Ωστόσο για να μην παρελθοντολογώ – κάτι που δεν αρέσει σε κανένα – είναι προτιμότερο να προτείνω κάποιες λύσεις που αν μη τι άλλο θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα πράγματα.
Ξεκινώντας από την ουσία του προβλήματος που είναι οι τίτλοι (πτυχία-διπλώματα), imagesμια απλή πρόταση θα ήταν ο ορισμός της επιτροπής. Μιλώ δηλαδή για τα μέλη τής εκάστοτε επιτροπής που προσκαλούνται στις εξετάσεις και στη συνέχεια υπογράφουν τους τίτλους.
Αν και στο υπάρχον νομοσχέδιο αναφέρεται με σαφήνεια πως τις επιτροπές τις ορίζει το υπουργείο, στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο: είναι το ωδείο αυτό που θα επιλέξει τα μέλη της επιτροπής τα οποία και εγκρίνονται πάντοτε μα πάντοτε από το υπουργείο!
Με άλλα λόγια ο κάθε δάσκαλος που θέλει να δώσει έναν τίτλο της δικής του αισθητικής, του δικού του καλλιτεχνικού επιπέδου, προσκαλεί ως επιτροπή γνωστούς συναδέλφους – συνήθως φιλαράκια – οι οποίοι και θα εγκρίνουν με βαθμό ‘Άριστα’ αυτό που άκουσαν. Στη συνέχεια ο τίτλος θα πάει προς υπογραφή και έγκριση στο υπουργείο που ουδέποτε δημιούργησε προσκόμματα.
Αυτό το αλισβερίσι δούναι και λαβείν, αυτή η τραγελαφική κατάσταση κρατάει αρκετές δεκαετίες τώρα, εν γνώσει πάντοτε του υπουργείου που παραμένει παγερά αδιάφορο, θιασώτης της αντίληψης ‘μη θίγετε τα κακώς κείμενα’. Εξυπακούεται πως είναι ένα καθεστώς που ισχύει σε όλα τα όργανα και όχι μόνον στην κιθάρα.

Ένας αντίλογος ωστόσο σε αυτή τη πρόταση που εισηγούμαι προέρχεται από κάποιους συναδέλφους οι οποίοι υποστηρίζουν πως όλες αυτές οι διαδικασίες γίνονται μάταια.
Πως δεν έχουν αξία ούτε οι επιτροπές, ούτε οι εξετάσεις, ούτε οι βαθμοί. Πως οι εξετάσεις ουσιαστικά γίνονται για το θεαθήναι και καλό θα είναι να παίρνουν όλοι οι εξεταζόμενοι για ενθάρρυνση τους πιο γενναιόδωρους βαθμούς, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτοί που πρόκειται να κάνουν κάτι με τη μουσική θα το κάνουν, σε αντίθεση με αυτούς που δεν πρόκειται να κάνουν τίποτε όσους επαίνους, βαθμούς ή βραβεία κι αν κερδίσουν στις εξετάσεις του ωδείου.
Συνεπείς μάλιστα με αυτή τη φιλοσοφία δίνουν απλόχερα τους μεγαλύτερους βαθμούς οσάκις προσκληθούν σε εξετάσεις ως μέλη επιτροπής.
Θεωρώ πως μια τέτοια αντιμετώπιση καταργεί ουσιαστικά τις εξετάσεις, αποδυναμώνει το ενδιαφέρον κάθε εξεταζόμενου να ξεχωρίσει και υποβαθμίζει το επίπεδο του οργάνου γενικότερα.
Θεωρώ ακόμη πως με την απλοποίηση αυτή, οι μόνοι κερδισμένοι είναι αυτοί οι ίδιοι αφού έτσι γίνονται αξιαγάπητοι στους πάντες…

200px-Melina_MercouriΚλείνοντας θέλω να θυμίσω στους παλιούς και να ενημερώσω τους νέους πως πριν σχεδόν 30 χρόνια επί Υπουργίας Μελίνας Μερκούρη είχε γίνει η πρόταση να υπάρχει μια και μοναδική επιτροπή στις απολυτήριες εξετάσεις των ωδείων όλης της χώρας, διαφορετική εννοείται για κάθε όργανο – κάτι ανάλογο δηλαδή με τις πανελλήνιες εξετάσεις για τα ΑΕΙ.
Η επιτροπή θα άλλαζε κάθε χρόνο όπως και ο τόπος διεξαγωγής των πανελληνίων εξετάσεων.
Μια τέτοια πρόταση θα εξασφάλιζε την αμεροληψία, τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία, την ισότητα, την αντικειμενικότητα.
Θίχτηκαν συμφέροντα, ξεσηκώθηκαν οι ωδειάρχες, μπήκαν στη μέση και τα σωματεία, έγινε πανδαιμόνιο, η πρόταση αποσύρθηκε…

Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δεν άλλαξε το παραμικρό. Και όλοι μας συνεχίζουμε τη δουλειά μας όπως πριν, όπως πάντα!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                        (Αθήνα, 15 Ιουνίου 2014)
Posted in Uncategorized | 2 σχόλια

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΘΑΡΑΣ ΠΑΤΡΑΣ


Λίζα Ζώη – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

23Ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΘΑΡΑΣ

   ΠΑΤΡΑ, 11-14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014

Εικόνα
Λίζα Ζώη – Cobie Smit – John Mills – Ευάγγελος Ασημακόπουλος

Όταν ένα Φεστιβάλ εξακολουθεί να συγκεντρώνει μια τέτοια εντυπωσιακή προσέλευση σπουδαστών από κάθε γωνιά της Ελλάδας, αυτό το γεγονός από μόνο του σημαίνει πολλά!
Ανεξάρτητα από την προσωπική ικανοποίηση που παράλληλα μας δίνει και το κέφι να συνεχίσουμε, το Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα πρωτίστως επιβεβαιώνει έναν επιτυχημένο θεσμό που για 23 ολόκληρα χρόνια λειτουργεί χωρίς χορηγό. Αυτό το τελευταίο μάλιστα θεωρώ απαραίτητο να το υπογραμμίσω, αφού δεν ξέρω καμία ανάλογη εκδήλωση στο τόπο μας ή στο εξωτερικό, που να λειτουργεί τόσα χρόνια χωρίς βοήθεια, χωρίς υποστήριξη, να είναι δηλαδή μια εκδήλωση αυτοδύναμη και  αυτοχρηματοδοτούμενη πέρα ως πέρα.

Το 23ο Φεστιβάλ Κιθάρας στην Πάτρα λοιπόν, που παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, συγκέντρωσε σε σχέση με άλλες χρονιές ακόμα μεγαλύτερο αριθμό σπουδαστών, είχε κατά γενική ομολογία εξαιρετική επιτυχία.

DSCN6273

Ρεσιτάλ του John Mills

DSCN6400

Ρεσιτάλ του Vojin Kocič

Στον πανέμορφο χώρο της Φιλαρμονικής Εταιρείας Ωδείου Πατρών, ήταν φέτος προσκαλεσμένοι ξένοι σολίστες, ο διεθνούς φήμης Άγγλος καλλιτέχνης John Mills και ο νεαρός πολυβραβευμένος Σέρβος Vojin Kocič. Ήταν δυο ρεσιτάλ υψηλού επιπέδου που ικανοποίησαν και τον πιο απαιτητικό ακροατή.

DSCN6206

Ρεσιτάλ του Γιάννη Γιαγουρτά

DSCN6460

Συναυλία του ‘Τρίο Ατενέουμ’

 

 

 

 

 

 

Από ελληνικής πλευράς έδωσαν ρεσιτάλ αποσπώντας τα ευμενέστερα σχόλια του κοινού που είχε κατακλύσει την αίθουσα όλες τις βραδιές, οι ταλαντούχοι Γιάννης Γιαγουρτάς, Γιώργος Τοσικιάν και Βασίλης Κανελλόπουλος ενώ το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έκλεισε εντυπωσιακά το Τρίο Ατενέουμ (Σοφία Στριγγάρη, Ελένη Συγκούνα και Ράνια Αγγελέτου).

DSCN6071

Ρεσιτάλ του Βασίλη Κανελλόπουλου

DSCN6121

Ρεσιτάλ του Γιώργου Τοσικιάν

 

 

 

 

 

 Το απόγευμα του Σαββάτου, ο καταξιωμένος συνθέτης και μαέστρος Θόδωρος Αντωνίου είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη γύρω από τη σχέση της κιθάρας με τα σύγχρονα ακούσματα, ενώ την Κυριακή, ο Μίνως Τυλλιανάκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου στον τομέα της ορθοπεδικής και τραυματολογίας, με μια εξαιρετική ομιλία αναφέρθηκε σε θέματα προβλημάτων χεριών και δακτύλων (κακώσεις, θλάσεις, τενοντίτιδες κλπ.)

DSCN6193

Διάλεξη του Θόδωρου Αντωνίου

DSCN6342

Διάλεξη του Μίνωα Τυλλιανάκη

Σύντομη και εκτός προγράμματος ομιλία έκανε επίσης ο John Mills, που αναφέρθηκε στη κατασκευαστική παράδοση ης οικογένειας του Οίκου José Ramirez και τη σχέση της με τον Andrés Segovia. Ωστόσο, σε άλλες αίθουσες, τόσο ο γνωστός κατασκευαστής Παύλος Γύπας όσο και ο κιθαριστής Γιώργος Μπεχλιβάνογλου έκαναν για τρεις μέρες επίδειξη των τελευταίων μοντέλων δικών τους κατασκευών.

DSCN6383

Ο John Mills στη διάλεξη

DSCN6283

…και στο ρεσιτάλ

 

 

 

 

 

 

Πέρα από τη δική μας διδασκαλία που γινόταν σε καθημερινή βάση, εννέα από τους  τελειόφοιτους και απόφοιτους σπουδαστές του Φεστιβάλ, είχαν την ευκαιρία σε δυο συνεχόμενα πρωινά, να πάρουν από τον John Mills μαθήματα ερμηνείας και αισθητικής που άφησαν άριστες εντυπώσεις. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο διαπρεπής κιθαριστής επισκέπτεται τη χώρα μας. Τον είχαμε παρακολουθήσει και στο παρελθόν σε μαθήματα Master Class στην Αθήνα και μας ήταν πολύ ευχάριστο πως οι παλιές καλές εντυπώσεις μας επιβεβαιώθηκαν και πάλι φέτος.

DSCN6160

Master Class Ευάγγελου Ασημακόπουλου

DSCN6501

Master Class John Mills

 

 

 

 

 

 

Στην αίθουσα συναυλιών επίσης έγινε και η διδασκαλία των μικρών μαθητών που συγκεντρώνονται κάθε χρόνο όχι μόνον από την Πάτρα αλλά από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Νέα παιδιά με τη συνοδεία των γονιών ή των δασκάλων τους, έπαιξαν το ρεπερτόριό τους, άκουσαν χρήσιμες συμβουλές και πήραν μια ενθάρρυνση για τη προσπάθειά τους, προσπάθεια που επικύρωσαν με τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό της Κατηγορίας τους την τελευταία ημέρα.
Πράγματι η Δευτέρα, τελευταία μέρα του Φεστιβάλ ήταν αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στις τρεις Κατηγορίες των διαγωνισμών.
Την παρουσία της πενταμελούς επιτροπής αποτελούμενης από τον John Mills(πρόεδρο) και τους σολίστ και καθηγητές κιθάρας Cobie Smit, Vojin Kocič, Γιάννη Γιαγουρτά και Κώστα Βρέλλη, πλαισίωσε ένα πολυάριθμο κοινό που παρακολούθησε την προσπάθεια πολλών ταλαντούχων νέων παιδιών και στις τρεις Κατηγορίες.

DSCN6518

Η διεθνής επιτροπή του διαγωνισμού για όλες τις Κατηγορίες: Vojin Kocič, Κώστας Βρέλλης, Jonh Mills, Cobie Smit, Γιάννης Γιαγουρτάς

Οι επιδόσεις των συμμετεχόντων στους διαγωνισμούς προδιαγράφουν μια απρόσκοπτη εξέλιξη, αφού οι περισσότεροι από αυτούς έδωσαν δείγματα φροντισμένης τεχνικής, ερμηνείας και ήχου, προϊόντα και αποτέλεσμα σωστής διδασκαλίας. Ήταν μια θετική εικόνα για την πορεία του οργάνου στον τόπο μας, εικόνα που διαφέρει από εκείνη άλλων εποχών, όπου το θέμα της διδασκαλίας αποτελούσε την κύρια αιτία της αποτυχίας σε ένα διαγωνισμό.

Όπως θυμούνται όσοι παρακολουθούν από κοντά τα δρώμενα του Φεστιβάλ της Πάτρας, τις δυο τελευταίες χρονιές δεν είχε δοθεί Πρώτο Βραβείο στη μεγάλη Κατηγορία αφού οι επιτροπές θεώρησαν πως οι νικητές δεν πληρούσαν τους όρους ενός ρεσιτάλ για την επόμενη χρονιά. Ωστόσο φέτος στην Κατηγορία Γ΄, το Πρώτο Βραβείο κατέκτησε ο Παναγιώτης Αγοραστός από την Θεσσαλονίκη που θα είναι ο σολίστ του 24ου Φεστιβάλ της Πάτρας. Ο Αγοραστός που είναι τελειόφοιτος του Μουσικού Κολλεγίου της συμπρωτεύουσας στην τάξη της Λουκίας Σαμούρκα θα δώσει ακόμη δυο ρεσιτάλ: στην Αθήνα τον προσεχή Δεκέμβριο (αίθουσα Athenaeum) και στο Ηράκλειο τον Απρίλιο του 2015, στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Κιθάρας που διοργανώνει το ‘Σύγχρονο Ωδείο Κρήτης’.

         Παναγιώτης Αγοραστός: Α΄ Βραβείο στην Κατηγορία Γ΄      (χωρίς όριο ηλικίας)

Παναγιώτης Αγοραστός: Α΄ Βραβείο στην Κατηγορία Γ΄
(χωρίς όριο ηλικίας)

Στην Κατηγορία Β΄ (για σπουδαστές μέχρι 16 ετών), το πρώτο Βραβείο απέσπασε ο Γιάννης Τουρής από τον Πύργο, που σπουδάζει στο Εθνικό Ωδείο Πύργου στην τάξη του Γιάννη Κακολύρη, ενώ τέλος στη Κατηγορία Α΄ (για σπουδαστές μέχρι 12 ετών), το Πρώτο Βραβείο κατέκτησε ο 11χρονος Νίκος Γκίκας από την Αθήνα, μαθητής του Στέφανου Πυρίδη.

DSCN6542

Γιάννης Τουρής: Α΄ Βραβείο Στην Β΄ Κατηγορία (μέχρι 16 ετών)

DSCN6525

Νίκος Γκίκας: Α΄ Βραβείο στην Α΄ Κατηγορία (μέχρι 12 ετών)

 

 

 

 

 

 

                              Τα Βραβεία και τους Επαίνους αξίας 2.000 Ευρώ είχε αθλοθετήσει                                  ο Μουσικός Οίκος Παπαγρηγορίου – Νάκας, Πανεπιστημίου 39, Αθήνα.

                                                  Αναλυτικά τα αποτελέσματα των διαγωνισμών                                                                                και στις τρεις Κατηγορίες έχουν ως εξής:

                          Κατηγορία Α΄ (για σπουδαστές ηλικίας μέχρι 12 ετών)

1. Γκίκας Νικόλαος                 Α΄ Βραβείο

2. Κόντος Θεόδωρος               Β΄ Βραβείο

3. Παττακός Γιώργος             Γ΄ Βραβείο

     4. Μπαντζής Σταύρος                      Έπαινος

     5. Ρεζίτης Δημήτρης                         Έπαινος

     6. Ταλιούγλας Νίκος                         Έπαινος

     7. Τσακαλογιάννης Γιάννης            Έπαινος

ΣΗΜ: Τα ονόματα των σπουδαστών που πήραν Έπαινο είναι καταχωρημένα με αλφαβητική σειρά.

Κατηγορία Β΄ (για σπουδαστές ηλικίας μέχρι 16 ετών)

     1. Τουρής Γιάννης                  Α΄ Βραβείο

  2. Βούζης Αλέξης                     Β΄ Βραβείο

      3. Σαπουντζάκη Ελευθερία      Γ΄ Βραβείο

     4. Σουρής Νίκος                         Γ΄ Βραβείο

    5. Ζαχαράκης Παναγιώτης          Έπαινος

    6. Κυδωνιάτη Βασιλική                 Έπαινος

    7. Παναγοπούλου Χρυσή              Έπαινος

   8. Τζώρτζης Παναγιώτης             Έπαινος

ΣΗΜ: Τα ονόματα των σπουδαστών που πήραν Έπαινο είναι καταχωρημένα με αλφαβητική σειρά.

Κατηγορία Γ΄ (για κιθαριστές κάθε ηλικίας)

  1. Αγοραστός Παναγιώτης    Α΄ Βραβείο

 2. Συμιακού Κατερίνα            Β΄ Βραβείο

  3. Σουκαράς Δημήτρης            Γ΄ Βραβείο

  4. Καμπύλης Χαράλαμπος           Έπαινος

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, η Λίζα κι εγώ θέλουμε από καρδιάς να ευχαριστήσουμε όλες τις προσωπικότητες που έλαβαν μέρος στις τετραήμερες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ, αφού η συμμετοχή τους υπήρξε αφιλοκερδής.

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                            (Αθήνα, 1 Μαΐου 2014)
Aside | Posted on by | Γράψτε ένα σχόλιο

Η Κλασική Κιθάρα

Καταγραφή 5_000003 2_000000

 

 

 

Διάλεξη του Ευάγγελου Ασημακόπουλου 

στην Ημερίδα του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Καθηγητών Κιθάρας (EGTA – Κύπρου)
Λευκωσία, Σάββατο 15 Μαρτίου 2014 

 

Αγαπητοί φίλοι,

Είναι μεγάλη η χαρά μου που βρίσκομαι ξανά την Κύπρο. Τα τελευταία 30 χρόνια, επισκέπτομαι συνεχώς τη μεγαλόνησο για συναυλίες με την Λίζα, για εξετάσεις ή σεμινάρια, πάντα μετά από πρόσκληση του Εθνικού Ωδείου Κύπρου.
Το ταξίδι μου ωστόσο αυτή τη φορά, γίνεται στα πλαίσια της ημερίδας του EGTA- Κύπρου, καλεσμένος από τον κ. Δημήτρη Ρεγγίνο και τα υπόλοιπα μέλη του Συνδέσμου που, πέρα από την διάλεξη, μου έκαναν την τιμή να με ανακηρύξουν Επίτιμο Μέλος του EGTA Κύπρου “ως ελάχιστη αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς μου στο χώρο της Κιθάρας” όπως χαρακτηριστικά μού έγραψαν στην πρόσκλησή τους.
Θέλω λοιπόν πριν αρχίσω την ομιλία μου, να τους ευχαριστήσω όλους θερμά για την απόφαση που πήραν να με τιμήσουν με αυτή την διάκριση.
Στη σημερινή μου διάλεξη και με άξονα φυσικά την κιθάρα, σκέπτομαι να επεκταθώ και σε άλλα θέματα που νομίζω πως λίγο ως πολύ μας ενδιαφέρουν όλους. Μπορούμε μάλιστα στο τέλος να κάνουμε και κάποια συζήτηση αν χρειασθεί ή αν προκύψουν ερωτήματα.

Θα ξεκινήσω λοιπόν πρώτα με την ερώτηση: τι είναι η κλασική κιθάρα?
Γιατί λέμε πως παίζουμε κλασική κιθάρα και όχι σκέτα κιθάρα? Γιατί εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό ‘κλασική’ όταν μας ρωτούν με τι ασχολούμαστε? Και όταν λέμε πως παίζουμε κλασική κιθάρα, τι ακριβώς εννοούμε και πού αναφερόμαστε? Αναφερόμαστε στην κατασκευή του οργάνου, αναφερόμαστε στην ιστορία του, στην τεχνική του, στους συνθέτες που ερμηνεύουμε ή που αλλού? Ή απλά εμείς διαχωρίζουμε τη θέση μας από την ‘ηλεκτρική’ την ‘ακουστική’, την ‘μπάσο’ κιθάρα ή την κιθάρα φλαμένκο? Γιατί δεν μιλάμε για κλασικό βιολί, κλασικό τσέλο ή κλασικό πιάνο? Από πότε η κιθάρα έγινε κλασική? Και τη σημαίνει ο όρος ‘κλασική’? Και τέλος πού βρίσκονται οι διαφορές μας με τα αντίστοιχα όργανα που ονομάζονται κιθάρες?

Ας πω λοιπόν πρώτα λίγα λόγια για το χαρακτηρισμό ‘κλασική’ και στη συνέχεια θα αναφερθώ και στην κιθάρα.
Όπως ξέρετε ‘κλασική’ ονομάζουμε μια καλλιτεχνική δημιουργία που έχει αξία διαχρονική και οικουμενική. Είναι δυο στοιχεία εντελώς απαραίτητα για να χαρακτηρίσουμε ως ‘κλασικό’ κάποιο έργο τέχνης. Ο Παρθενώνας, η ποίηση του Γκαίτε, μια σύνθεση του Μότσαρτ, ένας πίνακας του ντα Βίντσι, ένα έργο του Σαίξπηρ ή μια τραγωδία του Αισχύλου, άντεξαν τη φθορά του χρόνου, θαυμάστηκαν και αγαπήθηκαν από τους λαούς στο πέρασμα των αιώνων, έπαψαν να έχουν πατρίδα, γι’ αυτό και τα ονομάζουμε κλασικά έργα τέχνης που ανήκουν πια στην ανθρωπότητα.
Όσο για την κιθάρα, όλοι ξέρουμε πως είναι ένα όργανο που έλκει την καταγωγή του από την Ανατολή και πως το όνομα κιθάρα προέρχεται από το αρχαίο περσικό τζσεταρ που σημαίνει τρεις χορδές (τζσε είναι το τρία και ταρ η χορδή). Πράγματι το έγχορδο που κυριάρχησε για πολλούς αιώνες στον αρχαίο περσικό πολιτισμό ήταν τρίχορδο. Αργότερα προστέθηκε μία ακόμα χορδή και ως τετράχορδo πλέον μεταφέρθηκε στην αρχαία Ελλάδα από τους σκλάβους της Ανατολής. Όταν οι Ρωμαίοι λίγο μετά κυριάρχησαν στα πέρατα της Δύσης, υποδουλώνοντας και την Ελλάδα, διδάχθηκαν αλλά και υιοθέτησαν πολλά από τα επιτεύγματα του πολιτισμού των προγόνων μας. Είναι αμφίβολη επομένως η άποψη ότι στην Ευρώπη η κιθάρα εισήλθε για πρώτη φορά τον 8ο αιώνα όταν οι Άραβες κατέκτησαν την Ισπανία, γιατί έτσι κι αλλιώς η κιθάρα ήταν γνωστή εκεί, αφού ο ρωμαϊκός πολιτισμός έφτανε σε όλη την Ιβηρική Χερσόνησο. Ωστόσο αυτή η εγκατάσταση των Μαυριτανών στην Ισπανία έδωσε μια καινούργια πνοή στο έγχορδο, που ακόμα και στις μέρες μας θεωρείται ότι γεννήθηκε στη χώρα αυτή.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, η κιθάρα δεν έπαψε να αλλάζει σχήμα και μορφή. Υπάρχουν γλυπτά, παραστάσεις ή τοιχογραφίες όχι μόνο στην Ισπανία  αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου εμφανίζεται να παίζεται με δάχτυλα, με πένα ή με δοξάρι.

Picture2Στις αρχές του 16ου αιώνα η κιθάρα έχει τέσσερις διπλές χορδές. Picture1Στον ίδιο αιώνα όμως ακμάζει παράλληλα το λαούτο ενώ στην Ισπανία και Πορτογαλία κάνει την εμφάνισή της η βιχουέλα, όργανο κυρίως της αριστοκρατίας, που έχει έξι διπλές χορδές  και παίζεται περισσότερο με τα δάχτυλα.
Τον 17ο αιώνα η κιθάρα παίζεται πια με πέντε διπλές χορδές, ενώ στα τέλη του αιώνα αυτού, τόσο η βιχουέλα όσο και το λαούτο βρίσκονται σε παρακμή.
O 18ος αιώναs πρέπει να θεωρηθεί μια σημαντική περίοδος στην εξέλιξη της κιθάρας για δύο λόγους: ο πρώτος είναι η οριστική καθιέρωση των 6 χορδών στα Picture3μέσα του αιώνα και ο δεύτερος, η εμφάνιση λίγο αργότερα του Φερνάντο Σορ που υπήρξε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες στην τρισχιλιετή διαδρομή της. Ο Σορ αλλά και ο συμπατριώτης και φίλος του Ντιονίσιο Αγουάδο, έχουν δίκαια θεωρηθεί ως οι  ιδρυτές και θεμελιωτές της μεγάλης ισπανικής Σχολής, χάρη στο πολύτιμο έργο που άφησαν πίσω τους.
Την ίδια περίπου εποχή, τέλη του 18ου – αρχές του 19ου αιώνα, στην Ιταλία, ακμάζει μία επίσης σημαντική Σχολή κιθάρας  με κυριότερους εκπροσώπους τους Καρούλι, Καρκάσι και admin-ajaxΤζουλιάνι με τον τελευταίο να αποσπά τον θαυμασμό και την εκτίμηση του μουσικού κόσμου για την δεξιοτεχνική του ικανότητα και τις περίτεχνες συνθέσεις του. Στην περίοδο αυτή, τον 19ο αιώνα δηλαδή, εμφανίζονται ένα σωρό νέοι δεξιοτέχνες όπως ο Γάλλος Κοστ, ο Ούγγρος Μερτζ, ο Ισπανός Άρκας, ο Ιταλός Ρεγκόντι, αλλά και ο Νικολό Παγκανίνι, που ασχολήθηκε για μερικά χρόνια με την κιθάρα αφήνοντας πίσω του αρκετές συνθέσεις.  

Εδώ πρέπει να επισημάνει κανείς πως στον 19ο αιώνα η διάθεση του κοινού άρχισε να στρέφεται περισσότερο σε όργανα με δυνατό ήχο. Η Όπερα βρίσκεται στη μεγαλύτερή της άνθιση και οι συνθέτες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ηχητικό όγκο μέσα από τις ορχήστρες και τις χορωδίες. Αυτή η τάση του γιγαντισμού στη μουσική, είχε ως αποτέλεσμα να παρακμάσουν έως και να εξαφανισθούν όργανα με αδύναμο ήχο που κυριάρχησαν τους τρεις προηγούμενους αιώνες όπως ήταν η λύρα, το λαούτο, η βιχουέλα, το τσέμπαλο και η κιθάρα. Η κιθάρα ωστόσο παρέμεινε ζωντανή στην Ισπανία χάρη στα φλαμένκο, τη λαϊκή παραδοσιακή μουσική.
downloadΈτσι η εμφάνιση του Φρανθίσκο Τάρρεγκα στα μέσα του 19ου αιώνα, βρίσκει την κιθάρα χωρίς ουσιαστικό ρεπερτόριο, αφού οι σπουδαιότεροι συνθέτες της Ευρώπης είχαν ασχοληθεί με άλλα όργανα. Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ, Σούμαν, Τσαϊκόφσκι, Σοπέν, Μέντελσον και τόσοι άλλοι ακόμη, δεν σκέφθηκαν να γράψουν για ένα όργανο που δεν γνώριζαν, ένα όργανο συνοδείας, ένα όργανο φτωχό και λαϊκό. Μοιραία λοιπόν το καλλιτεχνικό ανάστημα του Σορ, του Αγουάδο, του Καρούλι και του Τζουλιάνι είναι ό,τι πιο αξιόλογο έχει να επιδείξει ως εκείνη την περίοδο η κιθάρα.
Ο Τάρρεγκα, διπλωματούχος τόσο στο πιάνο όσο και στην αρμονία, ασχολήθηκε σε βάθος με την d5185536lτεχνική της κιθάρας και κατάφερε να δημιουργήσει μια πραγματική επανάσταση: επέβαλε την τεχνική του μπαρέ, χρησιμοποίησε το απογιάντο, αξιοποίησε τον παράμεσο του δεξιού χεριού, καθιέρωσε το κράτημα του οργάνου στο αριστερό πόδι και ακόμη βοήθησε τον ιδιοφυή κατασκευαστή Αντόνιο Τόρρες να ολοκληρώσει τις έρευνες για ένα νέο μοντέλο κιθάρας. Αυτές οι καινοτομίες του Τάρρεγκα στην τεχνική, αλλά και η Σχολή των μαθητών του, οι συνθέσεις του, οι πολυάριθμες μεταγραφές του, καθώς και η Μέθοδος Κιθάρας που εξέδωσε, τον κατατάσσουν, όπως και τον Φερνάντο Σορ πριν έναν αιώνα, στο πάνθεον των κορυφαίων της ιστορίας του οργάνου.

Μετά το θάνατο του Τάρρεγα στις αρχές του 20ου αιώνα, ο πιο ταλαντούχος μαθητήςdownload (1) του, ο Μιγέλ Λιομπέτ, πραγματοποιεί περιοδείες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική δίνοντας πολυάριθμα ρεσιτάλ. Από τους δίσκους του Λιομπέτ που διασώθηκαν αλλά και από τις εξαίρετες μεταγραφές του, διαπιστώνει κανείς το επίπεδο της τεχνικής του. Ακόμη ο Ντανιέλ Φορτέα που ίδρυσε την  γνωστή Βιβλιοθήκη Φορτέα καθώς και ο Αιμίλιο Πουζόλ με την πιο imagesολοκληρωμένη στην εποχή μας μέθοδο, θεωρούνται συνεχιστές του έργου του δασκάλου τους.
Την ίδια εποχή στη Λατινική Αμερική ο Αγκουστίν Μπάρριος Μανγκορέ από την Παραγουάη θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της ηπείρου. Ο ίδιος, υπήρξε ο πρώτος κιθαριστής στην ιστορία του οργάνου που ηχογράφησε δίσκους και παρά το γεγονός ότι ήταν πασίγνωστος στη Νότιο Αμερική, στην Ευρώπη έγινε γνωστός αρκετές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Σήμερα τα έργα του  παίζονται διαρκώς και το όνομά του έχει πάρει τη θέση που του αξίζει.

Picture9Λίγο αργότερα στην κεντρική Ευρώπη η σημαντικότερη παρουσία ήταν αυτή της Ίντα Πρέστι, που ως ‘παιδί-θαύμα’ κατέπληξε το Παρίσι και το Λονδίνο όταν σε ηλικία 9 μόλις ετών έκανε την πρώτη εμφάνισή της. Αργότερα, μαζί με τον Αλέξανδρο Λαγκόγια, αποτέλεσαν το κορυφαίο ντουέτο κιθάρας στον κόσμο.

Εδώ πρέπει να σταθεί κανείς στο γεγονός πως ένα από τα χαρακτηριστικά του 20ου αιώνα είναι και η εξειδίκευση. Το μοντέλο συνθέτης-εκτελεστής με τον καιρό εξαφανίζεται και τη θέση του παίρνουν δύο διαφορετικές ειδικότητες που μοιάζουν να μην έχουν σχέση μεταξύ τους: ο εκτελεστής δεν ασχολείται με τη σύνθεση ενώ ο συνθέτης δεν εμφανίζεται δημόσια! Ο εκτελεστής κατά συνέπεια ασκείται στο να παρουσιάζει στο κοινό  έργα που ανήκουν σε συνθέτες παλιούς ή καινούργιους, ενώ από την άλλη ο συνθέτης δεν έρχεται καθόλου πια σε επαφή με το κοινό, νιώθει εξαρτημένος από τον εκτελεστή και ασχολείται μόνο με το συνθετικό του έργο.
Ο Αντρές Σεγκόβια που έζησε σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα – τον 20όν – ακολούθησε το ρεύμα της εποχής, αναδείχθηκε σε κορυφαίο εκτελεστή και υπήρξε χωρίς Picture10αμφιβολία ο τρίτος μεγάλος σταθμός στην ιστορία της κιθάρας και για πολλούς, η κορυφαία προσωπικότητα στη μακραίωνη διαδρομή της. 
Περισσότερο από κάθε προηγούμενο κιθαριστή, o Σεγκόβια έβλεπε την κιθάρα ως όργανο συναυλιών, ανάλογο με αυτά που ήδη μεσουρανούσαν και έδινε συνεχώς τις μάχες του για να την επιβάλει. Είχε να αντιμετωπίσει ένα αρνητικό κλίμα προκατάληψης για το ρόλο της κιθάρας, επειδή ο περισσότερος κόσμος την ήθελε ή τη γνώριζε ως όργανο συνοδείας, διασκέδασης και ισπανικού φολκλόρ. Συνειδητοποίησε από νωρίς τη γύμνια του ρεπερτορίου της και φρόντισε να επηρεάσει αξιόλογους συνθέτες της εποχής του όπως ήταν ο Βίλα-Λόμπος, ο Ροδρίγο, o Τουρίνα, ο Καστελνουόβο-Τεντέσκο, ο Πόνσε, o Τόρρομπα, ο Τάνσμαν, ο Μομπόου να γράψουν για την κιθάρα, ενώ παράλληλα έκανε πολλές μεταγραφές τις οποίες παρουσίαζε στις εμφανίσεις του. 

Ο Αντρές Σεγκόβια που υπήρξε ο εμπνευστής χιλιάδων κιθαριστών σ’ ολόκληρο τον 20
ο αιώνα, καθιέρωσε ένα σύγχρονο τρόπο παιξίματος χρησιμοποιώντας νάιλον χορδές στην κιθάρα και νύχια στα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Η φήμη που απέκτησε μέσα από τις αδιάκοπες περιοδείες σε όλο τον κόσμο και τις ηχογραφήσεις, άρχισε να παίρνει μυθικές διαστάσεις σε σημείο που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 – που ήταν και η χρυσή εποχή της κιθάρας – η λέξη “Σεγκόβια” να σημαίνει “κιθάρα” και το αντίστροφο.
Η προσφορά του Ισπανού καλλιτέχνη στο όργανο υπήρξε ανεκτίμητη αφού αυτός πρώτος το επέβαλε στη συνείδηση του κοινού ως όργανο μεγάλων ερμηνευτικών δυνατοτήτων, με αποτέλεσμα να διδάσκεται σήμερα στις πιο έγκυρες Μουσικές Σχολές, Ακαδημίες και Πανεπιστήμια σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

 Στη “μετασεγκοβιανή” περίοδο, συνεχίζουν με βελτιωμένη τώρα τεχνική και νέες μουσικές αντιλήψεις δεκάδες κιθαριστών, των οποίων τα ονόματα είναι αδύνατο να αναφέρω, πόσω μάλλον όταν είναι και παρακινδυνευμένο να γίνει αναφορά σε ζώντες εκτελεστές προτού ολοκληρώσουν τον κύκλο της καλλιτεχνικής τους Picture11δραστηριότητας. Ωστόσο θα περιορισθώ στην προσφορά του Άγγλου Τζούλιαν Μπρημ, του Αυστραλού Τζον Γουίλιαμς και του Βενεζουελάνου Αλίριο Ντίαζ, όχι μόνο γιατί οι αμέτρητες συναυλίες και οι ηχογραφήσεις τους είχαν ως συνέπεια το όργανο να αποκτήσει εκατομμύρια φίλους, αλλά κυρίως γιατί πολλοί σύγχρονοι συνθέτες αφιέρωσαν έργα τους σ’ αυτούς, χωρίς ωστόσο να παραλείψω και τα ονόματα του Ισπανού Ναρθίθο Γιέπες ή του Ουρουγουανού Άμπελ Καρλεβάρο που υπήρξαν δυο κιθαριστές με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

Στις μέρες μας – αυγή της τρίτης μ.Χ. χιλιετηρίδας – η κιθάρα είναι αναμφισβήτητα το πιο δημοφιλές και διαδομένο όργανο: διδάσκεται σε πολλές μουσικές Ακαδημίες συγκεντρώνοντας εντυπωσιακό αριθμό σπουδαστών, οι σύγχρονοι συνθέτες γράφουν πρωτότυπα έργα γι’ αυτήν και οι επαγγελματίες κιθαριστές είναι πλέον αναρίθμητοι. Ακόμη, δεκάδες περιοδικά και εκδόσεις με θέμα την κιθάρα κυκλοφορούν παντού, οι πωλήσεις οργάνων, δίσκων και βιβλίων βρίσκονται στην πρώτη θέση, ενώ για κανένα άλλο όργανο δεν υπάρχουν τόσα σωματεία και σύλλογοι και δεν διοργανώνονται τόσα πολυάριθμα φεστιβάλ, σεμινάρια, διαλέξεις, διαγωνισμοί, συναυλίες και ρεσιτάλ. Πέρα όμως από όλα αυτά, η κιθάρα διατηρώντας τη λαϊκή καταγωγή της, το χαμηλό κόστος της, την ευκολία της μετακίνησης αλλά και τη δυνατότητα της συνοδείας χάρη στην πολυφωνία της, είναι προσιτή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και έχει την ευχέρεια να μετέχει σε κάθε μουσικό σχήμα.

Αγαπητοί φίλοι,

Έδωσα όσο μπορούσα πιο συνοπτικά την εικόνα της κιθάρας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Μίλησα για την καταγωγή της, την ιστορική της διαδρομή μέσα από τους αιώνες, τους συνθέτες και τους εκτελεστές της που έπαιξαν βασικό ρόλο στην εξέλιξή της.
Ο 20ος αιώνας ωστόσο, με αυτή τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, έχει ανοίξει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην πορεία του οργάνου. Αναφέρομαι στην παρεμβολή του ηλεκτρισμού στα έγχορδα για την ενίσχυση του ήχου τους.
Πράγματι, τα πρώτα πειράματα με τον ηλεκτρισμό έγιναν από τον Αμερικανό κιθαριστή Λες Πωλ τη δεκαετία του ’30 για μια ηλεκτρική κιθάρα όπως ονομάστηκε στο τέλος. Το όργανο αυτό χρησιμοποιήθηκε αρχικά από μουσικούς της τζαζ ως ένα κούφιο όργανο, ηλεκτρικώς ενισχυμένο για μεγαλύτερη ένταση κατά την περίοδο της άνθησης του σουίνγκ.
Οι πρώτες ηλεκτρικές κιθάρες διέθεταν κούφιο σώμα, ατσάλινες χορδές και ηλεκτρομαγνήτες με σπείρες από βολφράμιο που κατασκεύαζε η εταιρία Rickenbacker τοSMG_Frying_Pan - Αντίγραφο 1931.
Το 1934 η ίδια εταιρεία, η Rickenbacker παρουσίασε το τηγάνι – the frying pan – έναν μεταλλικό δίσκο σχήματος οβάλ που συνδεόταν με μια φαρδιά ξύλινη τραβέρσα που το όλο σχήμα έμοιαζε με τηγάνι.
Στα μέσα του 1940, πάλι ο Λες Πωλ που τότε εργαζόταν στην εταιρία Epiphone Guitar κατασκεύασε ένα όργανο με συμπαγές σώμα που ονομάστηκε log-guitar,        download (2)         κιθάρα-κούτσουρο δηλαδή, καθώς αποτελείτο από ένα απλό τετράγωνο ξύλινο σώμα, με δύο κούφιες διακοσμητικές τομές από σουηδικό ξύλο, από ένα μπράτσο, και από χειροποίητους μαγνήτες και ηλεκτρικά συστήματα.

Δέκα χρόνια αργότερα οι εταιρείες Fender και Gibson παρουσίασαν βελτιωμένα όργανα που έμοιαζαν περίπου με κιθάρες, όργανα που σε λίγο διάστημα πλημμύρισαν την παγκόσμια αγορά ως ιδανικοί εκφραστές της μουσικής τζαζ, μπλουζ και ροκ, μουσικής που τραγουδιέται και χορεύεται σήμερα από τη νεολαία όλου του κόσμου.
Να ήταν άραγε σημείο των καιρών, να ήταν η ανάγκη της επικοινωνίας με τις μάζες, να ήταν μια επανάσταση στα καθιερωμένα, ό,τι κι αν ήταν, με τη διάδοση του μοντέλου αυτού, το όργανο που υπέστη την μεγαλύτερη ζημιά έμελλε δυστυχώς να είναι η κιθάρα. Έτσι, αναγκαστικά πλέον χρησιμοποιούμε το επίθετο ‘κλασική’ για να προσδιορίσουμε ένα όργανο παραδοσιακό με ιστορία τριών χιλιετηρίδων.
Ήταν δυστύχημα τελικά πως, με τη χρήση του ονόματος και του σχήματος της κιθάρας, δημιουργήθηκε η ‘ηλεκτρική’ η ‘ακουστική’ η ‘ηλεκτροακουστική’ το ‘μπάσο’ κι ένα σωρό άλλα όργανα εντελώς διαφορετικά από την κιθάρα, τόσο στην τεχνική όσο και στο ρεπερτόριο, μα ακόμα περισσότερο στον ήχο, έναν ήχο που δεν έχει καμία συγγένεια με αυτόν της κιθάρας, έναν ήχο που μάλιστα δεν παράγεται ούτε καν από το ηχείο των οργάνων αυτών, αφού ηχείο δεν υπάρχει.
Αναλογίζομαι σήμερα πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, αν αντί για το όνομα ‘ηλεκτρική κιθάρα’ είχε επικρατήσει η αρχική ονομασία δηλαδή τηγάνι ή κούτσουρο κι αν αυτό δεν θα ήταν και τόσο εύηχο μπορούσε να πάρει το όνομα των εταιρειών Fender ή Gibson, ό,τι δηλαδή έχει συμβεί στη σχέση τής κλαβινόβα με το πιάνο, ή του αρμόνιου με το πιάνο ή και του συνθεσάιζερ.
Πόσο παράξενο δηλαδή θα ήταν αν σήμερα λέγαμε τη φράση ‘αυτός είναι εξαιρετικός Φεντερίστας’ ή ‘θα δώσει συναυλία ο δεξιοτέχνης της Γκίμπσον με το συγκρότημά του’ αντί να διαβάζουμε στην εφημερίδα πως θα λάβει μέρος στο Φεστιβάλ ο Έντι Βαν Χάλεν, “ο καλύτερος κιθαρίστας του κόσμου”…
images (1) Με την ηλεκτρική ασχολήθηκαν και ασχολούνται αξιόλογοι καλλιτέχνες που κανείς δεν αμφισβήτησε τα τεχνικά και μουσικά τους προσόντα. Αντίθετα θα έλεγα πως είναι εντυπωσιακή η ικανότητά τους στην δεξιοτεχνία, στον αυτοσχεδιασμό, τις επινοήσεις, και τον ρυθμικό πλουραλισμό που εμφανίζουν είτε ως σολίστες είτε ως σύνολα πάνω στη μουσική της τζαζ, της ροκ και των μπλουζ. Παράλληλα όμως πρέπει να επισημάνω πως βασικός παράγοντας στην εκπληκτική διάδοση της ‘ηλεκτρικής’ υπήρξε το γεγονός ότι γεννήθηκε και ανδρώθηκε στις Ην. Πολιτείες, τη χώρα που κυριάρχησε οικονομικά στον πλανήτη μας τις τελευταίες δεκαετίες, της οποίας βεβαίως την μουσική εκφράζει κατά τον καλύτερο τρόπο το όργανο αυτό.1206643692 Ολοκληρώνοντας αυτή την παράγραφο, θέλω να υπογραμμίσω την απερίγραπτη σύγχυση που δημιουργείται στις μέρες μας ανάμεσα στην κιθάρα και την ‘ηλεκτρική’, οργάνων δηλαδή που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Εκτός από το χόρδισμα όλα τα υπόλοιπα κινούνται σε εντελώς διαφορετική τροχιά, σε άλλους ρόλους, με διαφορετικά ρεπερτόρια, με άλλη τεχνική το καθένα, με άλλες εντάσεις, με διαφορετική αισθητική και εν τέλει με μουσικές που απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια. Με άλλα λόγια αν η ‘ηλεκτρική’ είναι το μέσον για μια μουσική απελευθέρωση από τα καθιερωμένα και μια προσέγγιση στις πλατιές μάζες, η κιθάρα έχει να προσφέρει σε όσους ασχοληθούν μαζί της, την καλλιέργεια και την μουσική Παιδεία.

Αγαπητοί φίλοι,

Κλείνοντας, και για να μη κουράσω περισσότερο, θα κάνω μια προσπάθεια να δώσω, όσο πιο περιεκτικά μπορώ, την ταυτότητα της κλασικής κιθάρας. Είναι η ίδια απάντηση που έδωσα πριν κάποια χρόνια όταν στο διαδικτυακό περιοδικό TAR είχε ξεσπάσει μια έντονη συζήτηση – σχεδόν καυγάς – για το τι είναι η κλασική κιθάρα και οι εκδότες του περιοδικού ο Νότης Μαυρουδής και ο Κώστας Γρηγορέας μου είχαν ζητήσει να πω τη γνώμη μου για το ζήτημα αυτό. Τους έστειλα το παρακάτω κείμενο που θέλω να σας το διαβάσω επακριβώς: mastoras
“Η κιθάρα είναι το όργανο που κατασκευάζεται από έμπειρους τεχνίτες που χρησιμοποιούν ποικιλία ξύλων και βερνικιών και στη γνωστή της μορφή σήμερα παίζεται με 6 νάιλον χορδές. Είναι το palisadroχαμηλόφωνο, πολυφωνικό και δύσχρηστο όργανο που απαιτεί από εκείνον που θα το αγκαλιάσει, να αφιερώσει ατέλειωτες ώρες καθημερινής μελέτης, σπουδής και έρευνας. Παρουσιάζοντας μια μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων και μια πλατιά γκάμα συγκινησιακών στοιχείων, ο εκτελεστής ζυμώνει και πλάθει τον ήχο κυριολεκτικά με τα elatosδάχτυλα και των δυο χεριών του, καλλιεργώντας ο ίδιος με την πάροδο του χρόνου την προσωπική του αισθητική. Με αυτόν τον κομψό, βελούδινο και μαγικό ήχο που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα του σκάφους, η κιθάρα αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο όργανο στον πλανήτη. Χωρίς να χάσει ποτέ την ταυτότητα του ‘λαϊκού’ οργάνου, η κιθάρα τις τελευταίες δεκαετίεςΚαταγραφή διδάσκεται στις πιο έγκυρες Ακαδημίες, παίρνοντας μια θέση δίπλα στα υπόλοιπα όργανα συναυλιών, προσφέροντας έτσι κι skafosαυτή με τη σειρά της την βαθύτερη γνώση και τη μουσική Παιδεία. Τέλος, ο πολυδιάστατος και πολυσχιδής ρόλος της την έχει κάνει δημοφιλή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ενώ δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται στη συνοδεία του τραγουδιού όπου είναι αναντικατάστατη”.

Αγαπητοί φίλοι,

Θα μου άρεσε να κλείσω αυτή την ομιλία με την ιστορική φράση του μεγάλου πιανίστα Φρειδερίκου Σοπέν:

“Δεν υπάρχει ωραιότερο όργανο από μια κιθάρα, αν ίσως εξαιρέσουμε τις δύο!”

Σας ευχαριστώ!

Untitled_000005
Συνέχεια ανάγνωσης

Aside | Posted on by | 2 σχόλια

Το καλάμι

download (1)Όσο κι αν προσπάθησα μέσα από εγκυκλοπαίδειες και λεξικά να βρω κάποια άκρη, ομολογώ πως τελικά δεν κατάφερα να ανακαλύψω μια αξιόπιστη πηγή που να περιγράφει αλλά και να εξηγεί την προέλευση της έκφρασης ‘καβαλημένο καλάμι’.
Φαίνεται ωστόσο, πως η φράση πρωτακούστηκε αρκετούς αιώνες πριν και υπήρξε τόσο πετυχημένη, ώστε ακόμα και σήμερα να παραμένει μοναδική και αναντικατάστατη στην απεικόνιση του υπερόπτη, του υπερφίαλου, του επηρμένου, του φαντασμένου, του αλαζόνα, του ξιπασμένου.
Είναι μάλιστα τόσο πολύ διαδεδομένη, που απορεί κανείς τι ήταν αυτό που την έκανε να καθιερωθεί, έτσι ώστε να μην υπάρχει κάποια αντίστοιχη που να δίνει τόσο πιστά και ανάγλυφα την εικόνα του ατόμου  που απέκτησε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.

Από την άλλη πάλι απορώ πως ή γιατί η λαϊκή σοφία έχει συσχετίσει το αθώο καλαμάκι με τον αντιπαθητικό στην κοινωνία χαρακτήρα του ανθρώπου που συνήθως συμπεριφέρεται έτσι μετά από κάποια επιτυχία. Και γιατί να μιλάει για καλάμι και όχι ας πούμε για σανίδα ή σκούπα ή στυλιάρι ή ραβδί ή δεν ξέρω τι άλλο? Μήπως επειδή το στέλεχος του φυτού είναι κούφιο? Μήπως επειδή δεν επιδέχεται κανένα βάρος? Ή άραγε επειδή ο αναβάτης του καλαμιού έτσι κι αλλιώς γίνεται περίγελος στους γύρω?
Το πώς τελικά έχει προκύψει η λέξη ‘καλάμι’ ή με τι άλλους συνειρμούς έχει συνδυαστεί δεν έχει βέβαια και τόση σημασία, όση σημασία έχει το γεγονός ότι ειδικά στο χώρο της καλλιτεχνίας το ‘καβαλημένο καλάμι’ ευδοκιμεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Όπως δηλαδή είναι δεδομένο ότι τα μαρούλια ή οι ντομάτες ευδοκιμούν σε ορισμένο έδαφος και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, έτσι είναι διαπιστωμένο πως και για την ανάπτυξη του ‘καλαμιού ’ ο ιδανικός χώρος ως επί το πλείστον είναι το παλκοσένικο.

snobΕδώ ωστόσο θέλω να κάνω ένα διαχωρισμό και να προσδιορίσω δυο κατηγορίες ‘καλαμιών’ που κυκλοφορούν στους καλλιτεχνικούς χώρους. Την πρώτη κατηγορία θα την ονόμαζα ‘γραφικό καλάμι’ και τη δεύτερη ‘αντιπαθητικό’.
Στα ‘γραφικά καλάμια’ ανήκουν οι αφελείς εκείνοι τύποι που ουσιαστικά δεν ενοχλούν κανένα. Ζώντας σ’ έναν κόσμο εντελώς εξωπραγματικό, έχουν χάσει απόλυτα την αίσθηση του τι συμβαίνει γύρω τους, οραματίζονται δόξες και μεγαλεία, ενώ φαντασιώνονται τη μεγάλη στιγμή που θα τους αποθεώνουν οι εκατοντάδες θαυμαστές στη ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα.
Έχουν οικοδομήσει τον δικό τους κύκλο, ενίοτε από αμαθείς ή ημιμαθείς περί τα καλλιτεχνικά, ένα κύκλο που ενημερώνουν και πληροφορούν σύμφωνα πάντοτε με τα δικά τους κριτήρια. Παραμένουν γελαστοί, άκακοι, ευγενείς και καλοσυνάτοι, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς, οι επονομαζόμενοι και ‘ψώνια’, είναι μάλλον θύματα της τέχνης τους, γι’ αυτό και δεν θα ήθελα να τους σχολιάσω περισσότερο.

Η δεύτερη ωστόσο κατηγορία, η κατηγορία των ‘αντιπαθών’, προκαλεί και εκνευρίζει με την επιθετικότητα, την υπεροψία και την αλαζονεία. Αντίθετα με την πρώτη, δεν κουβαλάει ευγένεια και καλοσύνη αλλά στάζει χολή και δηλητήριο.
Είναι τα ‘καβαλημένα καλάμια’ που δεν θα πουν μια καλή κουβέντα για τον άλλον, που μονίμως βγάζουν μια πίκρα και ένα παράπονο, που το ξινό τους πρόσωπο απεικονίζει μια ανικανοποίητη φιλοδοξία. Είναι τα αγέλαστα πρόσωπα, η σοβαροφάνεια, το σηκωμένο φρύδι, το επιτηδευμένο ύφος, η πόζα. Είναι τα βαριάς μορφής συμπλεγματικά άτομα.

Θυμάμαι από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο Ωδείο,degas.singer-gloveτην εντύπωση που μου έκαναν οι ατέλειωτες κορώνες των υποψήφιων τενόρων και σοπράνο στις αίθουσες και τους διαδρόμους, αλλά και η δυσκολία που είχες να τους αποσπάσεις μια καλημέρα. Θυμάμαι το μεγαλοπρεπές ύφος στο πρόσωπό τους και τις βαριές, μετρημένες κινήσεις στο βάδισμά τους. Σε στιλ Φιόντορ Σαλιάπιν και Μαρίας Κάλας όλες και όλοι εν δυνάμει υποψήφιοι της Σκάλας του Μιλάνου, ζούσαν το υπέροχο όνειρό τους απαξιώνοντας κάποια προσέγγιση με άλλους σπουδαστές.

Αλλά και από τις άλλες τάξεις του πιάνου, του τσέλου, της κιθάρας ή του βιολιού, πρόσεχα πως συχνά όλο και κάποιο ‘καλάμι’ θα ξεπηδούσε μετά από μια επιτυχημένη εμφάνιση σε μαθητική συναυλία. Τα δυο-τρία κομμάτια στα οποία έπαιρναν μέρος, πλαισιωμένα από το ζεστό χειροκρότημα και τα θερμά συγχαρητήρια των γύρω, αποτελούσαν το έναυσμα του αποπροσανατολισμού τους, της απαρχής των ονείρων και των γενναίων αποφάσεων.
Την μεταστροφή του χαρακτήρα τους και την βαθμιαία αλλαγή της συμπεριφοράς τους μέσα σε ένα κλίμα αχαλίνωτης φαντασίωσης, επέτειναν τα αθρόα ‘Άριστα’ από την ‘επιτροπή’ του Ωδείου στις ετήσιες εξετάσεις, σε συνδυασμό βέβαια πάντοτε με τον καταιγισμό επαίνων που εισέπρατταν από τον δάσκαλό τους σε κάθε τους βήμα.

Αργότερα, επαγγελματίες πια, με ασήμαντη ή ελάχιστη προσφορά στη καλλιτεχνική τους διαδρομή, συντηρούν μια αρρωστημένη διάθεση απέναντι στους επιτυχημένους. Κλεισμένα στο δικό τους κόσμο, τα ‘καβαλημένα καλάμια’ εξαπολύουν μύδρους για άλλους συναδέλφους, στάζοντας το δηλητήριο της μικροψυχίας, της μιζέριας και του χαμηλού τους αναστήματος. Γαντζωμένοι επάνω στο ‘καλάμι’ τους και αδυνατώντας να το αποχωρισθούν, νοιώθουν αδικημένοι από την έλλειψη αναγνώρισης του ‘ταλέντου’ τους.
Μοιραία έρχονται συνεχώς σε σύγκρουση με την κοινωνία πουsnob1 τους τοποθετεί ακριβώς εκεί που ανήκουν και τους δίνει αυτό που δικαιούνται. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες να επιπλεύσουν με όσα θεμιτά ή αθέμιτα μέσα διαθέτουν, είναι και πάλι η ίδια η ζωή που τους αναγκάζει να προσαρμοστούν στην σκληρή πραγματικότητα.
Το ‘καβαλημένο καλάμι’ δεν έχει το θάρρος να δει μέσα του, να παραδεχθεί τα ελαττώματά του, να συμφιλιωθεί με τις αδυναμίες του. Δεν έχει το σθένος να αναγνωρίσει σε άλλους το κάτι περισσότερο, το κάτι παραπάνω από το ίδιο. Το ‘καβαλημένο καλάμι’ αποδίδει την αποτυχία του στην έλλειψη των γνωριμιών, των σχέσεων, των μέσων, των διασυνδέσεων που έχουν κάποιοι άλλοι.
Με τα χρόνια και τη συνεχή τριβή με την καθημερινότητα, κάποια από τα ‘καβαλημένα καλάμια’ αρχίζουν και ξεζεύουν!
Χαλαρώνουν και ηρεμούν. Αντιλαμβάνονται, έστω κι αργά, πως η υπεροψία, η επιθετικότητα και η αλαζονεία που σκόρπισαν στο περιβάλλον τους προκάλεσαν μόνον την αντιπάθεια και την αποστροφή. Και πως ο τίτλος ‘καβαλημένο καλάμι’ που κουβαλούσαν όλα αυτά τα χρόνια μόνο γέλιο προκαλούσε…

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (29 Οκτωβρίου 2013)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Η καραμπόλα

Η πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη καραμπόλα ήταν στα μπιλιάρδα του καφενείου της γειτονιάς μου όταν ήμουνα μικρός. Μπιλιάρδα και ποδοσφαιράκια κατεβαίναμε να παίξουμε στο υπόγειο του καφενείου τις Κυριακές και τις σχόλες ή τις μέρες που κάναμε σκασιαρχείο από το σχολείο.
Εκείνα τα χρόνια συνήθιζα να παίζω ποδοσφαιράκι ενώ αντίθετα δεν έμαθα ποτέ μου δυστυχώς να παίζω μπιλιάρδο. Οσάκις έπιανα τη στέκα στα χέρια μου, ο φόβος μου ήταν μη τυχόν και ξεσκίσω τη τσόχα με κάποια αδέξια κίνηση, αλλά το περισσότερο ήταν γιατί δεν κατάφερνα με τίποτε να πετύχω διαδοχικές καραμπόλες.2
Παρακολουθούσα ωστόσο με πολύ ενδιαφέρον και θαύμαζα όσους ήξεραν να παίζουν, γιατί οι καραμπόλες με τα μπαλάκια ήθελαν φαντασία, σχέδιο, ζύγισμα και δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Ο καλός ο μπιλιαρδόρος μπορούσε να πετύχει ένα σερί από καραμπόλες σε σημείο που απορούσαμε όλοι εμείς οι απέξω, πώς γίνεται και υπολογίζει με τέτοια ακρίβεια τις οριζόντιες, τις κάθετες και τις διαγώνιες γραμμές, τι είδους ενστικτώδη γεωμετρία και τριγωνομετρία διέθετε και πώς μπορούσε με μια στέκα μπουκωμένη κάθε φορά στο τεμπεσίρι, να δίνει κατεύθυνση στο μπαλάκι για δυο τρεις και τέσσερες σερί καραμπόλες, μέχρι κάποιο ή κάποια από αυτά να πέσουν στην τρύπα. Υπήρχε μια τεχνική στο λύγισμα του κορμιού, στο κράτημα της στέκας, στη δύναμη που θα κτυπήσει η στέκα το μπαλάκι, στη γωνία ή το ύψος του κτυπήματος κλπ.
Θυμάμαι ένα παλικάρι από τη γειτονιά, αληθινό βιρτουόζο. Ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο παίζοντας μπιλιάρδο και αφού πια είχε κατατροπώσει όλους όσοι από την συνοικία μας τόλμησαν να παίξουν μαζί του, βρήκε δυνατούς αντίπαλους μόνον από άλλη περιοχή της Αθήνας, έτσι που όταν τελικά στο υπόγειο του καφενείου γινόντουσαν μεταξύ τους αγώνες, υπήρχε το αδιαχώρητο από όλους εμάς που δεν θέλαμε με τίποτε να χάσουμε το ντέρμπυ.1
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνω πως στην καραμπόλα υπεισέρχεται μοιραία και ο παράγοντας ‘τύχη’ αφού έτσι κι αλλιώς σε κινούμενες μπάλες δεν υπάρχει ποτέ η απόλυτη, η εξασφαλισμένη επιτυχία του στόχου.

Αργότερα ξανάκουσα ή διάβασα τη λέξη σε κάποια τροχαία ατυχήματα: “Λόγω της πυκνής ομίχλης στο 42ο της Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας έγινε σφοδρή καραμπόλα 8 αυτοκινήτων χωρίς ευτυχώς ανθρώπινα θύματα…”4
Καμία σχέση εδώ με φαντασία, σχέδιο, ζύγισμα και δεξιοτεχνία στην εκτέλεση. Καμιά σχέση με υπολογισμούς, τεχνική και μπαλάκια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη σύμπτωση. Εδώ έχουμε το εντελώς  τυχαίο περιστατικό. Η λέξη απλά υιοθετήθηκε για να καταδείξει το τελικό αποτέλεσμα μιας πολλαπλής πρόσκρουσης.
Στα τροχαία λοιπόν, καθιερώθηκε να λέγεται καραμπόλα, όταν ένα αυτοκίνητο πέσει επάνω σε ένα άλλο κι αυτό με τη σειρά του σε ένα τρίτο ή ακόμη σε ένα τέταρτο, πέμπτο κ.ο.κ
Στις μέρες μας καραμπόλες συνηθίζουμε να λέμε τις διαδοχικές αλλαγές που γίνονται χωρίς σχέδιο, εφ’ όσον όμως το αποτέλεσμα είναι πάντοτε οι αλλεπάλληλες μετατοπίσεις του αντικειμένου.

Θα απορήσεις φίλε αναγνώστη τι με έπιασε έτσι ξαφνικά και ασχολούμαι με τις καραμπόλες στα μπιλιάρδα και τα τροχαία. Τι είδους εισαγωγή και ανάλυση είναι αυτή που στα καλά καθούμενα βάλθηκα να κάνω για την καραμπόλα. Απλά ένοιωσα την ανάγκη να γράψω δυο αράδες αφού η είδηση γύρω από τη σύνθεση της νέας μας κυβέρνησης, αποδεικνύει πως η καραμπόλα πέρα από το μπιλιάρδο και τα τροχαία μπήκε φαίνεται πια οριστικά και στην πολιτική.

Ο νέος Υπουργός Πολιτισμού μας, λέει, τοποθετήθηκε από καραμπόλα! Μάλιστα! Ο Υπουργός όλων ημών που ασχολούμαστε με τον Πολιτισμό τοποθετήθηκε από καραμπόλα.1493773d55651951f400840851bd79a0_XL
Ακούστε τώρα πώς έχει η ιστορία: Ο αντιπρόεδρος της νέας κυβέρνησης απαίτησε, λέει, να αναλάβει το πρώτο ‘τη τάξει’ Υπουργείο, το Υπουργείο Εξωτερικών. Ο μέχρι προχθές Υπουργός ωστόσο θα έπρεπε να τοποθετηθεί σε άλλο αξιόλογο Υπουργείο, έτσι ώστε να μη θεωρηθεί ότι υποβαθμίζεται γι’ αυτό και του δόθηκε το Υπουργείο της Άμυνας. Ο υπό καθήλωση Υπουργός με τη σειρά του απαίτησε το Υπουργείο Εσωτερικών αλλά δεν του έγινε το χατίρι ενώ στη συνέχεια ζήτησε το Υπουργείο Υποδομών κι εδώ χωρίς επιτυχία και τέλος το Υπουργείο Περιβάλλοντος με το ίδιο πάντα αρνητικό αποτέλεσμα. Τελικά και προκειμένου να μην υπουργοποιηθεί ‘δέχτηκε’ να αναλάβει το Υπουργείο Πολιτισμού.

Στη ηγεσία αυτού του Υπουργείου λοιπόν θα έχουμε ένα πρόσωπο που ‘καταδέχτηκε’ να διοικήσει όλους εμάς τους άχρηστους: Συγγραφείς, αρχιτέκτονες, μουσικούς, ηθοποιούς, λογοτέχνες, ζωγράφους, γλύπτες κλπ. όλους δηλαδή τους δημιουργούς, όλους όσοι ασχολούμαστε με τον πολιτισμό αυτού του τόπου.
Αντί να τοποθετηθεί μια προσωπικότητα με την σοβαρότητα, την πνευματικότητα και το κύρος που επιβάλλει το αξίωμα, τα καθήκοντα ανέλαβε από καραμπόλα ένας πρώην δημοσιογράφος όχι ιδιαίτερου πνευματικού επιπέδου.
Το πρόσωπο και ο τρόπος επιλογής του – με την πολλαπλή καραμπόλα – δεν δείχνει μόνο εμπαιγμό και αδιαφορία για όλους εμάς, δείχνει απαξίωση και περιφρόνηση στον ίδιο τον Πολιτισμό.
Ζούμε δυστυχώς την απόλυτη παρακμή και χρεοκοπία τής χώρας, όχι μόνον την οικονομική!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (28 Ιουνίου 2013)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Ο προβολέας

images (8)–Είσθε η μητέρα του άτυχου νέου? Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για το πώς αισθάνεστε?
–Αχ, τι να σου πω παιδί μου, δεν βρίσκω λόγια, είναι τρομερό και φοβερό το κακό που μας βρήκε. Δεν μπορώ να πιστέψω η δόλια ότι έχασα το γιο μου…
Έμεινα για αρκετή ώρα αποσβολωμένος και σκεπτικός όχι μόνο για το περιστατικό του δυστυχήματος που είδα στις ειδήσεις, όσο κυρίως για την αντίδραση της μάνας, η οποία στην τραγικότερη στιγμή της ζωής της δεν δίστασε να απαντήσει στην πιο ηλίθια ερώτηση που της έκανε κάποιος ανεγκέφαλος ρεπόρτερ.
Έχει λοιπόν τόση μαγεία αυτό το ρημάδι το κουτί?23
Δηλαδή η χαροκαμένη μάνα ξέροντας πως θα εμφανισθεί στο ‘γυαλί’, είχε τη διάθεση να απαντήσει ακόμα κι εκείνη τη στιγμή?
Διερωτώμαι πολλές φορές αν η ζημιά τελικά προέρχεται από αυτό το μέσο προβολής που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι μας ή αν υπάρχει μέσα μας αυτή η διάθεση της προβολής και απλώς βγαίνει προς τα έξω σε δεδομένη στιγμή, έστω κι αν αυτή η στιγμή μπορεί να είναι και η χειρότερη της ζωής μας.

Αλήθεια, δυσκολεύομαι να θυμηθώ αν ήταν πάντοτε έτσι ή εάν αυτή η μανία προβολής είναι ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας, μιας εποχής που τα ΜΜΕ – και ειδικά η Τηλεόραση – κυριαρχούν παντού: στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καλλιτεχνία, στην καθημερινότητα.
3Μα τι είναι τέλος πάντων αυτός ο προβολέας που μας θαμπώνει κι αυτή η διάθεση για προβολή που κρύβεται μέσα μας? Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να ξεχωρίσουμε από τους άλλους, να διακριθούμε, να φανούμε? Είναι άραγε ένας υφέρπων εγωισμός, ένας ναρκισσισμός, ένα σύνδρομο επίδειξης ή μήπως κάποιο γονίδιο σφηνωμένο από τη βρεφική ηλικία στο κύτταρό μας που με την πάροδο του χρόνου σε άλλους μεγεθύνεται και σε άλλους ευτυχώς όχι?

Καταλαβαίνω βέβαια πως είναι φυσικό να μας κολακεύει μια καλή κουβέντα, μια αναγνώριση, ένα ‘μπράβο’ ως επιστέγασμα κάποιας επιτυχίας. Παραδέχομαι ακόμη πως η δικαίωση από τους γύρω μας, τονώνει το ηθικό μας, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησή μας γι’ αυτό και μας αρέσει η επιβεβαίωση της προσπάθειας από τους άλλους. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να κυνηγάμε την προβολή, που κάποιες φορές προσεγγίζει τα όρια της αρρώστιας, υπάρχει τεράστια απόσταση, υπάρχει χάσμα.

Ειδικά στο χώρο μας – το χώρο της καλλιτεχνίας – βρίθουν τα κρούσματα της αρρωστημένης συμπεριφοράς με το αδιάκοπο κυνήγι της προβολής.JensLarsenAFPOperaCopenhagen400
Πόσοι και πόσοι αιθεροβάμονες καλλιτέχνες, συνεπαρμένοι από τον προβολέα και τα πρώτα χειροκροτήματα, δεν θυσίασαν ολόκληρη ζωή στο βωμό μιας αμφίβολης επιτυχίας.
Πόσοι σπουδαστές ωδείων, χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, δεν θαμπώνονται με το φως της δημοσιότητας που πρόσκαιρα πέφτει επάνω τους και αμέσως φαντασιώνονται γεμάτες αίθουσες, sold out εισιτήρια και υποκλίσεις σε ένα κοινό που τους αποθεώνει.7
Και πόσες ακόμα νεαρές κοπέλες γοητευμένες από την προβολή, δεν ακολουθούν έναν ασκητικό έως απάνθρωπο τρόπο ζωής για να καταλήξουν κάποια μέρα στη μοναξιά και τη νεύρωση.
standing-ovationΕίναι να απορεί κανείς με το μέγεθος της επιπολαιότητας και της απερισκεψίας όταν ακούς νέους ανθρώπους να επενδύουν το ίδιο τους το μέλλον επάνω σε αυταπάτες για σταδιοδρομίες, επιτυχίες και μεγαλεία, χωρίς ωστόσο να έχουν μετρήσει τις δυνάμεις τους, χωρίς να υπολογίσουν κάποια από τα μειονεκτήματά τους, χωρίς καν να έχουν κοιτάξει ποιες είναι οι αναλογίες που υπάρχουν γύρω τους.

images (5)Πέρα όμως από όλα αυτά υπάρχει και κάτι ακόμα χειρότερο: o προβολέας που θα πέσει επάνω στο νεαρό άτομο, σπάνια δεν θα επιδράσει αρνητικά στον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεσή του.
Με την εξαίρεση όσων βασίστηκαν σε γερά οικογενειακά θεμέλια ή στηρίχθηκαν στις δικές τους δυνάμεις απομυθοποιώντας έγκαιρα τη λάμψη του προβολέα, οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν τελικά να διασωθούν και να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα αισθήματα και τη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους.6
Δυστυχώς στην άκρως ανταγωνιστική εποχή μας, παιδιά που ξεκίνησαν σεμνά, με οράματα και ευγενικές προθέσεις για μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, γίνονται αγνώριστοι μετά από χρόνια. Είτε, στην περίπτωση επιτυχίας, κουβαλάνε μέσα τους ένα ύφος αλαζονικό και υπερφίαλο απαξιώνοντας τους πάντες, είτε αντίθετα, γίνονται μίζεροι, πικρόχολοι και ζηλόφθονες στην περίπτωση αποτυχίας – που είναι και η πιο συνηθισμένη.

αρχείο λήψης (1)Οι πρώτοι είναι οι απόντες, ενώ οι δεύτεροι οι κακοί ακροατές μιας συναυλίας…

Φαίνεται λοιπόν τελικά πως στις μέρες μας όλο και περισσότερο απουσιάζει το είδος του σεμνού χαρακτήρα. Φαίνεται ακόμα πως η ταπεινοφροσύνη και η απλότητα συναντάται ως εξαίρεση μόνο στους αληθινά ώριμους, στους πραγματικούς καλλιτέχνες.
Έναν τέτοιον συνάντησα προ ημερών, αλλά προτού σας εξιστορήσω το περιστατικό, θέλω να σας προϊδεάσω με το εξής:

Συνηθίζω να λέω στους μαθητές μου πολλά χρόνια τώρα, πως για να γίνει κάποιος σολίστας χρειάζεται να έχει εκατό προσόντα και πως με ενενήντα εννέα δεν γίνεται. Όλα αυτά βέβαια καθ’ υπερβολή.
Την περασμένη εβδομάδα λοιπόν, στο διάλειμμα ενός ρεσιτάλ πιάνου συνάντησα ένα παλιό μου μαθητή. Κάναμε και οι δυο μεγάλη χαρά γιατί είχαμε πολλά χρόνια να συναντηθούμε και μια και ήμασταν στο ‘φουαγιέ’ της αίθουσας, βρήκαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε πολύ γρήγορα ένα σωρό κουβέντες που μας ενδιέφεραν. Ο Γιώργος πρέπει να σας πω, αριστούχος με διάκριση στο δίπλωμά του, υπήρξε ένας από τους καλύτερους μαθητές μου, συνδυάζοντας άρτια τεχνική και ωριμότητα έκφρασης. Είχε κατά την άποψή μου όλες τις δυνατότητες να σταδιοδρομήσει ως σολίστας στην κιθάρα.
Την ώρα που χτύπησε το κουδούνι για να αρχίσει το δεύτερο μέρος της συναυλίας, πρόλαβα και τον ρώτησα:
– Γιώργο, δεν σε ακούω τελευταία, τι γίνεται παίζεις καθόλου?
– Παίζω και μάλιστα πολύ δάσκαλε, σπίτι μου όμως.
– Μα γιατί μόνο σπίτι σου, εσύ με τόσα προσόντα?
– Μου λείπει όμως ένα …

Σκεπτόμουνα αμέσως μετά, πόσοι άραγε ‘σολίστες’ – με εισαγωγικά ή χωρίς – διαθέτουν στην εποχή μας, στην εποχή του προβολέα, το καλλιτεχνικό ήθος, την αξιοπρέπεια και το γνώθι σ’ αυτόν του Γιώργου!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (13 Μαρτίου 2013)
Posted in Uncategorized | 3 σχόλια

Το απόλυτο αυτί

Ένας απρόσμενος καβγάς ξέσπασε πριν λίγες μέρες ανάμεσα σε τέσσερις κοπέλες, απόφοιτες Ωδείων. Η συζήτηση που ξεκίνησε ήρεμα και κατέληξε σε έντονη φιλονικία, περιστρεφόταν γύρω από το ‘απόλυτο μουσικό αυτί’. Συγκεκριμένα η μια εξ αυτών, που είναι και διπλωματούχος βιολιού, ισχυρίστηκε πως οι σπουδαστές της μουσικής που έχουν ‘απόλυτο αυτί’ διαθέτουν μεγαλύτερη μουσικότητα και μουσική αντίληψη από τους άλλους.  Οι υπόλοιπες κοπέλες διαφώνησαν με αυτή την άποψη, οι τόνοι σιγά-σιγά ανέβηκαν, ανταλλάχτηκαν κουβέντες με αιχμές και υπαινιγμούς σε σημείο που η συζήτηση πήρε κάποια στιγμή διαστάσεις έντονης αντιπαράθεσης ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε ατμόσφαιρα μεγάλου εκνευρισμού.

Εμμένοντας η βιολονίστα στην θέση της, επικαλέστηκε το επιχείρημα πως οι Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν κλπ. διέθεταν απόλυτο μουσικό αυτί, γι’ αυτό άλλωστε και άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο πάνθεον της μουσικής και κατέληξε πως το απόλυτο αυτί είναι το σημαντικότερο στοιχείο για κάποιον που θα αποφάσιζε να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα και πως ένα σωρό εκτελεστές, δάσκαλοι ή συνθέτες που δεν το διαθέτουν είναι χαμηλότερου επιπέδου μουσικοί από τους άλλους. Το συμπέρασμά της αυτό, έδωσε τροφή για καινούργιες εντάσεις και διαφωνίες με αποκορύφωμα κάποιες προσωπικές επιθέσεις και προσβολές και από τις δυο πλευρές που τελικά χάλασαν τη βραδιά.

Ο απόηχος του καβγά κράτησε κάμποσες ακόμα ημέρες και φαίνεται πως θεώρησαν σκόπιμο να αποταθούν σε μένα μήπως και η δική μου άποψη έδινε κάποια λύση στη διαφωνία τους.
Δεν σκέφτηκα καμιά στιγμή πως ήμουνα το καταλληλότερο πρόσωπο για να δώσω μια σφαιρική και εμπεριστατωμένη απάντηση. Ίσως ένας μουσικός αναλυτής ή ένας μουσικολόγος θα είχε μια εγκυρότερη άποψη από τη δική μου.
Η θέση που πήρα ήταν πως ο καβγάς τους είχε δυο παραμέτρους. Η πρώτη ήταν πως η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για ανάλυση και ανάπτυξη, ένα θέμα που αφορά πολλούς μουσικούς και η άλλη παράμετρος ήταν ο τρόπος που τη διαχειρίστηκαν τα τέσσερα κορίτσια.

Ξεκινώντας από το δεύτερο, βρίσκω πως μια συζήτηση έχει γόνιμο αποτέλεσμα όταν οι διαφωνούντες δεν καταφεύγουν σε προσωπικές αντιπαλότητες και αιχμές. Πιστεύω πως είναι απαραίτητο οι διαφωνίες να περιορίζονται μόνο στο υπό συζήτηση θέμα και πως η οποιαδήποτε παρέκκλιση και μετατόπιση στην προσωπικότητα του ‘αντιπάλου’ χαμηλώνει το επίπεδο, δημιουργεί εντάσεις, ανοίγει πληγές και καταλήγει άσχημα.
Πόσες φορές δεν έχουμε βρεθεί όλοι μας σε ανάλογες πολιτικές συζητήσεις που ξεκινάνε χαλαρά και με ήπια κριτική για τα κόμματα και τους βουλευτές, αλλά όταν κλιμακώνονται, μετατρέπονται σε κατά πρόσωπο επιθέσεις του ενός συζητητή εις βάρος του άλλου και στον δεύτερο μάλιστα ενικό:
“ – Εσύ τα λες αυτά γιατί είσαι βολεμένος, μένεις στην Κηφισιά, κυκλοφορείς με Μερσεντές και δεν νοιάζεσαι για τίποτε…”
“ – Δεν έχεις ιδέα από πολιτική. Πάρε  να διαβάσεις και κανένα βιβλίο για να μάθεις ιστορία…”
“ – Εσένα στα τριάντα σου σε ταΐζουν ακόμα οι γονείς σου. Όταν δουλέψεις, θα μάθεις να ψηφίζεις σωστά…”
Ανάλογες κόντρες και διαξιφισμοί – χαμηλότερου επιπέδου – μεταξύ  ποδοσφαιρόφιλων για την ομάδα που υποστηρίζουν:
“ – Δεν έχεις ομάδα ρε, κουρέλια είσαστε. Δεν την αλλάζεις όσο είναι καιρός για να βρεις την ησυχία σου?…”
“ – Καλά, θα σου πω εγώ την Κυριακή που θα σας σκίσουμε και δεν θα ξέρεις που να κρυφτείς…”
Κι ακόμα διαφωνίες φίλων για μια συγκεκριμένη παράσταση:
“ – Φαίνεται δεν ξέρεις τι σου γίνεται από θέατρο για να λες πως σου άρεσε αυτό το χάλι…”
“ – Ναι καλά, εσύ είχες και στο χωριό σου θέατρο και ξέρεις να κρίνεις καλύτερα…”
Κάτι ανάλογο προφανώς έγινε, σε ηπιότερους φαντάζομαι τόνους, μεταξύ των κοριτσιών, η συζήτηση διακόπηκε, το ενδιαφέρον θέμα δεν εξαντλήθηκε και συμπέρασμα τελικά δεν βγήκε.

Ας δούμε λοιπόν τώρα το πρόβλημα της διαφωνίας των κοριτσιών, τι εννοούμε με τη μουσική ορολογία ‘απόλυτο αυτί’ ή ‘απόλυτη ακοή’
και πόσο το στοιχείο αυτό που συναντάται σε ορισμένα άτομα είναι πράγματι καθοριστικής σημασίας για το επάγγελμα του μουσικού.
Απόλυτη ακοή λοιπόν ονομάζουμε τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε ή να αναπαραγάγουμε τον οποιονδήποτε ήχο χωρίς βοήθεια. Με απλά λόγια η ικανότητα να βρίσκουμε ποια νότα παράγεται ακόμα και με το… τρίξιμο της πόρτας. Το απόλυτο αυτί έχει την ικανότητα να διακρίνει τις απειροελάχιστες διαφορές μεταξύ των Ηz!
Η δική μου άποψη είναι, και το λέω χωρίς επιφύλαξη, πως πράγματι το  απόλυτο αυτί αποτελεί σπάνιο προσόν για ένα μουσικό. Ένα προσόν που του επιτρέπει να ξεχωρίζει ακαριαία τους ήχους, να διακρίνει αμέσως τα φάλτσα, να χορδίζει άψογα το όργανό του κλπ. Για τον λόγο αυτό θα ήταν πολύ κρίμα να μην ασχοληθεί με τη μουσική κάποιος που προικίστηκε από τη φύση με ένα τέτοιο χάρισμα.
Διαθέτοντας την ‘απόλυτη ακοή’ ο νέος που ξεκινά όργανο (και ειδικά έγχορδο χωρίς τάστα), έχει ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των μουσικών απαιτήσεων, αντιλαμβάνεται άμεσα τις σχέσεις και τις διαφορές των ήχων και τελικά παρουσιάζει θεαματική εξέλιξη στην πορεία του, σε αντίθεση με τον σπουδαστή της ‘σχετικής ακοής’ που συνεχώς καλλιεργεί αυτή την ιδιότητα ώστε να έχει – μετά από πολύ χρόνο και εξάσκηση – ένα ανάλογο αποτέλεσμα.
Ως εδώ η βιολονίστα είχε το δίκιο απόλυτα με το μέρος της.

Μιλώντας ωστόσο για ένα γενικότερο επίπεδο μουσικής καταξίωσης, φοβάμαι πως το απόλυτο αυτί δεν αρκεί, ούτε και αποτελεί το πλέον καθοριστικό στοιχείο για την επαγγελματική επιτυχία.
Το προσόν αυτό που βοηθάει ιδιαίτερα τους μαέστρους, τους εκτελεστές εγχόρδων και πνευστών οργάνων και φυσικά τους εξεταζόμενους στη dictée, εάν δεν συνοδεύεται με πολλά ακόμη στοιχεία, δεν εξασφαλίζει κάποια υπεροχή στoν μουσικό. Με άλλα λόγια οι σπουδαστές με το απόλυτο αυτί σίγουρα δεν υπερτερούν έναντι των άλλων σε μουσικότητα, εκφραστικότητα, καλλιέργεια, παιδεία κλπ. που θεωρούνται απαραίτητα χαρακτηριστικά για τη δικαίωση, την αναγνώριση και την καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου μουσικού.
Για ένα τέτοιο προφίλ– είτε στον ρόλο του συνθέτη, είτε του σολίστα, είτε του δασκάλου – θα έλεγα πως απαιτούνται και μια σειρά ακόμη προσόντων.
Σαν παράδειγμα αναφέρω μουσικούς εκτελεστές που διαθέτουν την ‘απόλυτη ακοή’ αλλά παρουσιάζουν μεγάλη δυσκολία όταν εμφανίζονται ενώπιον κοινού, σε αντίθεση με άλλους σολίστες της ‘σχετικής ακοής’ που γοητεύουν το ακροατήριο με τη χάρη και την εκφραστικότητα του παιξίματός τους…
Αλλά και στον τομέα της διδασκαλίας που τα πράγματα είναι αρκετά πολύπλοκα και δεν έχουν σχέση με την σκηνική παρουσία, το απόλυτο αυτί βοηθάει, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει τη σωστή διαπαιδαγώγηση και την αποτελεσματική διαμόρφωση του μουσικού χαρακτήρα του παιδιού.
Τέλος στον τομέα της σύνθεσης, που τα κυρίαρχα στοιχεία είναι ή έμπνευση, η φαντασία, η γνώση ή το γούστο, πιστεύω πως η απόλυτη ακοή έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
Δεν είμαι βέβαιος πως όλοι οι επώνυμοι συνθέτες μέσα από τους αιώνες είχαν το απόλυτο αυτί, όπως δεν είμαι βέβαιος και για τους Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν που επικαλέστηκε η κοπέλα, αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις εποχές εκείνες. Αν ωστόσο πράγματι διέθεταν το απόλυτο αυτί, σίγουρα δεν είναι αυτό και μόνον το προσόν που τους έδωσε τη δυνατότητα να γράψουν τη μεγαλειώδη μουσική τους. Άλλωστε η ιδέα της απόλυτης ακοής άρχισε να απασχολεί τους ειδικούς στο τέλος του 19ου αιώνα αφότου ορίστηκε το μεσαίο ΛΑ στα 440 Hz ως συχνότητα της διαπασών, συχνότητα που εν τέλει καθιερώθηκε διεθνώς μόλις τον Μάιο του 1939 στο Λονδίνο.
Μια και αναφέρομαι στη διαπασών, θέλω να επισημάνω σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το θέμα, πως το ‘διαπασών’ (όργανο για να ελέγχεται η συχνότητα του Λα) βρέθηκε το 1711 από τον Άγγλο Mathias Shore, χωρίς ωστόσο να καθιερωθεί αμέσως διεθνώς, αλλά αντίθετα να κάνει μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα μια τεράστια διαδρομή με συνεχείς διακυμάνσεις και μεταβολές από εποχή σε εποχή, από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη αλλά και από Όργανο σε Όργανο!
Για παράδειγμα στη Γερμανία το Όργανο στη Μητρόπολη του Στρασβούργου το 1713 είχε ένα Λα συχνότητας 393 Hz  που αντιστοιχεί στο σημερινό Σολ, ενώ το Όργανο της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου στο Αμβούργο ήταν τονισμένο στα 489 Hz. που αντιστοιχεί με το σημερινό Σι.
Στο πέρασμα των αιώνων η διαπασών υπέστη ατέλειωτες αλλαγές από τους μουσικούς που αναζητούσαν πάντοτε έναν πιο λαμπρό πιο οξύ και πιο εντυπωσιακό ήχο.
Το 1859, με πρωτοβουλία των Γάλλων, η διαπασών καθορίστηκε στα 435 Hz για να συνεχίσει έκτοτε και πάλι την ανοδική της πορεία.
Στις μέρες μας έχει φτάσει αισίως στα 442 Hz αφού κρατήθηκε για αρκετές δεκαετίες στα 440 Hz μετά την καθιέρωσή της στο Λονδίνο το 1939.
Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση: αυτή η διακύμανση της διαπασών είναι και μια απάντηση σε όσους ισχυρίζονται πως στις μεταγραφές δεν είναι σωστό να αλλάζουμε τονικότητα για να μην παραβιάζεται δήθεν η αρχική έμπνευση του συνθέτη. Η τονικότητα του κομματιού έτσι και αλλιώς αλλάζει από την αρχική της γραφή αφού αλλάζει η διαπασών. Με άλλα λόγια μια Σονάτα του Σκαρλάτι που ο συνθέτης τη σκέφτηκε και την έγραψε για τη Μι μείζονα, ακούγεται στις μέρες μας στη Φα μείζονα.

Θεώρησα απαραίτητο να επισημάνω τις αλλαγές της διαπασών και τη σχέση της με το ‘απόλυτο αυτί’, το οποίο όπως αντιλαμβάνεται κανείς, είναι μοιραίο να προσκολλάται σε μια συγκεκριμένη συχνότητα Ηz χωρίς να προσαρμόζεται με ευκολία σε ‘ξένα’ ακούσματα. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί που υποστηρίζουν πως η ‘απόλυτη ακοή’ ενδέχεται να κάνει κάποιους μουσικούς δυστυχισμένους αφού, μη έχοντας αναπτύξει καθόλου τη ‘σχετική ακοή’, έχουν πάψει να απολαμβάνουν τη μουσική, με αποτέλεσμα να δυσφορούν ακούγοντας συνεχώς φάλτσα σε μια συναυλία, μια και η παραμικρή διαφορά από τη διαπασών τους είναι ενοχλητική.
Δεν λείπουν μάλιστα και ορισμένες επιφυλάξεις από κάποιους άλλους, μετά τις πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, που έδειξαν πως οι έχοντες ‘απόλυτη ακοή’ πάσχουν σε μεγάλο ποσοστό από διαταραχές του αυτιστικού φάσματος.

Εν τέλει, νομίζω πως η συζήτηση των κοριτσιών θα μπορούσε να έχει κάποια διαφορετική εξέλιξη και να καταλήξει σε χρήσιμα συμπεράσματα, αφού και οι δυο πλευρές είχαν εν μέρει δίκιο.
Ωστόσο φαίνεται πως πείσμωσαν και μένοντας στις θέσεις τους δεν μπόρεσαν να ‘ακούσουν’ την άλλη πλευρά.
Προφανώς εκείνη τη βραδιά έλλειψε από όλες τόσο η ‘απόλυτη’ όσο και η ‘σχετική’ ακοή!

                                                                                                   Ευάγγελος Ασημακόπουλος
                                                                                                             (21 Νοεμβρίου 2012)
Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο